Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Αθανασία Δανελάτου, "Καρεκλάκι διπλανού ισογείου"



Απόγευμα  Παρασκευής   νταλακαλόκαιρο, η συμφόρεση
την πήρε.   Γιόμισε το κεφάλι της,  ογδoνταπέντε χρόνων
αίμα  χοχλαστό στους  40 C υπό σκιάν.

Aλαφιασμένη η γειτόνισσα   -χήρα διπλανού ισογείου-
Κρατούσε, με το να χέρι της, της ρόμπας τα κουμπιά
με τ’ άλλο το λαιμό της να μην της φύγει , θα ‘λεγες,
η ανάσα, καθώς με το φορείο έφευγε της φίλης της, το σώμα .

Κι  ως έχασκε η κοιλιά του ασθενοφόρου καταμεσής
του Ιούλη μ’ ολόγιομο κρεβάτι και μπουχό,
για μια στιγμή ολάκερο το σύμπαν έχασκε θαρρείς:
Παράθυρα και μάτια και πόρτες των σπιτιών και στόματα
ανοιχτά, τρύπες τεράστιες  όπου παντού από μέσα τους
μπαινόβγαινε  το αιφνίδιο, υψώνοντας μεσίστια
την απορία  που εκκαλεί, το ζωντανό, στον εξ αρχής του τόπο. 

Ζούμε το θάνατό μας ζώντας, έλεγε στο δίχτυ ενός ονείρου
παιδικού αποξεχασμένοι.  Τραμπαλίζοντας λόγια αγάπης
με σημασία.  Συρράβοντας νοήματα και συνταγές ανορεξίας. 
Αποξέοντας το σάλιο  από το χαμόγελο στο στόμα
Του αγαπημένου,  φτιάχνοντας μικρούς βλωμούς, 
ύστερα  φτύνοντάς τους ,  ολόισια στα μάτια σημαδεύοντας 
Εκβιάζοντας, αιωνίως, εκείνη την προσωπογραφία-παραγγελιά
στο στασίδι απάνω του βλέμματος .

Χωρατατζής σωστός ο θάνατος, ποτέ δεν αστειεύεται 
σκάει το μπαλόνι όποτε θέλει ξαφνικά και ξεκαρδίζεται
στης αρτηρίας την άκρη. 

Απ’  το μπαλκόνι μου τις βλέπω, χρόνια τώρα,
της γειτονιάς μου  τις γριές. Κάθε που σουρουπώνει,
με το καρεκλάκι της εκκλησίας, η το άλλο το πλαστικό
του γύφτου, μια το να μια  τα’ άλλο, μαζεύονται
στης αρχαιότερης της χήρας το πεζούλι και  λειτουργούνται
κάτω απ’  το φεγγάρι  με την ρόμπα τους
την μαύρη την πουά και την ισπανική βεντάλια τους στο χέρι.

Αφ υψηλού ηλικίας τις χαζεύω της γειτονιάς μου  τις γριές.
Βρέχοντας με το λάστιχο άνυδρες ώρες , ψηφίδες μωσαϊκού  
και  γυμνές πατούσες. Μετρώ τα λόγια, τις φωνές, τον αριθμό
τους, κάνοντας  λογαριασμούς  ημέρας, γράφοντας γράμματα
νύχτας, ή σκαλίζοντας εκείνη την προσωπογραφία που λέγαμε  
απ΄ την ανάποδη Του κάδρου των ημερών.

Απόγευμα  Παρασκευής   νταλακαλόκαιρο, η συμφόρεση την πήρε. 
Την κήδεψαν Δευτέρα  το πρωί. Δεν πήγα στην κηδεία.
Άδειες  δεν δίνουν πια τα αφεντικά για τελετές  κι έτσι
μονάχη της πεθαίνει η ζωή με  κάτι συνταξιούχους
και μερικές νοικοκυρές για συνοδεία. 

_______________
Αθανασία Δανελάτου , Πάτρα Ιούλιος 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου