Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

W. Wordsworth, "A slumber did my spirit seal" ("Ύπνος βαθύς μού σφράγισε τον νου")

 
A slumber did my spirit seal;
I had no human fears:
She seemed a thing that could not feel
The touch of earthly years.
No motion has she now, no force:
She neither hears nor sees,
Rolled round in earth's diurnal course
With rocks and stones and trees.

Ύπνος βαθύς μού σφράγισε τον νου'
Δεν είχα φόβο ανθρώπου:
Σαν πράγμα εκείνη έμοιαζε, δεν γίνονταν να αισθανθεί
Το άγγιγμα -πια- του γήινου χρόνου.

Δεν διέπεται από κίνηση, από δύναμη καμιά
Δεν βλέπει μήτε που γροικά,
Περιστρεφόμενη στης γης την ημερήσια διαδρομή
Με πέτρες και με βράχια και φυτά.

_____
μτφρ. Πέτρος Γκολίτσης

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Πέτρος Γκολίτσης, Θεσσαλονίκη 2013 μ.Χ. (Πόλη κάτω απ' την πόλη)


Ήρθε ο Ηράκλειτος στην πόλη μας απόψε
μίλησε με σωζόμενα ρητά
−κι άλλα που χάθηκαν−
ακούγονταν
τα πλέον σκοτεινά:
«φωτιές-αιώνιες και ψυχές-αναθυμιάσεις»
«είμαστε και δεν είμαστε»
«στις ίδιες πόλεις κατοικούμε
νεκροί και ζωντανοί»
«ο ένας μες στον άλλον αναπνέουμε»
«νεκροταφεία βρίσκουμε μετράμε τους νεκρούς»
−σε γλώσσα τρέχουσα σαν νά ‘λεγε−
δεν έχει η ανθρώπινη ροή επιστροφή
(εδώ και το ποτάμι)
η αλληλουχία των γενεών
πάνω στη γη, μέσα στην πόλη
1000 και κάτι οι τάφοι
του 4ου αιώνα προ Χριστού
στο Συντριβάνι
και 411 στα δυτικά, στο ενδιάμεσο
η decumanus
και μ’ ένα άλμα μετά
απ’ τη σφαγή του Ιππόδρομου
στο Άουσβιτς
Θεσσαλονίκη πόλη με ανοιχτά τα σωθικά
δείξε μας δώσε μας
την πόλη κάτω από την πόλη
κράτα την πόλη την πληγή σου ανοιχτή
πόλη μέσα σε πόλη
κάτω απ’ τα πόδια μας τάφοι και δρόμοι
στους αστραγάλους σου νεκρά φτερά
−στεφάνια δόντια όλα χρυσά−
εγχυτρισμοί
ενταφιασμοί
και καύσεις
δεν θα παύσεις
Θεσσαλονίκη πόλη πάνω σ’ άλλη πόλη
με τους νεκρούς σου να αιωρείσαι εσαεί
νέα ξανάρχεσαι
λειψή μεταβαλλόμενη
κι εμείς
οι επόμενοι νεκροί
γυαλίζουμε τα μάρμαρα
−in situ−
νεκροί και ζωντανοί


___
Πέτρος Γκολίτσης, Η σάρκα των προσωρινών, εκδ. Γαβριηλίδης, 2015.

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Δημήτρης Λεοντζάκος, "Να μετεκπαιδευτούν τα όργανα"



Να μετεκπαιδευτούν τα όργανα
Σ' αυτόν τον κήπο του εαυτού
Να κελαηδεί η σπλήνα
Να γίνουν σμήνη τα νεφρά
Να ροκανίζουν ίσκιους
Τα πόδια να μην περπατούν
Τα χέρια να βελάζουν
Τα μάτια αναρριχητικά
Στα σπλάχνα να θαυμάζουν
Οι φλέβες κόκκινα πλεχτά πουλιά
Και να αποδημούμε
Σκοτάδια στο στομάχι ν' αντηχούν
Να ανατέλλουν κρίνα
- στικτά γαλάζια και εκτενή
κυρτά και να μεσουρανούνε -
Η καρδιά να γίνει άνεμος τρελός
Ν' ανάψει ο κόσμος
Λίμνες να τρέχουν ποτάμια άγρια νερά
Για να βραδυπορούμε
Και στα μαλλιά του ποιητή
Να ανθίζουν περιστέρια
Δάση να 'ρθουν
Ιπτάμενα να κατεβούν
Να κατεβούν αρπαχτικά
Ν' αγκαλιαστούμε
Να 'ρθουν καπνοί
Να 'ρθεις και συ
Να μπούμε στον υμένα


___
Δημήτρης Λεοντζάκος, Τα σκυλιά του Ακταίωνα, εκδ. Νεφέλη, 2014.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, "Che faro senza Euridice"


[ Με την ψυχή στο στόμα
Χωρίς ποτέ σου να τη δεις
Μερόνυχτα παραπανίσια
σύρτα-φέρτα

Κάπως αργά το καταλάβαμε
Πως ήταν πρόγνωση Καιρού
Να μην εξελιχθούμε σε Θεούς
πριν γίνουμε άνθρωποι

Γι ΄ αυτό
και τίποτα
Το αναστημένο
στον Αόριστο

Γι ΄ αυτό
και το Μηδέν
ο πιο σπουδαίος
αριθμός

Στην έλλειψή του
κλαίμε. ]

______
βλ. και ποιείν: http://www.poiein.gr/archives/28137

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Σπύρος Θεριανός, "Τα καφενεία"




Σ’ ένα καφενείο έκατσε
κι έγραψε
την τελευταία του επιστολή ο Κώστας Καρυωτάκης.

Από ένα καφενείο
βγαίνει μεθυσμένος σ’ ένα ποίημά του
ο Wang Tou-Ts’ing.


Στα λουστραρισμένα τραπεζάκια ενός καφενείου
καθόταν απελπισμένος κι έγραφε
ο Φερνάντο Πεσσόα

ενώ στ’ άσπρα τραπεζάκια του café Tergeste
όπου σύχναζαν οι κακοποιοί και οι πουτάνες
έγραψε ο Ουμπέρτο Σάμπα
τα πιο πρόσχαρα στιχάκια του.

Στη γωνιά ενός καφενείου κάθομαι κι εγώ
χωρίς κανένας να με προσέχει.

Πίνω αργά το καφεδάκι μου
κοιτώντας την έρημη πλατεία
τους φανοστάτες, τα παγκάκια
τα μικρά καλάθια των απορριμμάτων
το αστικό λεωφορείο που περνά βαρύθυμο
στο βάθος –
κλείνω τα μάτια μου στο χειμωνιάτικο φως
που με θερμαίνει ηδονικά

σαν να ‘ναι αυτό η μόνη αλήθεια.

______
Σπύρος Θεριανός
(Ντυμένος επίσημα, εκδ. Πλανόδιον, 2008)

Larry Cool, "ΣΩΜΑΤΑ ΑΥΤΑΝΑΦΛΕΓΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟΥΣ"


Μεταλλάσσομαι σὲ στῖλβον ὕδωρ
Μέσα ἀπ’ τὸ πολύπλοκο δίκτυο τῶν σωλήνων,
Φθάνω στὸ λουτρὸ μιᾶς λουομένης
Ἔκπληκτη βλέπει τὸ νερὸ νὰ παίρνῃ μορφὴ σώματος,
Μ’ ἕναν κρυστάλλινο φαλλὸ νὰ τὴν βιάζῃ.

Τῆς εἶμαι ἄγνωστος
Στὸ δρόμο τῆς προσφέρω τριαντάφυλλα.
Τὴ νύκτα στὸ ὑπνοδωμάτιό της,
Ἁπλώνεται βαριά, ἡ λιποθυμικὴ εὐωδιά τους
Οἱ μίσχοι τους ἑλίσσονται γύρω ἀπ’ τὰ μέλη της
Τ’ ἀγκάθια μου,
Κεντοῦν στὰ στήθη της μικρές σταγόνες αἵματος
Ἕνα ῥόδο εἰσδύει μέσα της κι ἀνθίζει
-«Λατρεύω τὸ μουνάκι σου,» τῆς ψιθυρίζω
Ξυπνᾶ καὶ μὲ βλέπει ν’ ἀπομακρύνομαι,
Πηδῶντας ἀπ’ ἄστρο σ’ ἄστρο.

Πέτρος Γκολίτσης, "Τα κόκαλα που ξεκουράζονται ή ο Πάμπλο Ντε Ρόκα"



"Κούραση στα κόκαλα/ Κούραση στην καρδιά!...
[...]Να πηγαίνεις, να πηγαίνεις γυροφέρνοντας/ σαν γέρικη βοΪδάμαξα

μες στις μακρινές στράτες.../Τα κόκαλα κουράστηκαν!"
                                          Πάμπλο Ντε Ρόκα, 1894-1968
46 χρόνια νεκρός. 
Του χρόνου 47. 
Τα κόκαλα ξεκουράζονται. 
Το ρινικό οστό φαγωμένο. 
Οι φάλαγγες των δακτύλων χωρισμένες.

Γεια σου Σπύρο Θεριανέ! 
Όλοι θα γίνουμε
-αν δεν είμαστε ήδη-
Πάμπλο Nτε Ρόκα.

____
(2014)