Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

Βασίλης Ζηλάκος, "Οδοιπορία"


ΙΙ
Τα όνειρα κύρτωσαν. Πάλλευκη ρωγμή διπλωμένη παράλληλα στους ίσκιους'
μια θάλασσα σιγά-σιγά ήρθα και κράτησα σφιχτά
ανάμεσα στα σκέλια' συστάδα από λυγμούς, κατατρεγμός κι ύπνος που δεν καρπίζει:

Μονάχος πια θα περιπλανιόμουν σε έλη με πράσινα νερά και βαθιές ερήμους.
Ευθυγραμμίζοντας τη σκιά μου με τα δέντρα και τις σαύρες
ένα φωτεινό διάστημα ανακάλυψα ξανά για να χωρέσω την ύπαρξη μου.

[...]

ΙΙΙ
Πέρασαν τα χρόνια. Φτάσαμε ως εδώ, μου 'παν αόρατα πουλιά του μαύρου αέρα,
τώρα ποιός μας καλεί, τι ζητάς από μας;
Το μισοσκόταδο ποτέ ξανά ψυχή μου μην ποθήσεις, απάντησα εγώ
χίλιες φορές καλύτερη η καταδίκη, του ξεριζωμένου η θλίψη.

Και τ' άπειρο άνοιξε τον ανθό του: Αλεσμένη γη. Πουρνάρι!

*

Γαλάζιο απομεσήμερο της ζωής σου
σαν παράθυρο που έκλεισε τα φύλλα του στην ερημιά
και το πρόσωπο σου αφουγκράζεται του Ήλιου τα πρώτα, ιόνια βήματα.

Μόνος είσαι
αλλά ένα χελιδόνι του θανάτου τη μαύρη πεταλούδα στο ράμφος του κρατά
και κοντά σου συλλαβίζει τα απ' αλλού φερμένα,
τα μεγάλα
που δίχως δισταγμό προστάζουν να κλείσει
το σπάραχνο της πάχνης πίσω σου και εμπρός σου.

_______
(Βασίλης Ζηλάκος, Η κούπα του τσαγιού, εκδ. Οδός Πανός, 2010)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου