Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

Γιάννης Δάλλας, "Ανατομία, 5"

Γύρισε το κλειδί και καθηλώθηκε στο φως του διαδρόμου Δεν έλπιζε να βρει το σπίτι του σε τέτοια παραμόρφωση Δεν αναγνώριζε τα πρόσωπα που αγάπησε καθώς η φωτεινή λωρίδα του ‘δειχνε κάθετα δάχτυλα σ’ όλα τα χείλη Ίσως και να ξεχώρισε το βλέμμα τους που καταβρόχθιζε την ύλη του αστυνομικού δελτίου Κάποιος αποχωρούσε αθόρυβα και την αναμηρύκαζε σε μια στροφή του διαδρόμου Καθένας με μιαν είδηση στο χέρι του έφευγε σαν τον εφημεριδοπώλη που τον είδε χθες το βράδυ να βουλιάζει μες τα παραρτήματα Προχώρησε κι αντίκρισε τα κάδρα του ως την οροφή αλλοιωμένα Είδε το φως ν’ ανάβει πυρκαγιές τη θάλασσα να χύνεται στο πάτωμα δρόμους να γίνονται αδιέξοδα Και στα τελάρα πρόσωπα που αγάπησε κι αργότερα με υπομονή πολλή συνήθισε Είναι κι αυτή μια παρωδία σκέφτηκε και γύρισε τον διακόπτη του ραδιοφώνου Μα η φωτεινή εκπομπή δεν έσβησε σαν να ‘παθε εμπλοκή ο καθημερινός του χρόνος Κ’ έμεινε ο μόνος αναλλοίωτος μες στις ειδήσεις του Μεσονυκτίου

___
Γιάννης Δάλλας, Ανατομία, εκδ. Κείμενα, 1971

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου