Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Νανά Τσόγκα, "Το ανοίκειον κέλυφος"


Αυτούς που θα γράψουν ποιήματα, τους αγαπούσα από παλιά.
Έζρα Πάουντ

Σαν να ’ναι εχθρός σου η ζωή και την παραφυλάς
την φιλάς σφιχτά και την φυλάς
τα φυλάς και τρέμεις μη σου φύγει
και φτύσει πρώτη, η ανίατη –
φτου ξελευτερία, το Άγνωστο.

Λίγο να μην την προσέξεις
ξεγλιστράει
μέσ’ από τις λιακάδες των ημερών
και των νυχτών τις χαραμάδες
– άβουλα παιχνιδάκια εμείς
σε πρώτη ζήτηση επαίτες
κι εκείνη όλο να μηχανεύεται.

Kαι που κουβέντα πιάνεις
με τ’ αστέρια
ζωή ζηλεύεις ζήτουλα
κι αυτή δεν σ’ αγαπάει –
σχεδόν σε κώμα το σώμα
ακόμα πάνω απ’ το χώμα.
Δεν κάνει να διαβάζεις ποιήματα τα βράδια.

Oι λέξεις που ξοδεύτηκαν
χωρίς να τις ακούσω
πλέκουν αραχνοΰφαντο
σάλι για τους σαλούς.
Kι όταν φεύγουν αμίλητοι
και μ’ ανοιχτό το στόμα
οι λέξεις είναι πάλι
που τυλιγμένες στην υγρή ομίχλη
αόρατων εξατμίσεων
βάφουνε τον ορίζοντα
με το τελεσίδικο άλικο
των ματαιωμένων αισθημάτων.

Ήμουνα ακριβής σαν μανιακή
τη σκόνη του καιρού παραμονεύοντας
μην αλλοιώσει τη φωνή σου μέσα στο κεφάλι μου.
Με πρόδωσε εκείνη η χαραμάδα στο συρτάρι
που έβγαζε παλιότερα
στην κρυψώνα των φιλιών.
Πήγα ως εκεί για να με σταματήσει
ο νηφάλιος Κέρβερος που παρεμβάλλεται
στα σήματα τα σύρματα
και τις συγνώμες της πέμπτης εποχής.

Τον πόθο δεν είδα πουθενά – άφαντος!

Στη μέση της αυλής εκεί που ήταν το πηγάδι
μία φωτιά να καίει όλα τα ξερά γράμματα
– των περασμένων χρόνων, όχι τα δικά σου.

Μπαίνω στο ποίημα την ημέρα
και θέλω να νυχτωθώ
στην κάμαρά του
– τη βρίσκω άδεια˙
παραθυρόφυλλα κλειστά
κι εσύ μόνο να λείπεις.

Στους τοίχους ζωγραφισμένα χάδια
και τα φιλιά αμίλητα
στο πάτωμα αφίλητα –
οι νύχτες που έρχονται
προάγγελοι ιχνηλάτες του απρόσιτου
και βρέχονται από τη θάλασσα
των πεπραγμένων.

Αστήρικτο σαν τρυφερός βλαστός
το καλοκαίρι γέρνει
στο κατώφλι της λιποθυμίας
και σβήνοντας αφήνει γεύση
ανεκπλήρωτης επιθυμίας
που ούτε το έψιλον
δεν πρόλαβε να σώσει.
Εγώ δεν σου ‘δωσα να καταλάβεις
τι φταις εσύ πάνω στα χώματα
ανάμεσα στα πτώματα των παλαιών ερώτων.

Nα, τώρα το θυμήθηκα
τι σου ζητούσα
- φύσηξαν άνεμοι τρελοί
και σήκωσαν τις στέγες -
αλλιώς δεν εξηγείται πώς
έμεινα με ό,τι μου ‘ταξες:
τον ουρανό με τ’ άστρα.
Nα τ’ ανάψω τουλάχιστον.

__
βλ. και http://tokoskino.wordpress.com/2011/10/30/%ce%bd%ce%b1%ce%bd%ce%ac-%cf%84%cf%83%cf%8c%ce%b3%ce%ba%ce%b1-%cf%84%ce%bf-%ce%b1%ce%bd%ce%bf%ce%af%ce%ba%ce%b5%ce%b9%ce%bf%ce%bd-%ce%ba%ce%ad%ce%bb%cf%85%cf%86%ce%bf%cf%82/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου