Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

Τάσος Φάλκος, "Νησιά"


Υπάρχουνε στο πέλαγος νησιά
θαμμένα κάτω από γαλάζιους όγκους

Και στην καρδιά βομβούν πουλιά
μέσα σε κρύπτες βαθυκόκκινες κλεισμένα

Μάταια προσπαθούν να βγουν στο φως
να υπάρξουν

______
(Τάσος Φάλκος, Σχεδιάσματα με φως, εκδ. Ζήτρος, 2005)

Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, "Πέρασε και πήρα την όψη ενός ψιλόβροχου..."


Πέρασε και πήρα την όψη ενός ψιλόβροχου
κάθισα στο μπαλκόνι λείπει μια καρέκλα
χάλασε μαθαίνω την πετάξαμε
η απέναντι απλώνει εσώρουχα
έντονα πολύχρωμα εσώρουχα
πάει να μου χαλάσει τη μονοτονία
αλλά αδίκως - φυσάει λίγο
δεν έχει να φοβάται το τραπεζομάντιλο
είναι πιασμένο με μανταλάκια
το ραδιόφωνο μια βδομάδα τώρα
μάλλον θα χει βρει καμιά συχνότητα
για κουφούς - καλύτερα
οι χάντρες απ' το κομπολόι μού θυμίζουν
λικέρ μανταρίνι, μπα
δε θα' χει μείνει τίποτα
ακόμη δεν έχω καταλάβει
τι ρόλο παίζει αυτή η γλάστρα
με τα ψεύτικα άνθη της
με τα σωστά της εκεί
παντός καιρού η ανόητη η ξιπασμένη
νευρίασα τώρα

τρίτο σφύριγμα το τσάι πάω μέσα

_________
(Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Έκαστος εφ' ω ετάφη, εκδ. Γαρβιηλίδης, 2007)

Πέτρος Γκολίτσης, "J.M.W. Turner"


Η μητέρα σου
έρεπε προς
την τρέλα
(κλείστηκε τελικά
στο London’s insane asylum)

Η αδερφή σου
πέθανε
στα οκτώ της χρόνια

Στέκομαι τώρα
μπροστά στο
Typhoon coming on
(the slave ship),
slavers throwing overboard
the dead and dying
”,
Oil on canvas, 91x138cm, 1840

Αυτό το dying
τα αλλάζει όλα

οι dying βουλιάζουν
στο βουβό βυθό

αδιάκοπα

Χάρης Βλαβιανός, "La madre è (finalmente) morta"


1.
Λες και είχε κάνει κρυφή συμφωνία με τον θάνατο
πέθανε τη μέρα των γενεθλίων σου.
Φρόντισε έστω και καθυστερημένα
να σου χαρίσει αυτό που πάντα ζητούσες -
μια νεκρή μητέρα.

Τώρα, ελεύθερη πιά,
είσαι έτοιμη να δεχτείς με ανακούφιση
το τελευταίο, πολύτιμο δώρο της.
Μπορείς χωρίς ενοχές
να χύσεις πάνω στον τάφο της
όλα τα δάκρυα του μίσους σου
και ν' αρχίσεις επιτέλους να ζείς.

Μόνη.
Σημαδεμένη από αυτή την απροσδόκητη χειρονομία
για πάντα.
______
(Χάρης Βλαβιανός, Διακοπές στην πραγματικότητα, εκδ. Πατάκης, 2009)

Χάρης Βλαβιανός, "La madre è (finalmente) morta (2)"


2.
Στην άκρη του γυμνού δωματίου ένα φέρετρο.
Ένα φέρετρο στην άκρη του γυμνού δωματίου.
Ένα φέρετρο.
Στην άκρη.
Του γυμνού δωματίου.

Ό,τι άλλο κι αν δουν τα κουρασμένα μου μάτια
δεν θα ξεχάσω ποτέ
το φέρετρο στην άκρη του γυμνού δωματίου.
Το φέρετρο.
Ανοιχτό.
Μέσα εσύ.
Όμορφη ακόμη.
Παγωμένη. ("Αγγιξα τα δάχτυλα σου.)
Με τα μάτια όχι εντελώς κλειστά.

Σου μιλάω.
Άκου.
Είμαστε ακόμη εδώ.
Είμαι ακόμη εδώ.
Δίπλα σου.
Άκου.
Σ' αγάπησα.
Πολύ.
Σ' αγάπησα.
Όμως


_____
(Χάρης Βλαβιανός, Διακοπές στην πραγματικότητα, εκδ. Πατάκης, 2009)

Μπλάζε Κόνεσκι, "Η λίμνη"


Συλλογισμένος, βγαίνεις με την ίδια καταραμένη σκέψη,
σαν κεντρισμένος ανακαλύπτεις στο κατώφλι,
για μυριοστή φορά τον κόσμο.
Λίμνη κάτω απ’ το γαλάζιο πέπλο της Μπελάσιτσας.
Πράσινος περίγυρος από πλατάνια και κυπαρίσσια
κι είναι αρκετή μια ανθρώπινη στιγμή μονάχα
να γίνει ετούτη η ομορφιά συνηθισμένη
να βυθιστεί μέσα σου, να γίνει στάχτη, να εξαφανιστεί
και συ να γίνεις πάλι άτυχος άνθρωπος
σαν τους πιο πολλούς ολόγυρά σου.
Κι όμως, πόσο αξίζει, το διάλειμμα αυτό
ανάμεσα σε δύο τύψεις συνείδησης!

______
βλ. Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, “Δοκίμια”, εκδ. ΡΕΩ, 2010

Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

Γιάννης Δάλλας, απ' τα "Ακραία"


1.
Σήμερα απόψε τώρα
τη στιγμή που ξημερώνει και δεν ξημερώνει
αίσθηση κενού
αίσθηση απόλυτου κενού που συνεχίζεται

Κι ο ήλιος ένας γλόμπος στο ταβάνι
της εντατικής
Μια λύση, να τον σβήσω

3.
Την άλλη νύχτα είδα το κρέας να γλιστρά
απ' το σώμα μου
μου ξέφευγε όπως μια φορά ο σιαμαίος εαυτός μου
ξέφυγε μέσα από τα δόντια του εμβρυουλκού
και τον κατάπιε η μήτρα

4.
Με ποιό σώμα γεννήθηκα;
με ποιό κοιμήθηκα και ξύπνησα;
ποιός εφιάλτης με χαράδρωσε και μ' έκοψε
στα δυό
σαν κεραυνός απ' το υπερπέραν;
ποιός υλοτόμος ύπνος;

Κι εκείνη η σύγκρουση φάτσα με φάτσα με τη γέννηση
μια σύγκρουση που συνεχίζεται ισόβια

_____
(Γιάννης Δάλλας, Στοιχεία ταυτότητας, εκδ. Γαβριηλίδης, 1999)

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Βασίλης Αμανατίδης, "Christmans Song ή ελεύθερη μετάφραση σε βάθος χρόνου"


Χριστούγεννα εννιά χρονώ Jingle bells, jingle bells Κάτω από το Christmas tree Jingle all the way Διαβάζω τις «Τρελές, τρελές εφευρέσεις του καθηγητή Μπραίηνστορμ» Oh what fun it is to ride Στην τηλεόραση ανοιχτός ο Μπαγκς Μπάνι Jingle bells, jingle bells Από το δίπλα δωμάτιο διακριτικοί οι ήχοι των μαμά μου (41 χρονώ) μπαμπά μου (51) αδερφού μου (14) Κι εγώ Oh what fun it is to ride να μαζεύω θαλπωρή In a one-horse open sleigh αφού έξω απ' το παράθυρο η νύχτα τότε ήρεμη, κι έπεφτε πάντα χιόνι

ακόμη κι αν δεν έπεφτε^1

^1 ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ ΑΝΩΘΕΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ ΞΕΧΑΣΜΕΝΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ: Τριάντα τέσσερα χρονώ,

Χριστούγεννα, κάτω από το Christmas tree, Jingle bells, jingle bells, «Μαμά, τον τελευταίο καιρό σαν πολύ να λαχανιάζεις όταν ανεβαίνεις τις σκάλες...», «Οχι», λέει, «τίποτα δεν έχω», «Εντάξει», λέω, «δεν λέω πως έχεις, μόνο που, να, η μητέρα μιας φίλης μου, ξέρεις, της Εύης, ανέβαινε πέρσι τα σκαλιά με ψώνια και λαχάνιαζε πολύ, κι ο άντρας της την έσυρε με τα χίλια ζόρια στον γιατρό -όπως κι εσύ καθόλου δεν ήθελε να πάει- κι εκείνος της είπε έχει φρακάρει η βαλβίδα, Jingle bells, θα πρέπει την άνοιξη να κάνετε εγχείρηση, όμως ενδιαμέσως παρακαλώ να μη στενοχωριέστε για τίποτα, επικίνδυνο να στενοχωρεθείτε για κάτι, πάλι καλά που ήρθατε, jingle all the way, θα πηγαίνατε αδιάβαστη, θα σας έβρισκε ανακοπή στα καλά του καθουμένου. Κατάλαβες, μαμά; Λέω γι' αυτό μήπως να πηγαίναμε κι εμείς στον γιατρό, μήπως φράκαρε και θέλει ανανέωση, ελπίζω να μη σε στενοχώρεσα». «Εξήντα έξι πια» μου απαντά, «τι σημασία έχει; Θα μου επιτρέψεις να μην αποδεχτώ την πρότασή σου; Αγόρι μου, δεν με πειράζει αδιάβαστη, βαρέθηκα να 'μαι συνέχεια διαβασμένη· μη στενοχωριέσαι εσύ, εμένα αυτό με νοιάζει, μα έλα, jingle bells, έλα στο παράθυρο, κοίτα τι ωραία που είναι έξω -πέφτει δεν πέφτει χιόνι, κοίτα τι silent night, τι έξοχα ήρεμη,

κοίτα τι ήρεμη που είναι η νύχτα.

(Βασίλης Αμανατίδης, 4-D: Ποιήματα τεσσάρων διαστάσεων, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2006)

Μίλτος Σαχτούρης, "Χριστούγεννα 1948"


Σημαία
ακόμη
τα δίκανα στημένα στους δρόμους
τα μαγικά σύρματα
τα σταυρωτά
και τα σπίρτα καμένα
και πέφτει η οβίδα στη φάτνη
του μικρού Χριστού
το αίμα το αίμα το αίμα
εφιαλτικές γυναίκες
με τρυφερά κέρινα
χέρια
απεγνωσμένα
βόσκουν
στην παγωνιά
καταραμένα πρόβατα
με το σταυρό
στα χέρια
και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς
το τόπι
ο σιδηρόδρομος της λησμονιάς
το τόπι του θανάτου

_______
(Μίλτος Σαχτούρης, Με το πρόσωπο στον τοίχο (1952))

Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Γιώργος X. Θεοχάρης, "Το δέντρο πάντα ξέρει περισσότερα"


Ονειρεύτηκα απόψε τον Παναγιώτη ανεβασμένο στην πορτοκαλιά της αυλής. Νύχτα γλυκιά. Είχε σταθεί στα μεσιανά κλαδιά. Έκοβε πορτοκάλια απʼ τη μεριά της θάλασσας.
«Θα πέσεις ευλογημένε!», του φώναξα.
«Κι αν πέσω; δεν πονάνε οι πεθαμένοι!», αποκρίθηκε.

Άφησε τα πορτοκάλια κατά τη μεριά του δρόμου άκοπα.

«Αυτά είναι για ʽσένα», μου είπε.
«Σειρά σου.
Ανέβα».

_______

(Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Από μνήμης, εκδ. Μελάνι, 2010)

βλ. και Ποιείν:
http://www.poiein.gr/archives/12245/index.html

Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

Βασίλης Ζηλάκος, "Οδοιπορία"


ΙΙ
Τα όνειρα κύρτωσαν. Πάλλευκη ρωγμή διπλωμένη παράλληλα στους ίσκιους'
μια θάλασσα σιγά-σιγά ήρθα και κράτησα σφιχτά
ανάμεσα στα σκέλια' συστάδα από λυγμούς, κατατρεγμός κι ύπνος που δεν καρπίζει:

Μονάχος πια θα περιπλανιόμουν σε έλη με πράσινα νερά και βαθιές ερήμους.
Ευθυγραμμίζοντας τη σκιά μου με τα δέντρα και τις σαύρες
ένα φωτεινό διάστημα ανακάλυψα ξανά για να χωρέσω την ύπαρξη μου.

[...]

ΙΙΙ
Πέρασαν τα χρόνια. Φτάσαμε ως εδώ, μου 'παν αόρατα πουλιά του μαύρου αέρα,
τώρα ποιός μας καλεί, τι ζητάς από μας;
Το μισοσκόταδο ποτέ ξανά ψυχή μου μην ποθήσεις, απάντησα εγώ
χίλιες φορές καλύτερη η καταδίκη, του ξεριζωμένου η θλίψη.

Και τ' άπειρο άνοιξε τον ανθό του: Αλεσμένη γη. Πουρνάρι!

*

Γαλάζιο απομεσήμερο της ζωής σου
σαν παράθυρο που έκλεισε τα φύλλα του στην ερημιά
και το πρόσωπο σου αφουγκράζεται του Ήλιου τα πρώτα, ιόνια βήματα.

Μόνος είσαι
αλλά ένα χελιδόνι του θανάτου τη μαύρη πεταλούδα στο ράμφος του κρατά
και κοντά σου συλλαβίζει τα απ' αλλού φερμένα,
τα μεγάλα
που δίχως δισταγμό προστάζουν να κλείσει
το σπάραχνο της πάχνης πίσω σου και εμπρός σου.

_______
(Βασίλης Ζηλάκος, Η κούπα του τσαγιού, εκδ. Οδός Πανός, 2010)

Γιώργος Μοράρης, "Το ικρίωμα"


Τον έβαλαν να χαιρετήσει τον δήμιό του
για να του δώσουν ρούμι να ανεβεί το ι­κρίωμα.
Κατάδικοι μοιράστηκαν τον φευγαλέο κό­σμο των πραγμάτων του.
Την πατατούκα με την εσάρπα και τα γάν­τια,
και άφησαν επίτηδες ξεχασμένο το μαντήλι
να του σκεπάσουν τα μάτια.
Αυτή η φιλία δεν αναγνώρισε την αξία στο δώρο
μόνο στη χειρονομία του την πιο γενναιό­δωρη.
Τι ξεχείλισμα της πνοής σ' αυτό το ξεχείλι­σμα του ποτού
σ' αυτό το κύμα του λυγμού
Που η μάνα του τον ξέβρασε από τα φουρ­τουνιασμένα της σπλάχνα.
Ανάμεσα στους ουρανούς του παρόντος και του παρελθόντος
οδοιπορώντας σαν άστρο
που το παράσερναν θλιμμένοι άνεμοι σε λοφοσειρές από σύγνεφο.
Αποχαιρετώντας τη στιγμή που χάθηκε μέ­σα στην άχρονη αιωνιότητα.

__________

(περιοδικό Πολιτιστική, τ. 14-15)

Στέλιος Θ. Μαφρέδας, "Διαδρομές λέξεων"


"Άφησες τη φωνή στη μαύρη πίσσα
κι είχες τα κοφτερά γυαλιά στη γλώσσα"
Γιάννης Δάλλας, Διαβατήρια 26, Αποθέτης


Τρέχουν τα λόγια στα δικά τους μονοπάτια
σ' έναν προορισμό που όρισαν οι μοίρες,
κι ό,τι ανάχωμα η σιωπή υψώνει
επικυρίαρχοι σε κτήσεις υπερπόντιες
με έπαρση το ισοπεδώνουν.

Στην υστερία των καιρών αδέξιο το βάδισμα
πλήθος χωλών σε λεωφόρους διαφυγής
με όλα τα φώτα αναμμένα,
αρματωσιά οι επαγγελίες ανθρώπων και θεών
μα ψάχνεις εναγώνια το αντίκρισμα τους.
Και είναι τα εύρετρα
ονόματα δισύλλαβα κι ακαριαίες λέξεις,
παραγγέλματα φωνής για ένα σχέδιο σωτηρίας
σε δρόμους που χάραξε μια συντριβή οστών
χωρίς οδόσημα προς την κατεύθυνση του απείρου.

Τα λόγια σου από το παρελθόν ακούω'
στη ζυγαριά τα βάζω με φθογγόσημα των γρυλλισμών,
λειψά σταθμά κι ο χρόνος φειδωλός με το απόβαρο του,

ό,τι ειπώθηκε -ξανά θα ειπωθεί
μα σ' άλλη επικράτεια τα ρήματα σου θα βαδίσουν

-πλαταίνουν οι ορίζοντες απ' την κληρονομιά σου.

___________

(περ. Εμβόλιμον, τ.60, Χειμώνας 2010 - Άνοιξη 2011)

Έλσα Κορνέτη, "Ανώνυμος διαιρέτης"


Λίγο μετά τη διαίρεση
Μένει το γράμμα Θήτα
Να χωρίζει
Το μηδέν από το μηδέν
Τον φθόνο από τον φόνο

Το εξοστρακίζεις
Χτυπώντας το
Με το κουτάλι
Στο κεφάλι

Τότε αυτό
Βουτά στη μαύρη τρύπα
Χάνεται προσωρινά
Αφήνοντας πίσω του
Ένα τσόφλι

Το άπειρΘ

_________

(περ. Εμβόλιμον, τ.60, Χειμώνας 2010 - Άνοιξη 2011)

Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Σπύρος Αραβανής, “2 ποιήματα με πρελούδιο απ' την Ιστορία ενός Ανθρώπου”


Πρελούδιο

Ήταν ένας άνθρωπος που περπατούσε
πάντοτε σκυμμένος
μέρες, μήνες, χρόνια.


Επεισόδια

Α΄
«Πιστεύεις στο Θεό;»
τον ρώτησαν κάποτε.
«Όσο αυτός σε μένα»
απάντησε

και δεν τον ξαναενόχλησε κανείς.

Β΄
«Χρωστάς ένα ποίημα»
του είπε η Ζωή ένα βράδυ.
«Γερνάω λέξεις»
απάντησε

και δεν τον ξαναενόχλησε ποτέ.


(Σπύρος Αραβανής, Η ιστορία ενός ανθρώπου, Ποιείν)

βλ.
http://www.poiein.gr/archives/12319/index.html

Παρασκευή, 10 Δεκεμβρίου 2010

Κώστας Καναβούρης,"Αλληλογραφία"


Αυτά που γράφεις σε εμποδίζουνε
Να δεις το πρόσωπό σου.
Είναι ψέματα πως κάποιος έβαψε
Την πίσω πλευρά του σκοταδιού
Κι έτσι μπορείς να δεις το πρόσωπο σου γράφοντας.
Τσακισμένο είναι το χέρι που γράφει
Τσακισμένο είναι το φως του σκοταδιού
Στον σκοτεινό καθρέφτη.
Ανάπηρα άλογα σκύβουν να πιούνε το νερό
Και δεν κοιτάζουνε' τι να κοιτάξουν;
Μαζί τους πίνει κι ο νεκρός
Τι να κοιτάξει;
Ποια μορφή;
Ποιο μήνυμα σε ποιον να δώσει;
Πίνει νερό μαύρο μελάνι αίμα
Και λέει σιγά στο ζώο να βιαστεί
Μην πιει κι άλλο νερό
Όσο κι αν πιεις, του λέει, καθρέφτης δεν υπάρχει
Μας έχουν διώξει από καιρό
Αλλού θα σε γιατρέψω, λέει στο ζώο
Άντε να φύγουμε τώρα
Φεύγουνε, κουτσαίνοντας το άλογο
Κι ο καβαλάρης πεθαμένος
Απ' το πολύ νερό στις φλέβες του
Απ' το πολύ μελάνι στους καθρέφτες.
Φεύγουνε κι ακόμα φεύγουνε
Ποιος να το γράψει πως από δω περάσανε.


(Κώστας Καναβούρης, Τα επίχειρα της προοπτικής, εκδ. Γαβριηλίδης, 2010)

Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

Σπύρος Θεριανός, "Ποιήματα απ' το εισόδημα στο Μόλυβο"


Ρίγησα όταν
το μπαστούνι του τυφλού
με ακούμπησε.

_______

Κανείς στη βάρκα’
απέναντι το νησί
γεμάτο πεύκα.

_______

Φυσά λεβάντες
η θάλασσα του κόλπου
αλλάζει χρώμα.

_______

Σκυφτός στη βάρκα
η λίμνη ατάραχη
τον καθρεφτίζει.

_______

Τέλος του θέρους.
Αφρόντιστη η ντάλια
γέρνει στο χώμα.

________

(Σπύρος Θεριανός, Το εισόδημα στο Μόλυβο, εκδ. Πλανόδιον, 3η έκδοση, 2010)

Παναγής Αντωνόπουλος, "Χαϊκού"


Θάλασσα. Ζωή.
Calm? Strong-gale? Hurricane?
Πάντα θάλασσα.

______

Τρέχει το ρέμα
να φθάσει στη θάλασσα
να γίνει νέφος.

______

Το έργο τέλος.
Ακόμα πριν αρχίσει.
Έτσι έπρεπε.

______

Πλοία δεμένα
οι αναμνήσεις όλες.
Πως θα γυρίσεις?

______

(Παναγής Αντωνόπουλος, απ' τη συλλογή "Στη ράδα")

Κατερίνα Καραγιάννη, "φρούτα εποχής"



ανοσία

στον τόπο



αλητεία

στον τόπο

που ευδοκιμούν



ασωτία

στον τόπο

που ευδοκιμούν

τα απονευρωμένα

φρούτα εποχής

αφλογιστία

Ράινερ Κούντσε, "Κωπηλατούν δυο"



Κωπηλατούν δυο
μια βάρκα,
ο ένας
γνώστης των αστεριών,
ο άλλος
ειδικός στις θύελλες,
ο ένας μέσα από τ’ αστέρια
θα οδηγεί,
ο άλλος θα οδηγεί
μέσα απ’ τις θύελλες
και στο τέλος τελείως στο τέρμα
η θάλασσα στη μνήμη
θα είναι μπλε


Reiner Kunze, μετάφραση από τα Γερμανικά Γιώργος Καρτάκης)
βλ. ποιείν: http://www.poiein.gr/archives/11626/index.html

Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Γιώργος Αλισάνογλου, "FADE OUT AGAIN (ή εύθραυστα σώματα)"



Ένας δαίμονας μου επιτέθηκε
στο κοιμητήριο του Pere-Lachaise
η μυρωδιά των εκκριμάτων του
απλώθηκε στους γύρω τάφους -
"ο Τζιν Μόρρισον είναι ζωντανός"
ακέφαλος οδηγεί το μπλε λεωφορείο
σκύβω γα να δω -
μια γλυκιά ευωδιά από διάφανο γάλα
κυλάει αργά - τελετουργικά μες στο χωμάτινο
καλντερίμι και καταλήγει δυτικά - στις ρίζες
της βαριάς επιγραφής:
"ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΜΗΝ ΑΓΓΙΖΕΤΕ ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟ -
ΑΥΤʼ ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΕΊΝΑΙ ΚΑΜΩΜΕΝΑ ΜΟΝΟΝ
ΓΙΑ ΘΑΝΑΤΟ"

(Γιώργος Αλισάνογλου, To Παντζάρι και ο Διάβολος, Τυπωθήτω, 2008)

Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

Σωτήρης Παστάκας, "Μεταποιούνται ενδύματα..."


Μεταποιούνται ενδύματα
φωνάζει μια επιγραφή
κάτω απ’ το γραφείο μου.
Έχει μακριά μανίκια,
αυτό το πουκάμισο.
Αυτό το σακάκι
φαίνεται ρηχό σ’ εμένα
που δεν έχω πλάτες.
Λέω να πάω να τους βρω.
Να μεταποιήσουν επιτέλους
το κορμί μου,
μπας και γίνει ζωή.

(Σωτήρης Παστάκας, “Χαμένο Κορμί”, εκδ. Μελάνι 2010)

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Γιώργος Ιωάννου, "Ομίχλη"


[...] Πίσω απ' τα τζάμια διαβαίναν αράδα οι σκιές αυτών που τώρα έχουν πεθάνει. Κολλούσαν το μούτρο τους για μια στιγμή στο θαμπό τζάμι κι άλλοι έμπαιναν μέσα, ενώ άλλοι τραβούσαν ανατολικά για τον Πύργο του αίματος.Κι αν δεν μου έγνεφε κανείς, έβγαινα κι ακολουθούσα μια σκιά που ποτέ δεν μπορούσα να προφτάσω. [...]

_________

Πη­γή: Ἡ με­τα­πο­λε­μι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο τοῦ ’­40 ὡς τὴ δι­κτα­το­ρί­α τοῦ ’­67, Τό­μος Β΄, Ἐκ­δό­σεις Σο­κό­λη, Ἀ­θή­να, 1989. Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ μό­νη κλη­ρο­νο­μιά, «Ἑρ­μῆς», Ἀ­θή­να, 1974.

Марк Шагáл (Μαρκ Σαγκάλ): Ποιήματα για την νεκρή σύντροφο


Τα χέρια μου διπλώνονται και σκύβουν
Για να ζωγραφίσουν τη σύντομη ζωή σου
Το στόμα μου και η καρδιά μου ανοίγουν
Ωστε η προσευχή μου να έρθει κοντά σου

Από τους πίνακές μου
Το όνειρό μου κυλάει
Στα πόδια σου
Αλλά πού είσαι.

___

Μερικές φορές θα ήθελα να φωνάξω κάποιον
Να ζητήσω να ανθίσουν τα τριαντάφυλλα
Στον ερχομό σου

Θα ήθελα να φωνάξω κάποιον
Να ζητήσω η αυγή
Να σκεπαστεί και πάλι
Με το μπλε της νύχτας.
____

Με βλέπω ακίνητο και καθ' οδόν
Χάνομαι
Μπροστά στη φωτιά που έρχεται από τον κόσμο
Η αγάπη μου είναι σαν σκορπισμένο νερό
Στις τέσσερις γωνίες

Πίσω μου έρχονται οι πίνακές μου.


(Ο Marc Chagall στην Ελλάδα, ποιήματα, μτφρ. Γιάννης Σουλιώτης,εκδ. Αρμός)




βλ. και
(http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=222665)

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Έκτωρ Κακναβάτος, "ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΙ ΣΤΑ ΑΝΙΣΟΠΕΔΑ ή ΓΕΝΕΘΛΙΟ ΘΕΩΡΙΑΣ"


Σκόρπια γύρω σου ασβέστης αμμοχάλικο
[…]
-Τι να ‘ναι ωρέ να χτίσεις, τον ερώτησα, και ξυέσαι ;
- Λέω να χτίσω βοϊδοχτάποδο. Θα χρειαστώ δυό κέρατα
από προχωρημένο αχάτη, είπε. Κι έριχνε καταπάνω λάσο,
έτσι, από εαρινή εναντίωση, να πιάσει σύννεφο.
[…]
-Πάρε από Χάιντεγκερ, του λέω, που ψάχνει για αποβάθρες
και όχι από το υπέρβαρο του άλλου ε γ ώ πού ξέχνα το
μιας και πήρε το κατόπι του ά ρ α σε γρηγοριανά ανισόπεδα.
[…]


(Έκτωρ Κακναβάτος, Στα πρόσω ιαχής”, Αθήνα, Άγρα, 2005)

βλ. και Ποιείν:
http://www.poiein.gr/archives/12122/index.html

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Φίλιπ Λάρκιν, "Αυγή"


Να ζητάς και ν' ακούς έναν πετεινό
Απόμακρα να κράζει
Να τραβάς τις κουρτίνες
Και να βλέπεις τα σύννεφα να ταξιδεύουν-
Πόσο παράξενο
Να 'ναι η καρδιά ανέκφραστη
Και ψυχρή όσο αυτά.

(Φίλιπ Λάρκιν, Βορινό Πλοίο, μετ. Χάρης Βλαβιανός)

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

Έκτωρ Κακναβάτος, "Άλγεβρα"


Πέρα κατά τη δημοσιά
φάνηκε πρώτα στήλη κουρνιαχτός
ως τα μεσούρανα
Δεν άργησε πολύ
Ο δρόμος έφερνε το ποδοβολητό
το χουγιατό της
Κλείνανε παράθυρα κατέβαιναν ρολά
Σιδεροντυμένη έμπαινε πιά στην πόλη
η εξίσωση.

(Έκτωρ Κακναβάτος, Κιβώτιο ταχυτήτων, Τυπ. Κείμενα, 1987)

Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Γιάννης Δάλλας, "Αυτό το πουλί"


Αυτό το πουλί είν΄ ο Πέτρος

Του ΄γινε πρόταση να βαλσαμωθεί
μα αυτός ξεσκίζει το κλουβί τ΄ ουρανού
μπορεί και να μην αλλαξοπίστησε
απλώστε του ένα κάτι της γης
ένα χέρι που να μη στραγγαλίζει
—τον πνίγει τόση μεταμόρφωση—
κ' εκεί που έδενε τη γραβάτα του
του μένει ένας τελευταίος λαρυγγισμός
απ΄ αυτούς που δεν εξαγοράζονται

Ο φίλος μου ο Πέτρος έχει προκηρυχθεί
λοιπόν θα πεθάνει μετεωριζόμενος

Γιώργος Δάγλας, "Τα πουλιά"

Τα πουλιά,
σκέφτεται ο Μήτσος,
όταν τη μαύρη νύχτα
γυρνάνε στο ρημάδι τους
κινάνε για ένα άλλο ταξίδι.
Χωρίς άρμπουρα πλοίων
σ' εξωτικά νησιά
Χωρίς καραβάνια να διασχίζουν
νύχτα την έρημο
Χωρίς έλκηθρα στις παγωμένες στέπες.
Τα πουλιά
σκέφτεται ο Μήτσος,
μελαγχολούν κι αυτά,
και γέρνει σε κάτι ξερόκλαδα
να ξεχαστεί.

Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

Σωτήρης Παστάκας, "Όρος Αιγάλεω"


Δεν έχω παράπονο.
Μια χαρά τα πήγα
στη ζωή μου: κατάφερα
να αποκτήσω ρετιρέ.
Να κλάψω επιτέλους
με θέα τον Παρθενώνα.

*

Για να φτάσω εδώ ψηλά
που έφτασα, έπρεπε να πετάξω
το σακάκι μου στον πρώτο
τη σαμσονάιτ από τον δεύτερο
τη γραβάτα μου από τον τρίτο
τις καταθέσεις μου στον τέταρτο
την ταυτότητα μου στον πέμπτο
στον έκτο να ξεπλύνω την αγάπη σου
από πάνω μου, για να μπορέσω
να βρω τον εαυτό μου
στον έβδομο γυμνό.

*

Μ’ αρέσει αυτό που βλέπω
απ’ το μπαλκόνι μου.
Τ’ ασπρόρουχα τα νόβα.
Πίσω από τα κάτοπτρα
να βλέπω κάπου εκεί
στο βάθος την Ακρόπολη
σαν άλλοτε Ωραία.
Θα σας καλέσω
να μοιραστούμε αυτό
που βλέπω, να είστε σίγουροι,
Θα σας καλέσω.
Γιατί να βλέπω μόνον εγώ
τόση ομορφιά
από δω ψηλά.
Θα σας καλέσω.
Η θέα ψηλά απ’ το Σταυρό
είναι εξαίσια.

*

Ένας γύπας γυροφέρνει
την πολυκατοικία μας.
Κάποιος είπε πως τον είχε δει
να κάνει κύκλους πάνω
από το Όρος Αιγάλεω.
Κάποιος άλλος πως τον είδε
πάνω από το Θέατρο του Διονύσου.
Κανένας δεν είπε πως ήρθε
να κατασπαράξει
το ψοφίμι στον έβδομο.



_________

(Σωτήρης Παστάκας, Όρος Αιγάλεω, εκδ. Ενδυμίων. 2009)
βλ. video στο:

http://vimeo.com/7498201

Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

Γιάννης Δάλλας, "Τα μάτια-μαστίγια"


Ήρθα κοντά σας από υπόγειες σήραγγες
όχι από κει που μάταια περιμένατε
τηλεγραφόξυλα του νόστου δρόμοι του θηράματος
κι ύστερα από τα γνώριμα διόδια
στη σήμανση της πόλης

Δεν ήρθα απ’ τα παλιά ιδεοδρόμια

Μην τα γυρεύετε με προβολείς με λέιζερ
με ανιχνευτές και κυνηγόσκυλα τα μάτια μου
τα ‘στειλα με άλλη αποστολή και ταξιδεύουν
δεν είν’ αυτά τα δυό πουλιά μέσα στ’ αγιάζι
αυτοί οι φάροι στην ομίχλη δύο πλεύσεων
είναι μαστίγια και μέρα νύχτα σας γυμνώνουν
σας μαστιγώνουν ως τα μύχια του ονείρου σας
βουΐζουν πίσω απ’ τις δημόσιες συνελεύσεις
από την κλίνη ως τους τριγμούς της εξουσίας σας
σας μαστιγώνουν σας γυμνώνουν σας πληγώνουν

Δεν είναι φώτα και φτερά είναι μαστίγια

Κι εσείς παχύδερμα που δεν διαμαρτύρεσθε
μαζοχιστές και δεν τ’ ομολογείτε

_________

(Γιάννης Δάλλας, Αποθέτης, εκδ. Συνέχεια 1993
και εκδ. Γαβριηλίδης, 2η έκδοση, 2005)

βλ. Ποιείν: http://www.poiein.gr/archives/11883/index.html

και http://poiein.podomatic.com/player/web/2010-10-22T16_38_17-07_00

Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

Μιχαήλ Μήτρας, "Τάσεις φυγής"


να φύγει θέλει να φύγει να φύγει να δεν
θέλει να φύγει όμως δεν μπορεί να φύγει
πώς να φύγει πού να φύγει με τί να φύγει
να φύγουν θέλουν να φύγω να φύγουν να
φύγω θέλω να φύγω να φύγουν θέλουν να
δεν μπορώ να φύγω δεν μπορείς να φύγεις
θέλεις να φύγεις θέλουν να φύγουν όμως
δεν μπορείς να φύγεις να φύγεις να φύγεις
θέλουν να φύγουν θέλω να φύγω να φύγεις
μπορούν να φύγουν δεν μπορείς να φύγεις
να φύγω να φύγει να φύγει να φύγουν δεν

(Από τη συλλογή "ΑΣΤΑΘΕΣ ΠΕΔΙΟ")

βλ. και

http://www.dedalus.gr/authors.php?authors_id=148

Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

Ευγένιος Αρανίτσης, "Η θάλασσα"


Η ζωηρή απλοποίηση της εικόνας, η κίνηση της στου ρεύματος
Την ανταύγεια όταν η βάρκα είν' ελαφριά σαν παρομοίωση
Δεν οδηγεί στην πηγή των πραγμάτων περισσότερο ελκυστικά
Απ' ό,τι η σοφία της ακίνητης όχθης: όμως η ζωή προτιμάει
Την πρώτη.

[...]

Ευγένιος Αρανίτσης, Η θάλασσα, εκδ. Νεφέλη, 1998)

Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Γιάννης Στίγκας, "Ετσι όπως διαβάστηκε στην παλάμη μου και σκόνταψα στ' αλήθεια"


Τόσες περιστροφές
Κι όμως ο ιστός του κόσμου
μιας σπίθας υπόθεση
ν' ανοίξουν οι ασκοί
να γίνουν όλα Β' Γραμμική
και τυραννία της στάχτης

Η όραση θ' αρχίσει ξανά
το φως συνδράμει
όσο και το σκοτάδι.

[...]

(Γιάννης Στίγκας, Η όραση θ' αρχίσει ξανά, εκδ. Κέδρος, 2006)

Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

Γιώργος Αλισάνογλου, "Το κάδρο ή κλιμακωτή πτήση φλαμένγκο τεσσάρων τετάρτων (4/4) σε μια οκτάβα κι ένα ημιτόνιο"


Τι υπαινίσσεται η Ντο;
φτερό άγριου φλαμένγκο
Τι ευαγγελίζεται η Ρε;
την παιδική ηλικία
Τι υπαινίσσεται η Μι;
το Βόρειο Σέλας - ή επικείμενο πέταγμα
Τι ευαγγελίζεται η Φα;
η Γη μπαλαντζάρει από τη μια ή την άλλη μεριά
Τι υπαινίσσεται η Σολ;
το Κλειδί - πουλί/ το ράμφος ραγίζει το αυγό
Τι ευαγγελίζεται η Λα;
το Big Bang/ η Γη σπάει - το πουλί έξω από τ' αυγό
Τι υπαινίσσεται η Σι;
το πουλί μαθαίνει να/ σχεδόν πετάει - απουσία ατμόσφαιρας
Τι ευαγγελίζεται η Ντο;
κρεσέντο πτήσης/ τα φτερά ακινητοποιημένα στην ύστατη προσπάθειά τους
(πάλι από την αρχή) - υστερόγραφα πτήσης
Τι υπαινίσσεται η Φα#;
φτερό σε slow motion κίνηση πέφτει/ αγγίζει τη δεξιά πλευρά της γης
Τι ευαγγελίζεται η Σολ;
Η σκηνή απαθανατίζεται/ το κάδρο - ουρανός/ η Γη χάνει ύψος/ το πουλί όλο ανεβαίνει/ υψώνεται σε μια θέση που επρόκειτο να διατηρήσει για πάντα.
[Ποτέ πριν/ κανένα πουλί/ καμιά Γη/ δεν θα/ δεν διατήρησε/ τη θέση - κάδρο 4x4/ για πάντα]
Υπαινιγμός σε τζαζ - flamenco sketches
Ευαγγελισμός στη Σιωπή


(Γιώργος Αλισάνογλου, Βιβλιοθήκη Ελευθεροτυπίας, αρ. φυλ 627)

βλ. και :

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=30/10/2010&id=217910

Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

Νάνος Βαλαωρίτης, "Έκπληξη"


Δεσπόζει στο λόφο της καρδιάς η ιδέα
Ότι θα 'μαστε για πάντοτε κλεισμένοι εδώ
Γι' αυτό παράγγειλα να 'ρθει ο κλειδαράς
Να' ρθει αυτός ο μασκαράς να χτίσει
Τον άνεμο και τη βροχή επάνω στη σκεπή
Παράγγειλα να 'ρθει μια ράφτρα
Με βελόνα και κλωστή να ράψει
Εμένα στο κρεβάτι μου
Τη μύγα στο ταβάνι
Τη λάμπα στο χαρτί
Τα λόγια μες στο στόμα
Και του ήλιου την ανταύγεια
Στα πυρρόξανθα μαλλιά της.

(Νάνος Βαλαωρίτης, 'Ηλιος ο δήμιος μιας πράσινης σκέψης, εκδ. Καστανιώτη, 1996)

Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

Δημήτρης Λαμπρέλλης, "Τα πουλιά της μνήμης"


Τα ίδια και τα ίδια
κάθε βράδυ.
Τα χέρια μου
δεν αντέχουν
να κρατήσουν
το σκοτάδι.

Γι᾽ αυτό
κάθε πρωί
ξυπνώ
της μνήμης μου
τη μικρή καρδερίνα
Κι ένα σπίτι
της δείχνω
γεμάτο τραγούδια
– Εκεί μένει,
της λέω
το φως.


__________

(Δημήτρης Λαμπρέλλης, Το αίμα των ονείρων, Ίκαρος, 2010)

Παύλος Παρασκευαΐδης, "Ένας θάνατος αξιοθέατος"



Τα τελευταία γλαροπούλια είχαν αναχωρήσει
πριν χρόνια, με σηματωρό τη Σελήνη.
Τον περασμένο μήνα πέθανε ο χρόνος.
Μονάχα κάτι περίεργα μάτια είδα
να κοιτούν το πτώμα του σαν αξιοθέατο.
Γιʼ αυτήν την αθανασία ψάχναμε τόσους αιώνες;

(Ανθολογία Νέων Ποιητών «Συνθέσεις», εκδ. Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2006)

Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

Τόλης Νικηφόρου, "ουτοπία αναρχικού λούστρου"


κάθεται σταυροπόδι σ’ ένα σύννεφο
βουτώντας το πινέλο του
στο κασελάκι με τα χρώματα
το κασελάκι με τις λέξεις
με τον τζιλά και τ’ άλλα εκρηκτικά
και βάφει κόκκινα τα υποδήματα
κάθε περαστικού θεού
κόκκινο κόκκινο και μαύρο
ένα παιδικό μπαλόνι

με την απρόσεχτή του κίνηση
τα θαμπωμένα μάτια του
από του ήλιου την εγγύτητα
τα πάντα κάποτε αναποδογυρίζουν
και τότε στάζει ο ουρανός
μυριάδες άστρα

______________
βλ. και ποιείν
http://www.poiein.gr/archives/11726/index.html

Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

Γιάννης Βούλτος, "Κυριακή στο γήπεδο"


Μπήκα στο κατάμεστο γήπεδο
Στην εξέδρα των επισήμων
Παντού σιωπή
Κοιτάζω τριγύρω
Οι φίλαθλοι νεκροί
Οι παίχτες σκοτωμένοι
Τριάντα χιλιάδες κουφάρια
Μόνος εγώ ζωντανός
Άρχισα να φωνάζω
Συνθήματα

_______

βλ. και ποιείν
http://www.poiein.gr/archives/2753/index.html

Αθανασία Δανελάτου, "Xwra"


Ζω στη χώρα των ιαχών
εκεί που ο ψίθυρος έχει χάσει το μέτρο του
κι η αλήθεια μπουσουλά και πνίγεται στα σάλια της.

Τα δάκρυα περισσεύουν μονάχα στους τρελαμένους
κι οι γνωστικοί μετρούν τις κρίσεις με την μεζούρα
των στατιστικών επαναλήψεων

Η χώρα τούτη είναι γεμάτη τάφους.
Κάποτε μοιάζαν περιβόλια που παίζανε παιδιά
και μάθαιναν το βήμα τους σκοντάφτοντας .
Σήμερα δεν μοσχοβολούν λουλούδια και τα μάρμαρα
δεν αντανακλούν την ζωή που περιμένει

Oι μοναδικοί της ζωντανοί, οι νεκροί, πεθαίνουν μέσα στη λήθη
και κανείς δεν θυμάται τα ονόματά τους
Τα παιδιά δεν έχουν πια ποιούς ν’ αγαπήσουν
Ούτε και τόπο να κλάψουν ελεύθερα

Όσο μεγαλώνω συρρικνώνομαι, το δέρμα μου γίνεται
αδιάβροχο με πιέτες σολέϊγ και το χαμόγελό μου φθοριούχο
τα Σάββατα βάζω πλυντήριο, γράφω στίχους
και περιφέρομαι στα δωμάτια με μια ρόμπα μελιτζανί μέχρι να νυχτώσει

Ακούω τη Δέσπω Διαμαντίδου να τραγουδά στίχους του Γκάτσου
Ύστερα κλαίω αναίτια, που σημαίνει ότι το κατευναστικό της ενηλικίωσης
δεν λειτουργεί καλά στον οργανισμό μου και πώς το κουτί με τα θαμμένα γυαλένια
κανείς μας δεν το βρήκε ευτυχώς

Αυτό που αύριο θα βρω τη δύναμη να πω στα παιδιά θα είναι ένα τραγούδι με πέτρες στο στόμα
Να σκάει σαν κύμα αφρισμένο πάνω σε βράχια δίγλωσσα και να φτύνει αργότερα ανάμεσα στα βλέφαρα του κύκλωπα που κοιμάται στην προθήκη ενός πολυκαταστήματος
Down down down town

________


(το ποιήμα το απήγγειλε η ποιήτρια στην Πάτρα με αφορμή την παγκόσμια ημέρα ποίησης)

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Μάνος Ορφανουδάκης, "Γυάλινη σχεδία"


Τραβήχτηκε πάλι πριν τελειώσει
δεν ήθελε μπελάδες -αρκετούς είχε ως τώρα-
γύρισε πλευρό και κοιμήθηκε.
Δίπλα του η νεκρή γυναίκα σκούπισε το στήθος της,
έσβησε το φως και ξάπλωσε.
Σε λίγο άρχισε ξανά να ζει το ταξίδι της φυγής της
στη γυάλινη σχεδία κάτω απ τον ουρανό με τα δύο φεγγάρια.

_______

βλ. ποιείν:
http://www.poiein.gr/archives/11281/index.html

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

Ίνγκεμποργκ Μπάχμανν, "Απόδειξη για το τίποτα"


Ξέρεις, μητέρα, όταν τα μήκη και τα πλάτη
τον τόπο δεν θα αναφέρουν, πως τα παιδιά σου
από την σκοτεινή γωνιά του κόσμου θα σου γνέφουν;
Σταματάς, όπου οι δρόμοι περιπλέκονται
και διαθέσιμη είναι η καρδιά σου για όλους τους άλλους.

Δεν αντέχουμε πολύ, πετάμε εδώ κι εκεί τα έργα μας
και κοιτάζουμε πίσω. Μα ο καπνός πάνω από την πυρά
δε μας αφήνει τη φωτιά να δούμε.
Ρώτα: κανένα δεν ξανάρχεται; Οδηγημένοι προς τα κάτω
απ’ το νήμα της στάθμης,
όχι στην κατεύθυνση του ουρανού, φέρνουμε
πράγματα στο φως που εντός τους κατοικεί εξόντωση
και η δύναμη
να διασκορπιστούμε. Όλα αυτά είναι μια απόδειξη
για το τίποτα και που κανένας δε ζήτησε.
Αν τη φωτιά ανάψεις εξ’ αρχής, παρουσιαζόμαστε αγνώριστοι,
μουντζουρωμένοι, μπρος στο λευκό σου πρόσωπο.
Κλάψε! Όμως μη μας γνέφεις.

(Ingeborg Bachmann, μετάφραση από τα Γερμανικά Γιώργος Καρτάκης)

βλ. ποιείν
http://www.poiein.gr/archives/11624/index.html

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

Καμίλο Σμπάρμπαρο, "Σώπα ψυχή μου, κουράστηκες..."



Σώπα ψυχή μου, κουράστηκες πια ν’ απολαμβάνεις
και να υποφέρεις (και στα δυό τραβάς υποταγμένη).
Όσο κι αν σ’ αφουγκράζομαι, δεν ακούω καμιά φωνή
θρήνου, για την αξιολύπητη νιότη, καμιά
φωνή οργής ή ελπίδας,
ούτε καν πλήξης.
Κείτεσαι
σαν το κορμί, αποσβολωμένη, γεμάτη
απελπισμένη συγκατάβαση.

Δεν θα σαστίσουμε,
έτσι ψυχή μου, κι ας σταματήσει
η καρδιά κι ας μας κοπεί
η ανάσα…
Κι όμως πηγαίνουμε
αντάμα εσύ κι εγώ σαν υπνοβάτες.
Τα δέντρα εξακολουθούν να είναι δέντρα,
τα σπίτια να είναι σπίτια, οι γυναίκες
που μας προσπερνάν είναι γυναίκες.
Όλα είναι εκείνο που είναι,
μονάχα αυτό που είναι.

Η περιπέτεια της χαράς και του πόνου
δεν μας αγγίζει. Έχασε τη φωνή της
η σειρήνα του κόσμου κι ο κόσμος έγινε
μια μεγάλη έρημος.
Στην έρημο
κοιτάζω με μάτια στεγνά τον εαυτό μου

(μετάφραση απ' τα Ιταλικά Σωτήρης Παστάκας)

βλ. Ποιείν:
http://www.poiein.gr/archives/4923/index.html

Γιάννης Δάλλας, "ζωντανός χρόνος"


Ο λόγος έβγαινε απ΄ το στήθος μου μ΄ όλα τα αρώματα των στοχασμών
και με την θλίψη μιας γιορτής που έσβηνε τα μεσάνυχτα
θλίψη μιας ώρας με χιλιάδες άσπρα μάτια που κρεμάστηκε
στα κάγκελλα της νύχτας κι ο αρχάγγελος του ολέθρου να περνά
σ΄ όλες τις πόρτες και να στέκεται
στην κεντρική την πύλη μ΄ ένα στέν αμίλητος
εκεί που ασύλληπτη η ψυχή του χρόνου ανέβαινε
κι ακούστηκε η ανθρώπινη φωνή μιας τελευταίας πέρδικας
«Αγόρια
αγόρι μου
σ΄ έφερε η μνήμη όπως ο αγέρας
φέρνει το χνούδι απ΄ τα κυπαρισσόμηλα
σας είδα μέσα απ΄ τις βελόνες των κυπαρισσιών»

Δεν ήταν ο νεκρός ήταν ο ζωντανός χρόνος που ανέβαινε
κι άφηνε πίσω μας το βάρος του βήματα και χειρονομίες πριν απ΄ το φτερούγισμα
ανέβαινε μ΄ ένα κοπάδι κόκκινα πουλιά χτυπώντας στα αττικά βουνά
όπως οι αναμνήσεις στους ερμητικούς τοίχους μιας κάμαρας

Μ΄ ένα κοπάδι γεγονότα να τα κυνηγά ο τελευταίος πυροδότης της γιορτής
ο πυροδότης τόσων σκοτεινών διαδρομών
δάση από νύχτες κ΄ οι στιγμές πευκοβελόνες να τις διαπερνά ο ήλιος του ονείρου
κι αυτός να τερματίζει πριν απ΄ το ξημέρωμα
φωτίζοντας τα ελληνικά κορμιά μας θερισμένα στην αρένα μιας αυλής
με τέτοια λάφυρα
ο ζωντανός χρόνος ο πρωταθλητής

(Γιάννης Δάλλας, απ' την ποιητική συλλογή "Ζωντανός χρόνος" )

βλ. και http://www.yannisdallas.org/ydallas/site/Literature/t_docpage?doc=/Documents/Literary/Poems/zontanosxronos

Ηλίας Κεφάλας, "Ο μονόχειρ"


Μὲ τὸ ἐλλεῖπον χέρι πίνει τὸν καφέ του
ὁ μονόχειρας. Μὲ ἀπέριττες φασματικὲς
κινήσεις πιάνει τὸ φλυτζάνι
ἀνασηκώνει τὸ βλέμμα
ἐποπτεύει ἐνδοσκοπικὰ τὸν χῶρο.
Ἄψογος ἀπαλείφει κάθε αὐταπάτη
καὶ ἀμφιβολία τοῦ μικρόκοσμου.
Σὰν τὸν τυφλὸ ποὺ αἰχμαλωτίζει τοὺς καθρέφτες
ἀπρόσιτος συμπεριφέρεται
μὲ αὐτὸ τὸ μέλος-φάντασμα νὰ καταστρώνει
χτυπήματα στὴν καθημερινότητα
δηλώνοντας ταυτόχρονα παρὼν - ἀπὼν
σ’ ὅλα τὰ πεπραγμένα της.

______
(Hλίας Κεφάλας, Το δέντρο που έγνεθε τη βροχή και τραγουδούσε, Ροές, 2010)

βλ. και Ποιείν

http://www.poiein.gr/archives/11295/index.html

Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010

Γιώργης Μανουσάκης, "Ταριχευτήριο πουλιών"

Ι

Φτεροῦγες ἀνοιχτές δίχως πέταγμα
ἀνήσυχες κινήσεις δίχως σάλεμα.
Ἀγκυλωμένα τά μέλη, ξεραμένα
τά βλέμματα. Ἀπʼ τά μισάνοιχτα
ράμφη στάζει βαριά ἡ σιωπή.

Πίσω ἀπʼ τή γυάλινη πόρτα
ἔχει παγώσει ὁ χρόνος.

Ποῦ πῆγε ἡ μουσική τόσων
κελαϊδημάτων; Τό θρόισμα τόσων φτερῶν;

Μάταιη τῶν χρωμάτων ἡ χλιδή
καί τό μελετημένο ζύγιασμα τῶν στάσεων.
Μʼ ὅλο τό στολισμό τοῦ προσωπείου
σʼ ἀναγνωρίζω, παντοκράτορ Θάνατε.

Ἐσύ ʼσαι ὁ συνθέτης τῆς ἀπόλυτης σιγῆς
ἐσύ ὁ γλύπτης τῆς πιό τέλειας ἀκινησίας.


(Γιώργης Μανουσάκης, Ταριχευτήριο πουλιῶν καί ἄλλα ποιήματα, Οἱ Ἐκδόσεις τῶν Φίλων,1978)


βλ. και Ποιείν
http://www.poiein.gr/archives/11481/index.html

Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Γιάννης Σκληβανιώτης, 6 χαϊκού της "Φύσης"



Μάρτης. Κλωνάρι
γκαστρωμένο άνοιξη,
γεννάει άνθος.

_________

Κίτρινος ήλιος
κύκλος παιδιού σε χαρτί.
Αθωότητα.

__________

Θλίψη των νερών
κάθε γέρμα του ήλιου
στον ορίζοντα.



Ελιάς το ασήμι,
σ’ ανέμου το κάλεσμα
δέντρου στολίδι.

__________

Μαύρο κοράκι
σε στέγη χιονισμένη
πέλματα γράφει.

__________

Αν τα χρώματα
θες που έχει η νύχτα
κοίτα μέσα σου.

(Γιάννης Σκληβανιώτης, Εκατό και μια στιγμές, Αθήνα, 2010)