Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Μίλτος Σαχτούρης, "Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών"



Είναι τα λυπημένα Χριστούγεννα 1987


είναι τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987

ναι, τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!

σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα...

Α! ναι είναι πάρα πολλά.

Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ο Διονύσιος Σολωμός

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ο Νίκος Εγγονόπουλος

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ο Μπουζιάνης

πόσα ο Σκλάβος

πόσα ο Καρυωτάκης

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα

πέρασε ο Σκαλκώτας

πόσα

πόσα

Δυστυχισμένα Χριστούγεννα των Ποιητών.

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Κώστας Παπαθανασίου, "Η Σπηλιά"



Τα μάτια σου άγνωστοι χάρτες 
Κοιτάνε το ταξίδι μου

Για να’ρθω κοντά σου
Άφησα τα ίχνη μου παντού

Τ’ όνομα σου κυματίζει
Σ’ άγνωστες κορυφές

Κοιτάω το χάος που απλώνεται
Από ψηλά ένα βήμα πίσω
Απ’ τη ζωή και το θάνατο
Εγώ που ήθελα να πετάξω
Εγώ που ήθελα να βουτήξω στο κενό

Τώρα γυρνάω πίσω σε σένα
Να ζήσω και να πεθάνω
Έναν έρωτα μεγάλο

Μαζί κατρακυλούμε απ’ την
Ψηλότερη κορφή
Στην αρχή της αθωότητας

Σε μια αέναη κατολίσθηση
Που συνεχώς μας θάβει
Στη σπηλιά μας

_____________

Κώστας Παπαθανασίου, Πέτρινα Πουλιά, Οδός Πανός, 2006.

Έκτωρ Κακναβάτος, "Ο χρόνος είναι εξωμήτριο του Χάους"



Ο χρόνος είναι εξωμήτριο του Χάους
Όλες οι μονάδες ρίχνονται να τον μετρούν
τον ακατάργητο
Μονοκόκαλος ελόγου του ανάμεσα στις κερασιές
ψειρίζεται πετώντας από πάνω του
τα σοφά έντομα των ταριχεύσεων


____
Έκτωρ Κακναβάτος, Χαοτικά Ι

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Κατερίνα Γώγου, "Ένα (επίκαιρο) ποίημα"


Στο διάολο να πάνε όλοι,
Να μαυρίσει ο ήλιος!
Ο Λόγος Του Θεού ας είναι ο Λόγος Της Κατερίνας:

Λαδερά στο πλαστικό Ακομινάτου
έξω απ’ την πόρτα Αύγουστος
άσπρες σαν πανί οι πουτάνες
40 υπό σκιάν 4 η ώρα μεσημέρι.
Ανοίγουνε τα μπούτια μοναχά τους
σαν ψόφια μύδια
γέμισ’ ο κόσμος χρωματιστά βρακιά
Πακιστανούς ντετόλ κουτσές ρουφιάνες
κι αδερφές μ’ ενέσεις στα βυζιά
γεμάτες καρκινώματα.
Γέμισ’ ο δρόμος
ξετιναγμένες σάλπιγκες και πεταμένες μήτρες
τουμπάνιασε η κοιλιά
απ’ άχρηστα σπέρματα
- δεν πιάνονται παιδιά εδώ
δεν πιάνεται τίποτα από πουθενά
η Μαγδαληνή και η Βάνου τη γυρίσανε
οι δοσάδες κι ο άγιος της γειτονιάς είναι κολεγιά
πρώτα τα παίρνουνε και μετά σας καρφώνουνε.
Έτσι είναι.
Απλώσατε πουτάνες στο Μεταξουργείο
ντάλα μεσημέρι χωρίς δέντρο – πού
θα σκαλώσετε χωρίς τοίχο -
πού’ ρθατε εδώ να ακουμπήσετε
Αγανακτισμένοι Πολίτες
και θρησκευτικοί παράγοντες τα βρήκανε.
Οργανωθήκανε. Αγόρασαν μπιτόνια. Και βενζίνα.
Θα σας καταβρέξουν. Θα σας κάψουνε λέει.
Σα τυφλοπόντικες λέει.
Κλούβες με κωλομπαράδες αστυνομικούς
ματάκηδες ανίκανοι οι Γιατροί των Ηθών
μουνόψειρες κάνουν σουλάτσο τη μέρα στο μυαλό σας
λευκόρροια στον ύπνο οι τσιλιαδόροι
- ποιανού το μέρος παίρνουνε
Εδώ καίμε τις μάγισσες.
Γαμάμε τις πουτάνες.
Η αφίσα του Καραμανλή
τα μάτια σας καμιά φωτογραφία
κλωστές από κεντήματα
περούκες καραφλές μελανιασμένες ρόγες
εξώσεις σφίγγουν τα μαλλιά και το λαιμό
δένουνε χέρια και πόδια στα κρεβάτια
εσάς και εμάς μαζί
ο τρόπος κι η ταρίφα αλλάζει
ο τόπος και το όνομα αλλάζει
Στη Λάρισα 40 βαθμοί
εδώ στο σταυρό ο ήλιος.


_________
Βλ.  το περ “Το Κράξιμο”, 
1980 και

http://tokoskino.wordpress.com

Έλσα Κορνέτη, "ο αμυντικός έρωτας"


Όσες πανοπλίες
κι αν φορέσεις
το τρυφερό σου κρέας
θα μένει πάντα
γυμνό και εκτεθειμένο

_____
Έλσα Κορνέτη, Κονσέρβα Μαργαριτάρι, εκδ. Γαβριηλίδης, 2011.

Γιάννης Δάλλας, “Η σκηνή και τα πρόσωπα, ΙV”



Εκεί πήραμε την κακή στροφή
και γονατίσαμε στ’ αλώνι

Πέρα καπούλια των βουνών ακόμα τρέχοντας
κ’ ύστερα γέρνοντας από ψηλά στη λίμνη
με τα ρουθούνια σαν σε μαρμαρόγουρνα
σταματημένος σταλαγμός ο χρόνος
κι ο δρόμος έβγαζε ξανάβγαζε στ’ αλώνι
πληρώσαμε παλαιστικά πιάσαμε θέση
κ’ είδαμε τον αλωνιστή να χερομάχεται
και ξάφνου στις οπλές ανάμεσα
-δάσος χεριών δρεπάνισμα ποδιών-
μια μάνα διχασμένη
και παρακάτω στις μυλόπετρες
τους ζωντανούς ν’ αλέθονται σιτάρι

Στη γειτονιά μου και στη γειτονιά σας ξέχειλα
Μαρτυρολόγια της μονής του Ντίλιου

____
Γιάννης Δάλλας, Το τίμημα, 1981.

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Πέρσυ Μπυς Σέλλεϋ, "Οζυμανδίας"





Αντάμωσα έναν οδοιπόρο από αρχαία πατρίδα
Είπε: Δύο πόδια από πέτρα, θεόρατα, δίχως το σώμα
Στέκουν στην έρημο… και πλάι τους μέσα στην άμμο είδα
Να στέκει όψη βυθισμένη, θρυμματισμένη. Στόμα
Με χείλη που είναι ζαρωμένα κι υπεροψίας βέλη
Λένε ότι διάβασε ο γλύπτης άριστα όλα τα πάθη
Που σώζονται ακόμα τώρα πάνω στ’ άψυχα μέλη,
Το χέρι που έδειχνε τη χλεύη, απ’ της καρδιάς τα βάθη.
Πάνω στο βάθρο αυτά τα λόγια προβάλλουνε γραμμένα
«Το όνομά μου Οζυμανδίας, των βασιλέων πρώτος
Δες, Μεγαλείο, κι απελπίσου έργα τρανά από μένα!»
Τίποτα πλάι δεν απομένει. Τριγύρω απ’ τα συντρίμμια
Του ερειπίου του μεγάλου, ατέρμονη, πελώρια
Η ερημιά παντού απλώνει, της άμμου η πλήρης γύμνια.

_________
(απόδοση στα ελληνικά Γ. Ευθυμιάδης)

βλ. και http://bibliotheque.gr/?p=12331

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Γιάννης Γκούμας, "Μπίλη Βέμη (1954-2012)"


Ο ήλιος έδυσε περίλυπος
πίσω από την ποίησή της.
Τα κύματα να ομοιοκαταληκτούν
αποκαρδιωμένα. Τα σύννεφα
λαμπύριζαν ελεγειακά.
Ο ουρανός σκοτείνιασε,
μελαγχόλησε, ελπίζοντας ότι
θα μπορέσουμε να υπομείνουμε
την ιδιορρυθμία του θανάτου.
Απώλεια, απώλεια που κρατάει
τη δάδα της φλεγόμενη.
Για μια στιγμή
είδα μια άλλη άποψη
του εαυτού της, μετασχηματισμένη
από τις μεταφράσεις μου
των ποιημάτων της. Έπειτα
έστρεψα το βλέμμα μου στον καθρέφτη
και είπα: «Τι σε κάνει να πιστεύεις
ότι επειδή είμαι ζωντανός
έχω μεγαλύτερη ελπίδα
από την απεικόνισή σου;»
Ο θάνατός της
με μετέφερε έξω από το παρελθόν
που δεν ήθελα να εγκαταλείψω,
να με οδηγεί εκεί που ξέρω καλά
ότι η ζωή δεν υποσχέθηκε τίποτε, σε κανένα,
εκτός από το όνομα «ζωή».
Χρόνος είναι να κοιτάζεις προς το μηδέν
για μια δεύτερη ματιά. Όλοι μας
ζούμε την προϋπόθεση τού να ζεις.

Φίλη, αγαπημένη φίλη,
τα ποιήματα που είχες στην καρδιά
πέταξαν ψηλά
σε συσσώρευση νεφών,
στην καρδιά του Θεού.

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Μπίλη Βέμη, "Με τα δάχτυλά τους"



Οι νεκροί
κεντούν με τα δάχτυλά τους
παράξενα σχήματα στο φως

____
Μπίλη Βέμη, Ο Κόκορας των θεμελίων, Αθήνα, 1971.

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Αντώνης Φωστιέρης, "Εκεί που είσαι"



Μαθαίνω κάνει πάντα παγωνιά.
Κι εσύ δεν πήρες φεύγοντας
Ούτε κουβέρτα.

Να σκεπάζεσαι καλά
Με το χώμα σου.

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Αθανασία Δανελάτου, "Καρεκλάκι διπλανού ισογείου"



Απόγευμα  Παρασκευής   νταλακαλόκαιρο, η συμφόρεση
την πήρε.   Γιόμισε το κεφάλι της,  ογδoνταπέντε χρόνων
αίμα  χοχλαστό στους  40 C υπό σκιάν.

Aλαφιασμένη η γειτόνισσα   -χήρα διπλανού ισογείου-
Κρατούσε, με το να χέρι της, της ρόμπας τα κουμπιά
με τ’ άλλο το λαιμό της να μην της φύγει , θα ‘λεγες,
η ανάσα, καθώς με το φορείο έφευγε της φίλης της, το σώμα .

Κι  ως έχασκε η κοιλιά του ασθενοφόρου καταμεσής
του Ιούλη μ’ ολόγιομο κρεβάτι και μπουχό,
για μια στιγμή ολάκερο το σύμπαν έχασκε θαρρείς:
Παράθυρα και μάτια και πόρτες των σπιτιών και στόματα
ανοιχτά, τρύπες τεράστιες  όπου παντού από μέσα τους
μπαινόβγαινε  το αιφνίδιο, υψώνοντας μεσίστια
την απορία  που εκκαλεί, το ζωντανό, στον εξ αρχής του τόπο. 

Ζούμε το θάνατό μας ζώντας, έλεγε στο δίχτυ ενός ονείρου
παιδικού αποξεχασμένοι.  Τραμπαλίζοντας λόγια αγάπης
με σημασία.  Συρράβοντας νοήματα και συνταγές ανορεξίας. 
Αποξέοντας το σάλιο  από το χαμόγελο στο στόμα
Του αγαπημένου,  φτιάχνοντας μικρούς βλωμούς, 
ύστερα  φτύνοντάς τους ,  ολόισια στα μάτια σημαδεύοντας 
Εκβιάζοντας, αιωνίως, εκείνη την προσωπογραφία-παραγγελιά
στο στασίδι απάνω του βλέμματος .

Χωρατατζής σωστός ο θάνατος, ποτέ δεν αστειεύεται 
σκάει το μπαλόνι όποτε θέλει ξαφνικά και ξεκαρδίζεται
στης αρτηρίας την άκρη. 

Απ’  το μπαλκόνι μου τις βλέπω, χρόνια τώρα,
της γειτονιάς μου  τις γριές. Κάθε που σουρουπώνει,
με το καρεκλάκι της εκκλησίας, η το άλλο το πλαστικό
του γύφτου, μια το να μια  τα’ άλλο, μαζεύονται
στης αρχαιότερης της χήρας το πεζούλι και  λειτουργούνται
κάτω απ’  το φεγγάρι  με την ρόμπα τους
την μαύρη την πουά και την ισπανική βεντάλια τους στο χέρι.

Αφ υψηλού ηλικίας τις χαζεύω της γειτονιάς μου  τις γριές.
Βρέχοντας με το λάστιχο άνυδρες ώρες , ψηφίδες μωσαϊκού  
και  γυμνές πατούσες. Μετρώ τα λόγια, τις φωνές, τον αριθμό
τους, κάνοντας  λογαριασμούς  ημέρας, γράφοντας γράμματα
νύχτας, ή σκαλίζοντας εκείνη την προσωπογραφία που λέγαμε  
απ΄ την ανάποδη Του κάδρου των ημερών.

Απόγευμα  Παρασκευής   νταλακαλόκαιρο, η συμφόρεση την πήρε. 
Την κήδεψαν Δευτέρα  το πρωί. Δεν πήγα στην κηδεία.
Άδειες  δεν δίνουν πια τα αφεντικά για τελετές  κι έτσι
μονάχη της πεθαίνει η ζωή με  κάτι συνταξιούχους
και μερικές νοικοκυρές για συνοδεία. 

_______________
Αθανασία Δανελάτου , Πάτρα Ιούλιος 2012

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Σωτήρης Παστάκας, "Νόστος"



Αυτό είναι ένα ταξίδι σε ALFA ROMEO.
Το τοπίο επαναλαμβάνεται πάνω στο παρμπρίζ.
Τρεις άντρες και πέντε βαλίτσες
το πολλαπλασιάζουν επί τρία, επί πέντε.
Ο σταθμός ανεφοδιασμού το καταργεί
επί ένα σύντομο τέταρτο.
Το καλώδιο από τηλεγραφόξυλο σε τηλεγραφόξυλο
θα τους τραβήξει έξω.

Στην απέναντι ακτή δεν τους περίμενε κανείς.
Κι ο τροχονόμος έκοβε τα νύχια 
στηριγμένος στη μοτοσυκλέτα, αδιαφορώντας
για τους παραβάτες και τα πρόβατα.

__________


Το Δέντρο, τχ. 20., Απρ. 1981.

Ντίνος Σιώτης, "Χριστούγεννα στην Τήνο, 1980"


Επιστροφή αγίων ασωμάτων
ακόμη πηδώντας
από βράχου εις βράχον.

Η Ραφήνα τα κύματα
η χρυσή άμμος ο καρδιολόγος
το σκαμπανέβασμα (μέσα) στη βροχή
και μετά οι αφίξεις
στα παγωμένα σοκάκια.

ΤV κιόλας όχι όπως και πριν.
Τότε
κάποιος συμβαίνει να είναι ο εαυτός μου:
"Τι χαμπάρια;"
"Σπουργίτες", που γυρνάνε
από ταξίδια (μακρινά).
Και την άλλη μέρα
στο διάδρομο του ποιήματος
βλέπω το Σαν Φρανσκίσκο
με ανοιχτές ομπρέλες
και την ίδια μέρα
"όχι άλλα δάκρυα" φωνάζουν
οι εκδορείς συναισθημάτων.

Ύστερα αποφάσισα να φύγω
μα το πόδι μου δεμένο στο απόγευμα
________
Το Δέντρο, τχ. 20., Απρ. 1981.

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Θωμάς Ιωάννου, "Παράλυση βλέμματος"



Πασχίζεις
Nα καθαρίσεις το πρόσωπό σου
Από τα βλέμματα των άλλων

Όμως αυτά παραμόρφωσαν
Tόσο την εικόνα σου
Που δε θυμάσαι πια
Πως έβλεπες τον εαυτό σου
Τότε που τα μάτια σου
Αλλοιθώριζαν προς το αόρατο

Τώρα πια βλέπεις το πρόσωπό σου
Με τα μάτια τους
Και είναι αργά να αλλάξεις οπτική γωνία
Ή να αποκτήσεις ένα νέο πρόσωπο

Παρατηρώντας το βλέμμα τους
Πάνω στη ζωή σου
Παρέλυσε το δικό σου βλέμμα
Κι έμεινες να κοιτάς τον εαυτό σου
Μέσα από την κλειδαρότρυπα των άλλων

Άνθρωπος που δεν πίστεψε
Στα ίδια του τα μάτια

______________
Θωμάς Ιωάννου, Ιπποκράτους 15, εκδ. Σαιξπηρικόν, 2011.






Άννα Γρίβα, "Το φεγγάρι μηδενικό"




Έχει το σώμα μου μικρές φιλοδοξίες
φωτιάς απολήξεις πταίσμα εμπρησμών
σημάδια κόκκινα που μηρυκάζονται
από το θάνατο της νύχτας.
            Μια τέτοιαν ώρα δεν πρέπει να μιλώ.
            Στης λέξης την κυριολεξία
            πονώ κι εγκαταλείπομαι
            -πονώ σαν πεινασμένος-
            κι οι φθόγγοι παρατείνονται
από ένα εμπόδιο στα δόντια.

Σε πλεύση άπνοια
κρατιέμαι
απ’ της λαμπάδας
το σπιθίρισμα
και κάνω βόλτες
που κυκλώνουν
όπως οι μύγες το κενό.

Συντάσσομαι στα κόκαλα
κι ύστερα τα διαλύω
και σχήμα ανθρώπου υποκρίνομαι
μονάχα στο περίβλημα.
Απ’ την παράλυτη εικόνα μου
αδειάζω χώρο για να σκέφτομαι
χωρίς τριγμούς και σκαρφαλώματα
χωρίς τρεχάλες
-όχι να σκέφτομαι πολύ
παρά όσο κάνει να πιαστεί
η απάντηση στα χείλη:
μάτι αδύναμο
κλειστό φινιστρίνι
στο βάθος του κύματος
μια γρατζουνιά
όρυγμα το ‘πανε
όταν κοιτά
τη σάρκα από μέσα
προς τον καθρέφτη.

Μαύρο στίγμα σε ζηλεύω
όταν σφίγγεις το μυαλό μου
το σκοτάδι σου ανάφλεξη
με φωτίζει ακαριαία
στη ζεστασιά του μηδενός.

________-
Άννα Γρίβα, Οι μέρες που ήμασταν άγριοι, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012.

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Γιάννης Δάλλας, "Για ποια Ελένη"


Πήρα την εντολή και το μήνυμα να μιλήσω για την Ελένη
Για ποια Ελένη;
Της ηδονής και του κέρδους ή της ψυχής και των καθαρμών της;
Την αναπολώ τις ασέληνες νύχτες με τη ματιά μεσουράνια
προς τ’ αστέρι της Αφροδίτης
Άνοιξη ήταν που σάλπαρε με τα ιστία ανοιχτά σαν ιμάτια γύρω
από το κορμί της
Δέκα χρόνια πίσω απ’ τα τείχη κι εκεί έγκλειστη για αιώνες
Χανούμ της Ανατολής κι από κάτω
Mater dolorosa δεσπόζουσα πίσω απ’ τις ουρανίες των θόλων
του σκιερού Βυζαντίου
Με τ’ αρχικά της εγχάρακτα σ’ όλα τα στήθη των σταυροφόρων
Το ΕΛ του ΕΛέπτολις και το ΕΛ του ΕΛέους, το ΕΛ του ΕΛελεύ
και του ΕΛντοράντο
Απ΄ τη Δέσποινα των θηρών ώς τις δεσποσύνες των πόλεων
τι ανατροπές εδώ κάτω!
Σαδομαζοχισμοί ολονύκτιοι σεληνιασμοί υπό το λυκόφως
Κι ολοταχώς προς τα πίσω
Στο μπιγκ-μπαγκ τ’ ανδρογύναιου... Εγώ κατασκότεινη ύλη
Κι εκείνη σκοτεινότερη ενέργεια να με διασχίζει το φως της
Απ’ τα καθημερινά δρομολόγια ώς την περιφορά μου στο σύμπαν
Πυρ απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα
γη και πρηστήρ χρησμοσύνη και κόρος, τα πάντα
το πυρ επελθόν
καταλήψεται

Άννα Γρίβα, "Παράπονο"


Ράβω το στόμα μου
στις άκρες ξεπετιούνται οι κλωστές
βλαστάρια που περίσσεψαν
από το μίσχο λουλουδιών
κανείς δεν προσέχει
τις λεπτομέρειες των φυτών
κανείς δεν προσέχει
τις λεπτομέρειες της λύπης
οι άνθρωποι ακολουθούν μόνο τη λάμψη
τα καθαρά μαλλιά κάποιας γυναίκας
γεμάτης υγεία δέσμες του ήλιου
που στριμώχνονται
και λιγοστεύουνε την όραση

βρίσκω ένα όνειρο κακό
που με βυθίζει στην καρδιά του
-πνιγμοί πριν τη σφαγή υγρή
του ταύρου ανάσα
ή των αρρώστων τα πνευμόνια
που με ποτίζουν επικίνδυνα-
μην το γελάς μην του γελάς
με βρίσκει παντού
μου παραστέκεται
εκεί που πνίγομαι με πνίγει
με ένα φιλί σαν πείραμα
γεμάτο ιούς και παρενέργειες
σπαρταριστά τα μπράτσα του
μοχθούν στη δύναμή μου

τελευταία προσπάθησα πολύ
μα οι στιγμές χειροτέρεψαν
κλείνω τα μάτια και δεν κοιμάμαι
ακούω τις κραυγές των ποιημάτων
τη βαριά τους ανάσα
το βήχα τους που κρατά χρόνια
εξηγώντας την ηλικία μου
τρομάζω με τον παραμικρό θόρυβο
και με τη σιωπή τρομάζω
πιο πολύ όμως φοβάμαι
ν’ ακουμπώ τα μαλλιά μου
οι χτένες στα δόντια τους
αν τις δω στο τραπέζι με ακολουθούν
μέχρι να νυχτώσει

απόψε παράτησα το σπίτι
κλειστό κοχύλι τ’ άφησα
στα μάτια των ψαράδων
και κολυμπώ ανέπαφα
στου ουρανού την επιφάνεια
τα αστέρια με παρατηρούν
χωρίς να με βυθίζουν
κι από τις λέξεις που ξεχνώ
η γλώσσα μου μικραίνει
σαν ράμφος που θυμήθηκε
τα μυστικά των δέντρων.

_______
Άννα Γρίβα, Οι μέρες που ήμασταν άγριοι, εκδ., Γαβριηλίδης, 2012.

Γιάννης Στίγκας, "Η αλητεία του αίματος"



Η μνήμη είναι μια βαλίτσα
Η λήθη είναι δύο
Να πάρουμε το φως απ’ την αρχή 
να δούμε αν επιμένει στο κάρβουνο
Εγώ δεν πείθομαι, βλέπεις,
έχω τόσες φλόγες να συντηρήσω

Φλόγα πρώτη:

Μ’ ακουμπάς
και το αίμα μου ανοίγει μεγάλα μπουμπούκια
Στο τέλος δε θα μείνει χώρος για μένα

Φλόγα δεύτερη:

Να παίζεις με το μηδέν
και να μένεις στον άσσο

Φλόγα τρίτη:

Αυτή η ένδεια
του να μη στέκεσαι
των θηρίων ηνίοχος
αλλά και βορά διαδρόμων
Θέλησα το σώμα
στην προέκτασή του σε ήλιο,
τώρα ζητάω απ’ την ποίηση
να μου σπάσει τα χέρια

Φλόγα τέταρτη:

Αυτή που ρίχνω τα σφαγμένα ποιήματα
Αυτή που με περιμένει

Φλόγα Πέμπτη (η επονομαζόμενη και κοινή):


Τρελέ, θα πιάσουμε καμιά πυρκαγιά εδώ μέσα


____________

βλ. και http://hrtstvrs.blogspot.gr/2012/02/blog-post_14.html

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Κωστάκης Λούστας, "...Αν σου πω"



Αν σου πω "Ίτσο" μου
από πού πήρα την διεύθυνσή σου
θα γελάσεις: Απ' το Internet!
Πολύ εξυπερετικό πράμα
Επιθύμησες κάποιον;
τον βρίσκεις αμέσως έτσι;
Α ρε Βασιλάκη μαλάκα
τι κάνεις ρε θηρίο;
έχω να σε δω
από τα χρόνια τα μαθητικά
Εσύ σαν "πιο κοντός"
καθόσουν στο τέταρτο θρανίο
και 'γω "στο βάθος με τους ψηλούς"
θυμάσαι; Πολύ αμφιβάλλω

Τι πλάκα είχαμε στα Λατινικά
με τον Τσακούλια, ε!
που τίναζε διαρκώς τον γιακά του
και μόνο στα Ελληνικά με την Καρόζη
καθόμασταν ήσυχα. Περίεργο.

Εσύ έφυγες πολύ μικρός "τόσος δα"
-ευτυχώς για σένα-
και δεν ξέρεις δεν μπορεί να ξέρεις
πόσοι πέθαναν από μας
Άμα σου πω οι μισοί και πλέον
θα με πιστέψεις;
Προχτές πέθανε και ο Ιορδανίδης
διότι έχασε την γυναίκα του νέα
σαν τον αδερφό του τον μικρό
και σαν το πιάνο του το παλιό
Και ο Μίκης με το ξύλινο πόδι
και ο Πραπαβέσης
ο Τοσίου και τόσοι άλλοι
όλοι πέθαναν όρθιοι
Ο Πίνγκας "ακόμα ζει"
και έχει ένα μαγαζάκι με καραμέλες
στην πατρίδα. Τι παιδί, ε;
Ο Θωμάκης είναι στην Αμερική
"αγνώριστος" μου λένε
και η Λίνα η Γκίκα
νομίζω στην Αθήνα
παντρεμένη με αξιωματικό!

Εγώ έτσι και έτσι
Κάτι προβλήματα έχω με την Υγεία
αλλά δεν βαριέσαι
Να μόλις προχτές
Είμασταν πάλι στα δικαστήρια:
Κάποιος τρίχας της σφύριξε ότι...
δεν είμαστε πια και είκοσι χρονώ
Τι κόσμος βρε παιδί μου
λες και το γήρας
είναι δικό μας φταίξιμο
Έχω κι άλλα να σου πω περί Αυτού
αλλά δεν αξίζει τον κόπο.
Εν πάση περιπτώσει
γράψε μου τι κάνεις εσύ
με λεπτομέρειες έτσι;
αν άσπρισαν τα μαλλιά σου και σένα
κι αν έπεσε το πράμα σου και μένα...
Αυτά προς το παρόν
και μην ξεχνάς διότι
θα λυπηθούμε πολύ μα πολύ
Αυτό το "λυπηθούμε" και εκείνο το "πολύ"
μας έμειναν κουσούρι όλων εδώ
ώστε
κατήντησαν η τελευταία μας ελπίδα
Έχεις φιλιά απ' τον Πλάτων
Με θερμούς χαιρετισμούς - καημένε μου.

______
περ. Εταιρεία, τχ. 31, Δεκ. 1998.

και στον τόμο Μίμης Σουλιώτης, Μια πόλη στη λογοτεχνία, Φλώρινα, εκδ. Μεταίχμιο, 2002.

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Μίμης Σουλιώτης, "Εντόπιο τοπίο"




Αρχαιολογική και όλη κόκκαλα πατρίδα,
στυγνή οστεοθήκη∙ πληθυσμοί, μετακινημένοι πληθυσμοί,
επιστρώσεις και μαράνσεις μερίδων του πληθυσμού,
διαπιδύσεις αλλόγλωσσων, ρημάγματα
που επονομάστηκαν «λαοί», από επιστημονική ιδεοληψία:
στη Νεβογάνη ακούγονται αρβανίτικα με κοφτό τρόπο,
στη Μελίτη τα εντόπικα γλεντιούνται ως την Ιτιά:
«λιούμπαμ, μούσκεμα λέξη!» γνωμοδότησε ο Λούστας
πατέρας του μικρού Στέργιου απ' τα ρουμάνια της Νέβεσκας
ορμώμενοι∙ στο διαβαλκανικό Πισοδέρι «νιάο»
λένε το χιόνι με πτωχευμένη προφορά.
Στα Βιτώλια στρατοπέδευε μεγαλύτερο ασκέρι από τη Σαλονίκη,
κι ακόμα λανθάνει η αστική νοοτροπία∙
φάσεις ντόπιες, κειτούκειτες, ευρείες.

Το τοπίο με τα πράσινα πεύκα και τους ασβέστες,
που απεικόνισε τον οργανωμένο τουρισμό,
άλλους να επαναπαύει.

______
Μίμης Σουλιώτης, Βαθιά επιφάνεια, εκδ. Κέδρος, 1992.

Ανέστης Μελιδώνης, "Ολιγόλεκτα IV"


Η πόλη γεμίζει λουλούδια
με το που βλέπω τον παππού της γειτονιάς
βόλτα με το καροτσάκι του μωρού
είσαι θλιμμένος γιατί είσαι όμορφος
και ο παππούς είναι πολύ πιο όμορφος
με μια ομορφιά ηρωική
ταγμένη στην πλεκτάνη του χρόνου.

_____

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Νικόλας Ευαντινός, "Πατρίδα"



Εις οιωνός άριστος
αμύνεσθαι
περί πατρίδος

όπως και περί
του δικαιώματος
μιας χήνας
νωχελικά να περπατά
στην κεντρική λεωφόρο
της νυχτερινής πόλης

κι ας ματωθούν στο τέλος
βιαστικές ξάγρυπνες ρόδες
από το ανοιγμένο της κρανίο
και ας ακούγεται σπαρακτικό το σκούξιμό της
καθώς στα κύμβαλα θα χτυπιέται
κάποιου αόρατου πιάνου αγωνίας.

Οι νέοι που τυχόν τρέξουνε ξοπίσω
μιμούμενοι χειρονομώντας
του γεγονότος την παραδοξότητα

θα νομίζουν πως πετάνε.

____
Νικόλας Ευαντινός, Ρουβίκωνας στα μέτρα μας, εκδ. Μελάνι, 2011.

Αίμος Αυρήλιος, "Σονέττο, ΙΖ"



Δεν είναι και πολλές. Στον Μποττιτσέλλι
(και λεν πώς είναι η Σιμωνέττα) ανήκει
- τι θαύμα αφής - η μιά. Τη Βεατρίκη
χρωστάμε στο Ροσσέττι. Ω, δεν τη μέλλει

που πέθανε... Την τρίτη ο Σινιορέλλι
μπρος στου Σταυρού τη βάση (ω, ιδές: η φρίκη
τη γλύκανε) Σαλώμη, αν θες και Νίκη
του Ναζωραίου την λέει. Κι αυτός που θέλει

και τέταρτη, θα βρεί τα ουράνια νιάτα
στην τόσο επίγεια αγνή "Ντόννα βελάτα"
που αγάπαε νύχτα-μέρα ο Ραφαέλλο.

Και ποια είν' εκείνη εκεί; Βαθειά μετάνοια
τη σκάλισε - κι ο θείος ο Ντονατέλλο.
Δεν έχει πιά η Μαγδαληνή επιφάνεια...

____
Αίμος Αυρήλιος (Παναγιώτης Κανελλόπουλος), Ο Κύκλος των σονέττων, 1946.

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Μίλτος Σαχτούρης, "Ο άρχοντας"



Τ’ ἄγριο σκοτεινὸ παλάτι θὰ φωτίσω 
                                  ἐκτυφλωτικὰ
θὰ ρίξω χρώματα παντοῦ
σὲ μία γωνιὰ
ὁ  δ ρ ά κ ο ς
θὰ εἶναι
ἕνα κλωνάρι
ἀνθισμένη
ἀμυγδαλιὰ

γιατί ἐφέτος στ΄ἀλήθεια ἐφοβήθηκα
τὴν παγωνιὰ τὴ μοναξιὰ τὸ κρύο
κι αὐτὰ τὰ ἐλάφια ποῦ περνοῦσαν ὕπουλα
τὴ νύχτα
κάτω ἀπ’ τὴν ψυχή μου.

________
Μίλτος Σαχτούρης, Ο Περίπατος, 1960.

Κατερίνα Καραγιάννη, "ζουμ"



με γλείφουν προθεσμίες

παλινδρόμηση
όσο φεύγω έρχομαι
όσο πωλείται, ενοικιάζεται κι άλλο τόσο κατοικείται

θα σε βρω Δευτέρα, να καπνίζεις απο σαββατοκύριακο

ζουμ στα ίχνη, σε ντουλάπια και τοίχους

περιμένεις, περιμένω και εγώ
τα ασπρόμαυρα περιστατικά της ευτυχίας


______
Κατερίνα Καραγιάννη, ζουμ, εκδ. ποιήματα των φίλων, 2012.

Δημήτρης Λαμπρέλλης, "Δαιμονολόγιο"



Η Νίκη μάς πλησίαζε
με κάτι τοπία επικίνδυνα
και στο τακούνι το δεξί με ξεραμένο αίμα.
Κι έπειτα ήρθε ο Στέφανος
μ' ενέσεις τακτικές των δέκα

Για δοκιμή μάς έδωσαν πέντε καρφιά
Μας είπαν
- Το ένα είναι για την καρδιά
Κι από δυό στις τσέπες σας
Για να κρεμάσετε
κι άλλα εικονίσματα αγαπημένα.


Όλα να ανατραπούν.

Ο Στέφανος είναι γιατρός
Κι η Νίκη δύο δέντρα χαμηλά
από αυτά που όταν ανθίζουνε
Μένει για πάντα έξω ο κόσμος.

______________

Δημήτρης Λαμπρέλλης, Η αριθμητική της Περσεφόνης, εκδ. Νέα Πορεία, 1996.

Πρβλ., άκου παράλληλα και:
http://thesunquartet.com/2012/08/04/the-real-experiment/

Πέτρος Γκολίτσης, "Μολύβι έσερνες και ερχόταν περιστέρια..."




Μολύβι έσερνες και ερχόταν περιστέρια
μες στο μυαλό χτυπούσαν τα φτερά
νεκρά πουλιά πνίγονταν μες στη γλώσσα
πετούσαν δίχως μάτια

_____
Απ' την υπό δημοσίευση συλλογή Το Τριβείο του Χρόνου

Δημήτρης Λαμπρέλλης, "Η αργία"


Σήμερα όλα είναι κλειστά.

Των δένδρων τα κλαδιά
θροϊζουν σαν χέρια παιδικά
που δεν εγνώρισαν τα δώρα.


Σήμερα όλα είναι κλειστά.

Πίσω από το όνειρο
Ένα φαρμακείο
μ' άσπρα παράθυρα
κόκκινες σκέψεις
και σταυρωμένα ξύλα
Σκύβει, θέλει να μου μιλήσει.

________
Δημήτρης Λαμπρέλλης, Η αριθμητική της Περσεφόνης, εκδ. Νέα Πορεία, 1996.

Πρβλ., άκου παράλληλα και:
http://thesunquartet.com/2012/08/04/the-real-experiment/

Κώστας Στεργιόπουλος, "Οι χαμένοι ορίζοντες"



Πάλι φυσάει αλλιώς ο αέρας'
και νά, αναδύονται μέσα απ' το χάος
δέντρα, λόφοι, βουνά.
Πανάρχαια τελετή, που συμφιλιώνει
το φως με το άλλο φως,
και ξανασμίγουν οι χαμένοι ορίζοντες.

Η χειμωνιάτικη νύχτα ήταν μακριά
και σκοτεινή, με κάτι αδύναμους
φωσφορισμούς. Δεν πίστευα
ποτέ πως θα τελειώσει.

Όμως, να υπάρχεις είναι κάτι που σου δόθηκε'
εσένα μοναχά σου μένει να κινείσαι,
αν δηλαδή κι αυτό σου 'χει δοθεί.
Αλλά τουλάχιστον μπορείς να περιμένεις.
Το σκοτάδι καμιά φορά φωτίζεται
με λάμψεις κι αστραπές.

Και να, τώρα, που πάλι φυσάει αλλιώς ο αέρας,
και πιστεύω ξανά σ' αυτό το απόλυτο:
στην καθαρή μέρα που ξημερώνει.

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Γιώργος Δάγλας, "DURUTI"


Όπως το μισάνοιχτο τραγούδι στον αέρα.
στα σύνορα
στις έδρες των δικαστηρίων και των καμπαρέ.
Θ’ άνοιγαν το πουκάμισο στις τρυφερές παρά-
νομες συχνότητες.
Θα συναντούσαν το όραμα στη μέση του κόσμου.
Αυτοί, που η ερωμένη του πάπα τους οδηγούσε
σαν υπνοβάτης στην αιώνια έξαρση των κοσμικών.
Θα διέσχιζαν ξάγρυπνοι τα Πυρηναία.
Ντυμένοι στα μαύρα.
Ζητώντας τους διεθνείς συντρόφους στα επιτελεία
των καπηλειών.
Στο σίδερο και την πέτρα.
Αυτοί, ποπουλάροι και ρέμπελοι
στο διαρκή έρωτα
στη διαρκή επανάσταση
θ’ άνοιγαν και θα διέσχιζαν ξάγρυπνοι
το Γράμμο και την Κροστάνδη,
αφήνοντας πίσω
ανθισμένες φυλακές
πυρπολημένα νομοσχέδια
ανθρώπους με μικρά ονόματα
και μεγάλη καρδιά.
Γιατί ήξεραν ν’ αγκαλιάζονται σφιχτά.
Να πεθαίνουν και να σκοτώνουν μ’ ένα γέλιο.
Αυτοί, που δεν τους λύγισαν παρά τα μάτια των
παιδιών
περιφέρουν ακόμα το προαιώνιο γιατί
περιφέρουν τρεις χιλιάδες συναπτά έτη τη
φωτογραφία
του Buenaventura, ρωτώντας:


-Είδατε πουθενά τον φίλο μας;

______
Γιώργος Δάγλας, Το μαύρο χιόνι, εκδ. Ελλέβορος


Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Ντίνος Σιώτης, "Η σιγανή βροχή"



Είχαν αρχίσει να μαζεύονται σύννεφα
ο αξιωματικός φρουράς έπαιζε τάβλι
η φρουρά έτρωγε το κέικ των γενεθλίων

της Πασχαλιάς -έκλεινε τα δεκαέξι-
η ΕΒΓΑ θα είναι ανοιχτή αυτή την ώρα
σκέφτηκα και σηκώθηκα για πλαστικά

λουλούδια εισαγωγής, ο ποιητής σε
μια γωνιά έπλεκε τετράστιχα όνειρα
κυλούσαν σε στροφές που δεν είχαν

κλείσει μάτι όλη νύχτα, Αυτά που γράφεις
δεν διαβάζονται ούτε με σφαίρες,
μου λέει ο μαγαζάτορας της ΕΒΓΑ

Είμαι ο Ντίνος Σιώτης, του λέω χωρίς δισταγμό
Κι εγώ το ίδιο, μου απαντάει δείχνοντάς μου
τη σιγανή βροχή που έμπαινε απ' το τζάμι


__
Ντίνος Σιώτης, Αυτοβιογραφία Ενός Στόχου, Κέδρος, 2006.

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Jakob van Hoddis, "Νυχτοτράγουδο"




Τους γαλανούς έσκισε ουρανούς της νύχτας το άτι.
Στο πέλαγος στάζει αίμα. Οι πυρετοί ανεβαίνουν.
Οι λάμπες τρύπησαν το νέο βράδυ.
Σε δρόμους φέγγει και σε λευκά δωμάτια.
Πληγωμένοι οι άνθρωποι απ’ το φως διπλώθηκαν.
Ουρλιάζουν οι αλήτες. Κλαψουρίζουν τα νήπια,
Φοβισμένα ονειρεύονται δάση. Στο κρεβάτι
καθισμένος καρτερεί ένας τρελός: Να δραπετεύσω;
«Απ’ την κοιλιά αφού συρθούμε τη μητρική
Προσπαθούμε να γίνουμε άλλοι.
Τα μάτια θέλει ο ένας του άλλου να βγάλει
Και στ’ όνειρό σου ξάφνου ο άλλος χωρίς ντροπή
Θέλει να ‘στε για πάντα μαζί,
Λες και δεν υπάρχει πια τόπος να σταθεί.
Να πεθάνει δε θέλει κανείς
Σαν το φεγγάρι μονάχοι βράζουμε εμείς.
Το φεγγάρι όμως δείχνει πάντα την καταστροφή,
Γιατί η αγάπη του έχει τον θάνατο ανταμοιβή.
Μέσα μου βαθιά άρρωστη αργοπεθαίνει η νύχτα.
Και τρομακτική ορθώνεται γρήγορα η αυγή.
Με τα φτερά της το σκοτάδι θανατώνει.
Είν’ άραγε πιο άγρια απ’ το Χθες
Που η νύχτα εξοντώνει;»
Ήχοι τρομπέτας από βουνό καταραμένο-
Με τον Θεό πότε θα σμίξει θάλασσα και ξηρά;

___
μτφρ. Νίκος Βουτυρόπουλος

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

Τίτος Πατρίκιος, "Γράμματα μετάνοιας"


Οταν του ζήτησε ο στρατιώτης Ακριβόπουλος
Γεώργιος, χωρίον Κέδρος Θεσσαλίας,
να γράψει για λογαριασμό του

γράμματα μετανοίας στο χωριό, τινάχτηκε.
Κι ο στρατιώτης Ακριβόπουλος Γεώργιος,
παλιός κατάδικος σε θάνατο, πρόωρα γερασμένος
από έξη χρόνια στο βουνό, με τη μισή του φαμέλια
ξεκληρισμένη, του 'πε κλαίγοντας:
"Εσύ θα μπόραγες να τ' αλαφρώσεις λίγο".
Τότε,
πρώτη φορά κατάλαβε,
τι σήμαινε ήττα του κινήματος.

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Παναγιώτης Ράμμης, Από το "η έρημος και η ζούγκλα"



"Αναδεύω σωρούς πτωμάτων και βλέπω το ίδιο πρόσωπο να με κοιτά. Ένα πρόσωπο πλυμένο με σκοτάδι, με ουλές βαθιές, με χαρακιές ανοιγμένες που χάσκουν σαν ειρωνικά χαμόγελα, σαν μυριάδες στόματα, έτοιμα να με καταπιούν και να με ξεράσουν στην άβυσσο. Μια σάρκα παλλόμενη, κρέας που αναδεύεται σαν ριπίδι φέρνοντας μου μια αύρα αποπνιχτική, ένα αόρατο και αδυσώπητο χέρι που με πνίγει".
____
Βλ. Παναγιώτης Ράμμης, η έρημος και η ζούγκλα, εκδ. ΑΩ, 2011.