Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Δημήτρης Δημητριάδης, "Κατάλογοι 1 (απόσπασμα)"


[...]
Μέσα στην ησυχία, μέσα στη γαλήνη των χόρτων που γλυκαίνουν το μυαλό μου,
με τον κύκλο των δέντρων γύρω απ’ το κεφάλι,
συνεπαρμένος από το γεωμετρικό χορό της μέλισσας και της χρυσής σκιάς της,
διασχίζοντας το γάλα που τρέχει ανυπέρβλητα σα κραυγή δημιουργίας
από τ’ αρσενικό μαστάρι της πιο γόνιμης αγελάδας,
με αμέτρητους στρατούς στα δεξιά μου
και αλαλάζοντες λαούς στ’ αριστερά μου
σα να μου είναι γραφτό να σταυρωθώ για να σωθεί
με το δικό μου θάνατο η φαντασία,
την ώρα που αναγορεύεται ο μύθος μέσα στο μενεξεδένιο σούρουπο,
με τις πρωτεύουσες αραδιασμένες στο υπερώο της ερήμου,
φωνές στρατηγών από χαλασμένα μεγάφωνα,
δήμιοι με τσαντήρια ζουληγμένα μέσα στις παλάμες τους, σατραπείες,
αναίσχυντα προεδρικά ταξίδια,
ένα ποιητικός θρίαμβος, μια νέα γλώσσα της μουσικής, η ανθρώπινη καρδιά
σα λιωμένη σόλα, το ανθρώπινο μυαλό σαν απογοητευτική κληρονομιά,
το ανθρώπινο σώμα σαν ειμαρμένη, ο έρωτας
σαν εκλαΐκευση των εννεάδων,
τα εσόμενα σαν μια εκκένωση έπειτα από κτηνώδες φαγοπότι, η χαρά
σαν αποτυχημένη αυτοκτονία, τα ρήματα φαεινίζομαι, λογιάζομαι,
γονιούμαι, ανατολίζομαι, πνευμαρπάζομαι, ποθαλώνομαι,
σπερματίζομαι, άδομαι,
οι λέξεις κοχλιασμός, ενοχίαση, υλάνωση,
μηχετόρα,
οντοφονία,
οφθαλμισμός,
έγχαση, πνευματέμεση, γλωσσάφεση,
κορμισμός,
η Πολυνησία της ανομολόγητης περιπέτειας, η σκόνη
και η προσευχή μέσα στη σκόνη και η αγωνία μέσα στη σκόνη,
το άνοιγμα των τάφων, τα στόματα και η υγρή στάχτη μέσα στα στόματα,
τα όνειρα και τα εγκλήματα ανθρώπου τεσσάρων ημερών,
η Πυραμίδα του Πόνου, το Διάδημα της Οδύνης, η Αυτοκράτειρα των Σπασμών,
τοπίο μεταθανάτιας ακριβείας,
τα πλήθη γονατισμένα εμπρός σ’ ένα νάνο
που τους μετρά τις δυναστείες Ανατολής και Δύσης βγάζοντάς τες
μέσα από το κατουρημένο βρακί του,
κι εγώ, τρέχοντας,
τρέχοντας φοβισμένος, με τα δόντια της πολύτροπης ύαινας
καρφωμένα στην πλάτη μου, πέφτοντας,
χωρίς απόγονο, χωρίς κρηπίδωμα, χωρίς πατρώνυμο, ούτε ανώνυμος,
λιγότερος απ’ όλα τα έντομα, λιγότερος απ’ τη σκιά του βαρκάρη
επάνω στη διάθλαση του θαλάσσιου μόχθου του, λιγότερος
από όλο τον κόσμο μα τον κόσμο ποθώντας ολόκληρο
για να σβήσω μέσα στον κόσμο και να γίνω όπως θα ήμουν
αν δεν είχα σταθεί απέναντι στον κόσμο σαν εικόνα του,
οι γλώσσες η μία μέσα στην άλλη και μέσα από την άλλη,
το ταπεινό στόμα του προφήτη που κοκκινίζει σαν άβγαλτο κορίτσι,
το τριπλό κεφάλι της ήρεμης ύαινας στεφανωμένο
με τα τριαντάφυλλα της μεταμέλειας
και τα κρίνα της τήξεως των πάγων,
το ξύπνημα της αφής μου των αοράτων,
το φρένιασμα της πυρέσσουσας φαντασίας
ώσπου να σκορπιστεί η στάχτη μου στη θάλασσα εκείνη που με ξέβρασε,
διαλέγω τη μεγαλύτερη φωτιά και πέφτω μέσα,
πέφτω μέσα στη μεγαλύτερη φωτιά,
εξανεμίζοντας τα μεταξωτά πασούμια
για να γεμίσει ξανά ο κόσμος από τη θεά
και από τους ύμνους που πρέπει να γράφονται γι’ αυτήν.
Και
είδα το ανήμπορο χέρι
να εξαϋλώνεται,
να αρπάζει το μαγνητικό πεδίο σύσσωμο και να το στύβει σε μελάνι
επάνω σ’ ένα άγραφο χαρτί που σπαρταρούσε
σα μήτρα ζώου ετοιμόγεννου. Άκουσα τη ριζική κραυγή
στο κέντρο της Εικόνας
και ένιωσα στο απροσπέλαστο κράσπεδο του βάθους μου
τη Σύλληψη του κόσμου όπως την εύχεται το άπληστο μάτι του πόθου.

____

Από τη συλλογή Κατάλογοι 1-4 (1980) του Δημήτρη Δημητριάδη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου