Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011

Κώστας Παπαθανασίου, "Ντε Κίρικο"


Στις άδειες πλατείες
Αόρατο χέρι γεωμέτρη
Γυναίκες δίχως πρόσωπο
Να περιμένουν

Φόβοι αρχαίοι ρίχνουν σκιά
Στην πόλη της σιωπής
Στο μάτι του μάντη άσπιλα
Την απειλή φωτίζουν

Δίπλα στο άγαλμα μπανάνες
Κι ο ποιητής χωρίς χέρια
Χωρίς πόδια για να προχωρήσει

Κάποτε και το μέλλον ασφυκτιά
Στ’ αφηρημένα σχέδια των τρελών

Θέλουν οι μέρες να ξεφύγουν
Σαν άγρια άλογα που καλπάζουν
Αμέρωτα στην ακροθαλασσιά


___
Πέτρινα πουλιά» (2006, Οδός Πανός)
βλ. και
http://www.24grammata.com/?p=12535

Κυριακή, 24 Απριλίου 2011

Βασίλης Αμανατίδης, "+01. ΣΥΜΒΑΝ ΜΕ ΦΡΑΟΥΛΕΣ ΜΕΤΑ"


«Κρύο!(1)»,
είπε
- πέθανε(2)

Κι εγώ που όλο τον χρόνο
του κρατούσα
φρέσκες φράουλες...
___

(1) Ζέστη ήταν, καλοκαίρι.
(2) Κι όμως έρχεται, μιλάμε πάλι. Μ' αφού πέθανε, πώς γίνεται αυτό; Σαν να μη με γνώρισε, "Πάντα αγαπούσα φράουλες" μου λέει. Του λέω "να σου φέρω λίγες;", μου λέει "ναι, σας ευχαριστώ". Κάνω πως δεν άκουσα, "ορίστε, κόκκινες κόκκινες, θες ζάχαρη;" του λέω, "Να τις βάλω στο ψυγείο να πάρουνε κρούστα;" μου λέει: "φρέσκες προτιμώ, φρέσκες και ζεστές". του λέω "όπως προτιμάς, κάνε κουμάντο", προσπαθεί, μα: "δεν μπορώ", λέει, "τι κρίμα, δεν μπορώ, να φάω φράουλες, δεν ανοίγει πια το στόμα μου... Αφήστε καλύτερα, δεν θα πάρω, ευχαριστώ". Του λέω: "Πέθανες κι άρχισες του πληθυντικούς; Δε με νοιάζει για τις φράουλες. Μπορείς αυτό τουλάχιστον να μην το ξανακάνεις;"
___

Βασίλης Αμανατίδης, 4-D : Ποιήματα τεσσάρων διαστάσεων, Γαβριηλίδης, 2006

βλ. και http://www.e-poema.eu/poem.php?id=28&pid=13

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

Frank O'Hara, "Why I Am Not a Painter"



I am not a painter, I am a poet.
Why? I think I would rather be
a painter, but I am not. Well,

for instance, Mike Goldberg
is starting a painting. I drop in.
"Sit down and have a drink" he
says. I drink; we drink. I look
up. "You have SARDINES in it."
"Yes, it needed something there."
"Oh." I go and the days go by
and I drop in again. The painting
is going on, and I go, and the days
go by. I drop in. The painting is
finished. "Where's SARDINES?"
All that's left is just
letters, "It was too much," Mike says.

But me? One day I am thinking of
a color: orange. I write a line
about orange. Pretty soon it is a
whole page of words, not lines.
Then another page. There should be
so much more, not of orange, of
words, of how terrible orange is
and life. Days go by. It is even in
prose, I am a real poet. My poem
is finished and I haven't mentioned
orange yet. It's twelve poems, I call
it ORANGES. And one day in a gallery
I see Mike's painting, called SARDINES.

(1971)


___
βλ. και http://wings.buffalo.edu/english/faculty/conte/syllabi/377/Frank_O'Hara.html

Frank O'Hara, "On Seeing Larry Rivers' "Washington Crossing the Delaware" at the Museum of Modern Art"


Now that our hero has come back to us
in his white pants and we know his nose
trembling like a flag under fire,
we see the calm cold river is supporting
our forces, the beautiful history.

To be more revolutionary than a nun
is our desire, to be secular and intimate
as, when sighting a redcoat, you smile
and pull the trigger. Anxieties
and animosities, flaming and feeding

on theoretical considerations and
the jealous spiritualities of the abstract
the robot? they're smoke, billows above
the physical event. They have burned up.
See how free we are! as a nation of persons.

Dear father of our country, so alive
you must have lied incessantly to be
immediate, here are your bones crossed
on my breast like a rusty flintlock,
a pirate's flag, bravely specific

and ever so light in the misty glare
of a crossing by water in winter to a shore
other than that the bridge reaches for.
Don't shoot until, the white of freedom glinting
on your gun barrel, you see the general fear.

John Ashbery, "Just Walking Around"


What name do I have for you?
Certainly there is not name for you
In the sense that the stars have names
That somehow fit them. Just walking around,

An object of curiosity to some,
But you are too preoccupied
By the secret smudge in the back of your soul
To say much and wander around,

Smiling to yourself and others.
It gets to be kind of lonely
But at the same time off-putting.
Counterproductive, as you realize once again

That the longest way is the most efficient way,
The one that looped among islands, and
You always seemed to be traveling in a circle.
And now that the end is near

The segments of the trip swing open like an orange.
There is light in there and mystery and food.
Come see it.
Come not for me but it.
But if I am still there, grant that we may see each other.

Άρης Αλεξάνδρου, "Με τι μάτια τώρα πια"


Βιάστηκες μητέρα να πεθάνεις.
Δεν λέω, είχες αρρωστήσει από φασισμό
κι ήταν λίγο το ψωμί έλειπα κι εγώ στην εξορία
ήτανε λίγος ο ύπνος κι ατέλειωτες οι νύχτες
μα πάλι ποιος ο λόγος να απελπιστείς προτού να κλείσεις τα
εξηντατέσσερα
μπορούσες να 'σφιγγες τα δόντια
έστω κι αυτά τα ψεύτικα τα χρυσά σου δόντια
μπορούσες ν' αρπαζόσουνα από 'να φύλλο πράσινο
απ' τα γυμνά κλαδιά
απ' τον κορμό
μα ναι το ξέρω
γλιστράν τα χέρια κι ο κορμός του χρόνου δεν έχει φλούδα
να πιαστείς
όμως εσύ να τα 'μπηγες τα νύχια
και να τραβούσες έτσι πεντέξι-δέκα χρόνια
σαν τους μισοπνιγμένους που τους τραβάει ο χείμαρρος
κολλημένους στο δοκάρι του γκρεμισμένου τους σπιτιού.
Τι βαραίνουν δέκα χρόνια για να με ξαναδείς
να ξαναδείς ειρηνικότερες ημέρες και να πας
στο παιδικό σου σπίτι με τον φράχτη πνιγμένον στα λουλούδια
να ζήσεις μες στη δίκαιη γαλήνη
ακούγοντας τον πόλεμο
σαν τον απόμακρο αχό του καταρράχτη
να 'χεις μια στέγη σίγουρη σαν άστρο
να χωράει το σπίτι μας την καρδιά των ανθρώπων
κι από τη μέσα κάμαρα–
όμως εσύ μητέρα βιάστηκες πολύ
και τώρα με τι χέρια να 'ρθεις και να μ' αγγίξεις μές από τη σίτα
με τι πόδια να ζυγώσεις εδώ που 'χω τριγύρω μου τις πέτρες
σιγουρεμένες σαν ντουβάρια φυλακής
με τι μάτια τώρα πια να δεις πως μέσα δω χωράει
όλη η καρδιά του αυριανού μας κόσμου
τσαλαπατημένη
κι από τον δίπλα θάλαμο ποτίζει η θλίψη
σαν υγρασία σάπιου χόρτου.

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Δημήτρης Παπαδίτσας, "Διάρκεια"


Να ένα ψάρι, βουίζει στο σπάραχνό του η θάλασσα
Ενα πουλί, διασταυρώνεται στο μάτι του ο αέρας με τη
φωτιά
Εγώ είμαι από ψάρι κι από πουλί
Θέλω να με γνωρίσετε όπως ποτέ άλλοτε
Ασπρο στο κέντρο του βογγητού
Αγαλμα βαθιά στην πέτρα και τη σύμπτωση:

Ουράνια σκιά και κατρακύλισμα ψυχής στο αρνητικό της
Πραγματικότητα που ποτέ δεν είναι πραγματική
Κι ας τρέμει στο τύμπανο του αυτιού
Καθώς η ορχήστρα καθεμιάς αίσθησης τη χρυσώνει

Δεν γράφω λέξεις
Φωνάζω με μέταλλα μ' αράχνες με ομόχρονα
Από βαθιά σ' ένα χρώμα χειρονομώ
Και πλάστηκα να ερωτεύομαι τη σύμπτωση
Του να 'μαι δύο μπάλες φως περιστρεφόμενες
Αντίθετες ενός βόγγου στα μάτια μου, που εξορίζει πρώτα
εμένα
Στ' άδυτα του ίσκιου.

Laura Kasischke, "In this order"


A tail, a torso, a tiny face.
A longing, a journey, a deep belief.
A spawning, a fissioning, a bit of tissue
anchored to a psyche,
stitched to a wish.
Watery. Irony. Memory. My
mother, my face, and then

the last thing
she’d ever see, and then
the last words
I’d hear her say: You’re
killing me.

___
βλ. και http://www.poetryfoundation.org/poetrymagazine/poem/241554

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

George Bacovia, "Μολύβι"


Κοιμούνται οι νεκροκάσες, μολυβένιες
και τ’ άνθη μολυβένια
η στολή πένθιμη ακόμα
κάθομαι και κρυώνω πλάι στο πτώμα
και τρίζουν οι ανθοδέσμες, μολυβένιες.

Η αγάπη μου κοιμάται, μολυβένια
σε άνθη μολυβένια
κι εγώ να την καλώ
κατάμονος… κρυώνω εδώ, πλάι στο νεκρό…
και τα φτερά βαραίνουν, μολυβένια.

____
μτφρ. Βίκτωρ Ιβάνοβιτς
βλ. και http://poeticanet.com/poets.php?show_cat=61

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Γιάννης Δάλλας, "Η τρέλα"


Έρχεται
σκύψε το κεφάλι
γίνε ένα άγαλμα
τινάξου πιο λοξά
ή πέσε στα όνειρα
βγες
κολυμπώντας
στην ακτή του λογικού

Η αράχνη του μυαλού
σκίζει τα δίχτυα της
Τώρα στα δίχτυα αυτά
που ήταν τα νεύρα σου
τα έντομα γίνονται
θηρία της λευτεριάς

___
Γιάννης Δάλλας, Πόρτες εξόδου

βλ. και το δοκίμιο μου στο poeticanet:
http://poeticanet.com/dokimia.php?show_cat=87

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

Θωμάς Ιωάννου, "Υψηλού κινδύνου"


Εξασκείσαι σε νέες μεθόδους
Αντισύλληψης
Αρνείσαι να δεχθείς
Το σπέρμα της δημιουργίας μου
Μου λες αυνανίσου διανοητικά
Ή μου ζητάς έστω εγκαίρως
Να αποσυρθώ
Να συρθώ
Σε ένα τέλος ανέστιο
Αρνείσαι
Να κυοφορήσεις το ποίημά μου
Τα ποιήματα είναι κυήματα
Υψηλού κινδύνου
Φοβάσαι ότι θα γεννηθεί τέρας
Σου αρκεί η ηδονή της πράξης
Αλλά στα δύσκολα κωλώνεις
Δεν το αντέχεις
Να μεγαλώσεις ένα παιδί
Που θα το κοροϊδεύουν στο σχολείο
Ενα παιδί αδέξιο
Και καθυστερημένο

____
βλ. Βιβλιοθήκη Ελευθεροτυπίας,
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=17/07/2010&s=sto-gramma-toy-savvatoy&c=vivlio

Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Milan Rúfus, "Χωρισμός"


Το στόμα μου με το δικό σου, πλήρες.
Το χέρι μου με το δικό σου, πλήρες.
Με λυγμό η φωνή σου μουρμουρά στο κρανίο μου
όπως ο άνεμος στα χάσματα της γης.

Συγχώρησε, λοιπόν συγχώρα. Τελείωσε.
Η ντροπή κινεί τη κοφτερή λεπίδα της μέσα μου.
Σε μια στιγμή με τέτοιο προαίσθημα
θα ’πρεπε να ’βλεπες το σταυρό που κουβαλώ.

Μια δειλή ελπίδα, αν και με φευγαλέα ζέση,
μας ζεσταίνει μέσα στα όνειρά μας.
Όποιος σου πει να το ξεχάσεις
είναι πιο αληθινός απ’ την ελπίδα.

Η μέρα που σφυροκοπά μες στις αισθήσεις
θα ηρεμήσει την πάλη όπως την είχε ανάψει.
Απ’ τα χείλη ρέει ο αφρός των λέξεων των πικρών,
απ’ το πρόσωπο η φωτιά των δακρύων σου.

_____
Μετάφραση (από τ’ Αγγλικά): Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης

βλ. και http://www.poiein.gr/archives/13343/index.html

Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, "Ο κοσμογυρισμένος"


Ήξερε να μιλά για τόσα πράγματα,
να ξέρει τόσα μυστικά
και να 'ναι σ' όλα μέσα,
καθισμένος πάντα
στην πολυθρόνα του γραφείου του
- μια πολυθρόνα απλή,
χωρίς ροδίτσες,
χωρίς καν δυνατότητα περιστροφής.

Είχε τον τρόπο του αυτός να ταξιδεύει.

__
Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Ο τυφλός με το μπαστούνι, Αθήνα, 1994.

Νίκος Βουτυρόπουλος, "Μονόλογοι, 1ος"



Αν βάλω προτάσεις τη μια κάτω απʼ την άλλη,
θα γράψω στίχους; Ενώ αν τις βάλω δίπλα-δίπλα,
τι θα ʽναι; Πρόζα; Σταθείτε λίγο να πάρω πόζα…
Ξεκινάμε με τα φώτα της μνήμης και μʼ όσους
άλλους ορισμούς διαθέτει η ανοησία του καθενός,
ικανή να διακρίνει τα χρώματα της ίριδας απʼ τις
ταξινομήσεις του ζωικού βασιλείου. Για τα φυτά
ούτε λόγος. Γεννιούνται και πεθαίνουν ευτυχισμένα.
Το ίδιο και κάποια μαλάκια που διαθέτουν τα πάντα
εκτός από συνείδηση.
Την αρχή των πάντων την υποθέτουν όλοι.
Αφιερώνουν μάλιστα ατέλειωτες ώρες σε τέτοιες
υποθέσεις, που καταλήγουν να ξεχνούν αυτό που
δεν χρειάζεται να υποθέσουν, το τέλος τους.
Όπως και να ʽχει, για όλους ισχύει ένας
μοναδικός αξεπέραστος ορισμός: ζωή είναι
η ικανότητα προσαρμογής στις απώλειες.
Αυτή η ικανότητα κατακτάται με την εμπειρία,
όχι με την τέχνη. Η τέχνη δε μπορεί εκ των
πραγμάτων να εξασφαλίσει τη ζωή. Μπορεί
εκ των υστέρων να προσφέρει μια κάποια
εκτίμησή της, δηλαδή τίποτα σπουδαίο.
Συμβαίνει και κάτι περίεργο. Ίσως και να
μην είναι τόσο περίεργο. Η προσαρμογή
στις απώλειες, όσο περνά ο καιρός, αμβλύνει
την ικανότητα προσαρμογής στο καινούριο.
Η μνήμη αντιδρά, γιατί επιδιώκει τη συνέχεια.


Νοσταλγία σημαίνει αντίδραση στην έλλειψη,
δηλαδή καθυπόταξη στη συνήθεια, στη μνήμη.
Γιʼ αυτό, ενώ όλοι ζούμε με την απορία του τι
σκέφτεται ο άλλος, συμβαίνει το εξής κωμικό:
προσπαθείς να γίνεις άλλος, όταν για τους άλλους
παραμένεις ίδιος. Συμπέρασμα: δεν έχει καμία αξία
η κουβέντα για την ετερότητα και την ιδιαιτερότητα.
Φαντάσου λοιπόν πως είσαι αόρατος τυφλός
μέσα στο θόρυβο της δικιάς σου απουσίας,
πως είσαι μια τόσο δα μικρή σταγόνα που
αισθάνεται άβολα, και προσπαθείς να ξεφύγεις
απʼ όσα ποτέ δε σου καταλόγισαν, τα φαντάστηκες
όμως, φαντάστηκες πως είσαι μια κατανάλωση
σε πάγκους λαïκής αγοράς κι ανασαίνεις και περπατάς
κι αγγίζεις τις χρησιμότητες του μέλλοντος,
με το βλέμμα σκυφτό στο μέτωπο της γης,
ακολουθείς τις πορείες των λέξεων. Όταν σε πλησιάζουν
τα τέρατα της νύχτας, δεν έχεις τίποτα να πεις,
και καταλαβαίνεις ναι καταλαβαίνεις ότι μαζί σου
κανείς δεν ασχολείται. Η μνήμη σου μια τρύπια συνήθεια,
αλλά κανείς δεν ασχολείται μαζί σου. Συχνά μασάς
μια φέτα πορτοκάλι, κοιτώντας τις ώρες να φεύγουν,
απέναντι ο τοίχος να μην χαμογελά ποτέ, σοβαρός πάντα
κι αμείλικτος, αναρωτιέσαι μήπως αντικρίζεις άγιο
ή καταθλιπτικό τεμπέλη. Όχι πως θα ʽθελες να πιάσεις
κουβέντα μαζί του, αλλά η αγιότητα προκαλεί αμηχανία,
το ίδιο κι η θλίψη. Τα συναισθήματα κουράζουν,
πρέπει σώνει και καλά νʼ ασχολείσαι μαζί τους.

Και βρίσκεσαι στη βροχή ενός δρόμου, μόνος
σε ξαφνική βροχή, με τα κόκαλα να τρίζουν,
με λυγισμένα βήματα, αντικρίζεις εικόνες παιδικού
εφιάλτη, τυλιγμένος ως τη μέση από κινούμενη άμμο,
να βυθίζεσαι, να ξυπνάς μια συνηθισμένη μέρα
που θα σου χαρίσει άλλον έναν εφιάλτη, όταν θα τρέχεις
να ξεφύγεις από σκιές, και την ώρα που μαζί τους παλεύεις,
έτοιμος να λυγίσεις, ξυπνάς πάλι,
συλλογιέσαι πόσο ασυνήθιστο είναι το σκοτάδι,
πόσο αξεπέραστες οι εικόνες του. Και να ʽχουν περάσει
τόσα χρόνια, κι εσύ να ʽσαι μόνος μες τη βροχή,
να βυθίζεσαι ως τη μέση μες το παρελθόν,
να τρέχεις να ξεφύγεις. Από τι άραγε;
Σκοτάδι είναι η έκπληξη της μνήμης.
Άλλοτε πάλι θυμάσαι πτήσεις παιδικές,
να τρέχεις σε κατηφόρα, να κουνάς τα χέρια,
να πετάς πάνω απʼ όσα έζησες. Και ξυπνάς
μια συνηθισμένη μέρα κι αναρωτιέσαι
που πήγαν όλα αυτά τα όνειρα, γιατί δε μπορείς
πια να πετάξεις. Αλλά κανείς δε μπορεί
νʼ απαντήσει, ούτε συ ο ίδιος.
Σκοτάδι είναι η αναπόφευκτη λήθη.
Κι όσο προσπαθείς να μην ξεχάσεις, άλλο τόσο
βυθίζεσαι στην άμμο της παιδικής ηλικίας.
Θυμάσαι σκορπιούς που σε τρόμαξαν,
κορίτσια που ποτέ δε σου μίλησαν.
Αλλά τώρα μʼ ένα δαχτυλίδι στην καρδιά,
δείχνεις στον θάνατο από πού να περάσει
το βέλος του. Κάτι κατάφερες όλα αυτά τα χρόνια.

Οι παλιοί φίλοι ξοδεύτηκαν, οι καινούριοι γίνανε υποψίες.
Τους παλιούς έρωτες τους ζεις όταν κοιμάσαι.
Κοιμήσου λοιπόν. Εκεί όπου ονειρεύτηκες, ποτέ
δε θα ξυπνήσεις, ούτε στον ύπνο σου.
Ετοιμάσου για μελλοντικές απώλειες.
Δε γίνεται αλλιώς! Όπως δε γίνεται να σταματήσεις
να φοβάσαι. Μπορείς όμως να συνεχίσεις να μασάς
μια φέτα πορτοκάλι, κοιτώντας τις ώρες να φεύγουν,
κοιτώντας τον τοίχο, αυτόν τον άγιο, τον καταθλιπτικό
τεμπέλη που προκαλεί αμηχανία, σαν κι αυτούς που
δεν έχουν τίποτα να σου πουν, για να μπορείς
νʼ αντέξεις την απουσία σου, σʼ έναν κόσμο όπου
οι παρουσίες είναι σχεδίες σε σκοτεινά νερά.
Σε περιμένει το παρελθόν σου!
Εύκολο δεν είναι, το ξέρεις, ξέρεις καλά
τʼ απλωμένα βήματα, τη διαίρεση του πόθου,
τα θυμωμένα φιλιά που ρημάζουν τα ρόδα,
τʼ ανεξήγητα λόγια σε τοίχους καρφιά
μιας ολάκερης ζωής που δεν αντέχει απουσίες,
παρά μόνο τη σκέψη πως μπορεί να τα ʽχει όλα.
Έτσι, απομένει να βρεις την αγάπη που ξέχασες
σε τρένο χωρίς προορισμό…εκεί που σου μίλησε
μια ανάσα κι εσύ την έσφαξες μʼ ένα χαμόγελο,
γιατί αναστέναζες απʼ το βάρος μιας αόριστης
αμφιβολίας και ζητούσες να σου χαριστούν τʼ αστέρια,
γιατί ποτέ δεν κατάλαβες τίποτα δεν ξέχασες.
Ήθελες πάντα να ʽσαι ο μονόλογος
της δικιάς σου αποκλειστικής αλληγορίας,
να προσκυνάς την τοτεμική σου υπόσταση,
να δίνεσαι μόνο στην αυτάρκεια της φαντασίας σου.
Συνέχισε τα χαμένα πειράματα στο σκοτάδι της ανεπάρκειας.
Ώσπου και συ ο ίδιος νʼ αποκλείσεις
τον εαυτό σου, γιατί σε τι πίστεψες;
Παρεκτός απʼ τη διάρκεια της ικανοποίησης;
Και καθώς βιάζεσαι να γυρίσεις στο χώμα…
είναι τόσα πολλά…Η μνήμη σου έχει το μήκος
ενός σκουληκιού. Πότε ήσουν ειλικρινής;
Συνέχεια δικαιολογίες! Και πάντα περίμενες
να σε πάρουν στα σοβαρά…
Όταν μέσα σου ηχεί ο τροχός του πόνου,
είσαι για λύπηση όχι για κατανόηση.
Ώσπου να το καταλάβεις, μπορείς να ξοδεύεσαι
σʼ εκδηλώσεις ασήμαντες, έτσι όπως φαντάστηκες
σημαντικός πως είσαι. Γίνεσαι άλλη μια υποψία,
αλλά έχεις να κάνεις μʼ ανθρώπους, με μια φύση
ξεχασμένη. Το σκοτάδι σε περιμένει.

Όταν όλες οι απώλειες θα έχουν γίνει μνήμες,
κι εσύ θα κοιτάς τα νύχια του απρόσμενου,
πίσω από μια κουρτίνα που διαγράφει το φως
στιγμών ακαθόριστων, να ξέρεις τότε πως έγινες
η αιτία του μέλλοντός σου.
Μέρες μικρές! Χάδια από φως! Λόγια πεσμένα!
Όνειρα τρύπια! Ανένδοτη μνήμη! Ωραία ζωή!
Αξέχαστη νιότη! Βλακείας ανάγνωσμα!
Πόσο βολική είναι η σιγουριά!
Γιατί λοιπόν σκέφτεσαι αναντικατάστατες στιγμές;
Στις όχθες του φόβου στάθηκες ξανά και ξανά
με μάτια υγρά, τότε που πέθαιναν τα κρίνα.
Η σκέψη σου αίολη, μια υπογράμμιση στη συνήθεια.
Οι λέξεις πικρές ως τη δύση της εποχής που καιγόσουν
απʼ τη σιωπή των συμβόλων.
Όταν ήρθε το κρύο, έγινες ατμός.
Είσαι τʼ όνειρο που κουβάλησαν τα δάκρυα,
μετά από αιώνες μεθυσμένους στο πέλαγος
ασήμαντων κρίσεων. Μια φωτιά πλαγιάζει
τις νύχτες όταν άσκοπος γυρνάς, μελετάς
την αρχή των πράξεων. Μιλάς για λάθη
μακρινών εποχών, γιʼ αδέρφια με πλάτες γδαρμένες.
Ιστορία σου μια πονεμένη διάρκεια, μέτωπα
τρόμου, παλάμες νεκρών, σώματα βασανισμένα από αίμα,
στήθη γεμάτα σκιές, μάρτυρες θανάτου,
κατεδαφισμένα πρόσωπα, πυκνές αγωνίες,
καρδιές αδύναμες στο γκρέμισμα του χρόνου.
Σʼ αγκαλιάζουν αρχαία χαμόγελα, έχεις το στέρεο έδαφος
της απουσίας, μιας λάμψης νεκρής, βλέμμα
της νύχτας κραυγή παράδοξη. Γραφή έγινες μεσάνυχτα άγρια, βουβό ναυάγιο, γκρεμισμένο σε πτώματα λέξεων.

Ο ήλιος ξανάρθε να πλύνει τα θλιμμένα σου σχήματα,
πνοές που απλώνονται στης επανάληψης το μοιραίο βήμα.
Η μνήμη λειτουργεί πέρα απʼ το δηλητήριο της μέρας.
Τα σφιγμένα χείλη σου δίνουν χώρο να πέσεις
σε πένθιμες εικόνες μοναξιάς. Τίποτα δεν χτυπά στο
κατώφλι ανώφελων κινήσεων. Αποκτάς μιας φωνής
τα σκοτωμένα σύμφωνα. Ο άνεμος ματώνει την ερημιά σου.
Ζεις με τις λέξεις, με ανώφελα σχέδια, ανθίζεις αμίλητος.
Ας έλεγες τουλάχιστον πως θυσιάζεις την άνοιξη και κυνηγάς
το ασήμαντο. Με την καρδιά να υπακούει στην πέτρα,
με τʼ άδεια σπλάχνα της αυγής να γυρεύουν
το σάβανο της νύχτας…
Καιρό τώρα είσαι πιο νεκρός κι από τοίχο!

___
βλ. και http://www.poiein.gr/archives/13442/index.html

Γιώργος Πήττας, "Άλφα."


Άγνωστες βλέπω τις κοιλάδες μου
έτσι κι αλλιώς, πρώτη φορά τις περπατώ.

Ανώνυμες οι λίμνες μου μέσα στην άχλη μιας νύχτας
που δε λέει να φύγει ακόμα.
Θα φύγει!

Μακρύκαννο πρωινό, εκπυρσοκρότησε την Πρώτη του Χρόνου
και η σφαίρα ακόμα ταξιδεύει αποφράζοντας
τις δαιδαλώδεις αρτηρίες μου.

Τι θέλει ο άνθρωπος με τη στολή του δύτη
και στέκει αγνοούμενος στη μέση αυτού του κάμπου;
Γιατί είναι τόσο ξένος;

Γιατί κρατά ομπρέλα ανοιχτή;
Μήτε το φως έχει φανεί κι ούτε σημάδια για βροχή
έδωσε απόψε το φεγγάρι.

Γύρισα πέρα απ’ τον καθρέφτη
που είχε φυτρώσει εμπρός μου.
Μα να, κι άλλος, καθρέφτες πολλοί
προκύπτουν αίφνης από τη Γη
να φύγω;

Μ’ ένα λεβιέ ταχυτήτων στην κοιλιά
με μιαν εξάτμιση στην πλάτη
το Αραράτ καλώ εδώ, μπας και κρυφτώ
από τούτον εδώ τον ιχνηλάτη της ψυχής.

Άβυσσος.

Με μια ταξιανθία αρωμάτων και ποικιλίες μπαχαρικών
φορτωμένος
θα αμυνθώ όσο πρέπει, ώστε την κατάλληλη ώρα
συσσέπαλος να παραδοθώ, το κατά δύναμιν
άφθαρτος, έως παρθένος, στο τι με περιμένει.

Άγνωστες βλέπω τις κοιλάδες μου
έτσι κι αλλιώς, πρώτη φορά τις περπατώ.

Αποσκευές μου, ένα λευκό προσόψιο και το έσχατο
των δακρύων μου, σε μικρό κουτάλι,
να μεταλάβεις, να καταλάβεις
πως ούτω εστί το νόημα των ανέμων
που έλκουν τα νερά στα ψυχονήσια
των οιωνοσκόπων εραστών.

Έλα κατόπιν, να με καλοστρατίσεις
γιατί αποίμαντος πορεύθηκα ως εδώ
ακούγοντας το μινύρισμα της πέτρας,
συλλέγοντας σταγόνες υγρασίας,
που κρύβουν μέσα τους τις εξομολογήσεις των άστρων.

εκείνο το φως που τρεμοπαίζει πάντα μου έμοιαζε τραγούδι

Ανώνυμες οι λίμνες μου, μέσα στην άχλη μιας νύχτας
που δε λέει να φύγει ακόμα.
Θα φύγει!

Διάστικτο πρωινό, διαχέεται γύρω, σαν μουσική
ενός αυλού από την ανατολή
που χρόνια πολλά πριν
χάθηκε στις χαράδρες
μ’ ακόμη αντιλαλεί.

Αντιλαλεί και πάει, κι ανοίγει μονοπάτια
κι όπου σκληρά της Γης, τα κάνει τύμπανα
τα βάζει στο παιχνίδι, δεν αντιστέκονται,
κρατούν ρυθμό.

Τι θέλει ο άνθρωπος με το σκάφανδρο
και στέκει έφεδρος της νύχτας
απέναντι από το φως;
Γιατί είναι τόσο νέος;
Γιατί κρατά δοξάρι;

Μήτε ο αέρας σώθηκε, μήτε ο χρόνος σταματά
κι ούτε η γλώσσα της χορδής μοιάζει να ξέρει.
Γύρισα πέρα από τα χαλάσματα
που φτιάχτηκαν μπροστά μου.

Τζάμια σπασμένα, υαλοθραύσματα επιρρεπή
σε μια διαρκή ειρωνεία.
Αυτή των τεθλασμένων ειδώλων.
Άφωνος στέκω μες στο βαρύτονο τοπίο.
Δεν το αντέχω πια. Να φύγω;
Μ’ ένα ποδήλατο παλιό, ποδήλατο χωρίς πετάλια
το Αραράτ καλώ εδώ μπας και κρυφτώ
από τα πετρωμένα εκείνα που μόνος μου όρισα.


Άβυσσος.
Με μια χρόνια ορεσιπάθεια στη ματιά,
άσωτος κρημνοβάτης, επιθυμώ
να πετάξω χαμηλά, τη βαρύτητα να διδαχθώ.

Αποσκευές μου, μια φιάλη σφραγιστή
φέρει εντός της, τη βροχή
που έπνιξε τις πολιτείες που διάβηκα.
Λαβέ λοιπόν, για να κριθείς.
Λαβέ για να πλυθείς και να λειτουργηθείς
κι από το σώμα μου, με το νερό αυτό
να αποβάλεις το δέρμα που απέκτησα
βαδίζοντας γυμνός, τόσον καιρό.

Μακρύκαννο πρωινό εκπυρσοκρότησε την Πρώτη του Χρόνου.

Η σφαίρα, διέρρηξε την αορτή, πριν την καρδιά μου
αγγίξει.

Εκτοξεύθηκε, άνοιξε, φώτισε και γιόρτασε τον ουρανό μου
ίσαμε που ʽσβησε. Πυροτέχνημα.

Άγνωστες βλέπω τις κοιλάδες μου,
έτσι κι αλλιώς πρώτη φορά τις περπατώ
Πλησίστιος, πλησιφαής κι όμως μεσίστιος, ρωτώ:

Τι θέλει ο άνθρωπος και στέκει έμβρυος
στη μέση αυτού του κόσμου;

Γιατί χαμογελάει πλάθοντας τις οδύνες του
βαφτίζοντάς τες μοίρα;

Δεν κρατάει τίποτα.
Τίποτα δεν κρατάει.

Με τα χέρια στην έκταση ανοιχτά
μοιάζει να χορεύει συνέχεια
ανάμεσα στο πλήθος, να διαπερνά τα σώματα
και αενάως να διαφεύγει τον κίνδυνο που ονομάζει
εγκλωβισμό.
Έμβρυος. Κι ωστόσο το βλέμμα του
γερνάει ολοταχώς, τόσο, που κάποτε
μοιάζει με νύχτα.

Βρέφος, το απροσπέλαστο, πονάει ακόμα
σε κείνο το πλευρό που ο Θεός του πήρε.

Μακρύκαννο πρωινό;
Εκπυρσοκρότησε την Πρώτη του Χρόνου;
Ποτέ δεν κατάλαβα ότι για χρόνια πολλά, περπατούσα
ανάμεσα στις μικρές χαραμάδες που αφήνουν
οι από αιώνες συγκολλημένες πέτρες.

Η λάσπη έγινε χώμα ξερό, θρυμματίζεται στο πέρασμά μου.
Ο τοίχος όμως αντέχει.

Τόσοι σεισμοί, τόσες ξηρασίες, και περπατώντας ανάμεσα
δεν ένιωσα ποτέ την παραμικρή μετατόπιση.

Από πέτρα σε πέτρα, ανακάλυπτα κάποιες φορές πράγματα
καινούρια, ασήμαντα, άλλοτε αδιάφορα κι άλλοτε
ικανά να βάζουν την καρδιά μου σ’ έναν ταχύπαλμο
ρυθμό:

Ένα ξερό κλαδάκι,
ένα πέταλο από αρχαίο τριαντάφυλλο
λίγη χρυσόσκονη, κάποιο νήμα μεταξιού
μια πεταλίδα σκονισμένη και στεγνή να θυμάται
παφλασμούς.

Μακρύκαννο πρωινό;
Εκπυρσοκρότησε την Πρώτη του Χρόνου;

Ποια να ʽναι η αλήθεια; Τι είναι η αλήθεια;
Τι υπάρχει μετά το κλέος της παραβίασης κάποιων ορίων;
Τι θα πει όφελος, σκοπός, έργο Τι είναι θυμάμαι;
Και τι είναι γνωρίζω;
Τι είναι αυτό και κείνο και τ’ άλλο;
γιατί ρωτάω;

γιατί οι απαντήσεις δεν παίζουν κανένα ρόλο;
Τι ζωγραφίζει τις τροχιές μας;

Τι μας νοιάζει;
Σε ποιο έγκλημα συμπράττω;
όταν αποσύρω το βλέμμα μου από τους καθρέφτες;
Άγνωστες βλέπω τις κοιλάδες μου,
έτσι κι αλλιώς, πρώτη φορά τις περπατώ
καθώς, ποτέ δεν έφυγα από τις χαραμάδες.

Τώρα, που μάζεψα τόσους ίσκιους
που γέμισα το σάκο μου βροχές
μπορώ να κοιμηθώ
μπορώ και να κινήσω.

«Ο την επταπλάσιον κάμινον και την φλόγαν
την εν Βαβυλώνι
εις δρόσον μεταβαλών
και τους αγίους σου τρεις παίδας
σώους διαφυλάξας»*

Κύριε; Πώς την αντέχεις τόση Έπαρση;
Τι εκπυρσοκρότησες την Πρώτη του Χρόνου;

Ωμέγα.

___
*από τους εξορκισμούς του Αγιασματαρίου της Ορθόδοξης εκκλησίας.

βλ. και: http://www.poiein.gr/archives/9703/index.html

Πέτρος Γκολίτσης, "Το φόρεμα"


Γυρίζουν οι νεκροί σαν δορυφόροι

αδέσποτοι φυγόκεντροι στους ζωντανούς για λίγο

σπιράλ μετά όλοι μαζί στο βάθος σβήνουμε

μιας νύχτας έναστρης και μπλε καμπυλωμένης

σκορπίζουμε στη νύχτα των Chagall

σκεπτόμενοι το άσπρο φόρεμα της νύφης της ιπτάμενης

που ξέμεινε στη γη


___
βλ. και http://www.poiein.gr/archives/13460/index.html

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Χάρης Βλαβιανός, "Απ' τα Σονέτα της συμφοράς, 58"


Όλες οι λέξεις που ισχυρίζονται
ότι εξημερώνουν τον θάνατο λένε ψέματα.
Τα χέρια σου όμως που τώρα κρατάνε
την τεφροδόχο με τις στάχτες της είναι αληθινά.
Όλες οι λέξεις που ισχυρίζονται
ότι παγιδεύουν την ομορφιά λένε ψέματα.
Τα χείλη σου όμως που τώρα γεύονται
μες στο σκοτάδι τα δικά της είναι αληθινά.
Όλες οι λέξεις που ισχυρίζονται
ότι αλώνουν τη σιωπή λένε ψέματα.
Το ποίημα όμως που τώρα έρχεται στο φως
καταλύοντας τη λευκότητα είναι αληθινό.

Κρατιέσαι από τις λέξεις, λες και η θάλασσα έχει κλαδιά.
Όμως βουλιάζεις διαρκώς. Το στόμα σου είναι ήδη κάτω απ' το νερό.

___
(Χάρης Βλαβιανός, Σονέτα της συμφοράς, εκδ. Πατάκη, 2011)

Ewa Lipska, "Manifesto"


Gods of the world unite!
Set up the party of one heart and liver,
And save the milkman
who at the crack of dawn
milks the morning mist
and whistles the tune about freedom.

___
Translated by Clare Cavanagh

βλ. http://www.wsp.krakow.pl/nkja/literature/polpoet/lipska.htm

Anna Kamienska, "The key"


A small boy wears a key
round his neck on a string.
A symbol of homelessness.
He carries his empty home,
where he can return any time
but he will not go back because
empty houses do not make homes.
Don't lose it, said his mother, leaving.
Dinner is in the oven.
One day he will lose the key,
he will wander as if in a dream,
he will pluck at his chest.
It was there, on thick string.
A small boy with a key.
I meet him on my way
and cannot help him at all.
I lost all my keys too.

___
Translated by Stanislaw Baranczak and Claire Cavanagh

βλ.
www.wsp.krakow.pl/nkja/literature/polpoet/kamienska.htm

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

Δημήτρης Αθηνάκης, "Παραλήρημα για τα τέσσερα πόδια μιας αγάπης"



Βλέπω τα ναι σου να έρχονται από μακριά
και τα δικά μου, σαν κεριά,
κραδαίνουν,
καίνε
τους αιώνες περιμένοντας

Φυσά δυνατά
μου φεύγει το καπέλο τα γυαλιά το τατουάζ το χέρι μου
μου φεύγει
το πόδι κι ένα μάτι


[Μένω έτσι να χαμογελώ
εμπρός σε πίδακες που η χαρά τού τίποτα αναβλύζει]

η χαρά –
μόνη κι αυτή

Μείνε εσύ, αν θέλεις, παραδίπλα
– κι ας μη μας καταλαβαίνει κανείς

[Δε χρειάζεται και τούτο να μας πνίξει]

Μόνο να ρέει
ο καιρός
το κρασί
ο καπνός
να ρέει


___
βλ. και http://poeticanet.com/poets.php?subaction=showfull&id=1238470073&archive=&start_from=&ucat=185&show_cat=185

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

Έκτωρ Κακναβάτος, "ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΑΛΛΟΘΙ"


Το σκυλί μου κόπια του όγδοου αιώνα
κομμένο στα τέσσερα
μ’ άλλους σακατεμένους κώδικες
λέω να το πουλήσω για πατατόσπορο

έχω παιδιά να θρέψω
θέλει πισσόχαρτο η στέγη μου
θέλει καλαμπόκι το κοτέτσι
θέλουν τα ποντίκια μου τυρί
την Πτολεμαία Κλεοπάτρα θέλω στο στρώμα μου
και βρέχει.

____
(Απ’ τη συλλογή Κιβώτιο ταχυτήτων)

Σάββατο, 2 Απριλίου 2011

Σωτήρης Παστάκας, "ΑΛΟΗ ΚΑΙ ΣΑΠΩΝΑΡΙΑ"



VI. ΑΛΟΗ ΚΑΙ ΣΑΠΩΝΑΡΙΑ
Στον Γεδεών Γκουτσούμπα, στον Άδη

Το νερό δεν είναι ποτέ ζεστό
στην μπανιέρα, μόλις ανοίξεις το ντουζ, όσο
κι αν το σπρώχνεις στο κόκκινο. Το απόθεμα
των υδραυλικών σωλήνων εκστομίζει
κρύο κι αναφυλαξία. Εκείνη
τη στιγμή το χάος ανάμεσα
σʼ επιθυμία κι εντολή,
έχεις όλο το χρόνο να σκεφθείς,
πολύτιμα δευτερόλεπτα ανακωχής,
το σώμα σου στις ελάχιστες
παραμορφώσεις του: ο νεκρός χρόνος
της θέασης ενός σπίλου,
ένας καλόγηρος που κατασκήνωσε
σε μια πτυχή του γλουτού σου
μοναχός και παραδείσιος
από μηνός και πλέον,
η αντίστροφη ανάπτυξη
μιας τρίχας που εξελίσσεται ερήμην σου
σε απόστημα, μια επίμονη φαγούρα
στους όρχεις. Έχεις όλο το χρόνο
μέχρι να φτάσει ζεστό το νερό
στη σωλήνα να ψάξεις το σώμα σου
στις ελάχιστες μεταλλάξεις του,
το εξωτερικό που αναβλύζει
και σου γλύφει τους μηρούς
ρυάκι που αλλάζει θερμοκρασία
κρύο, ζεματιστό, επιθετικό
διακόπτει την ενασχόλησή σου
με τον εξωτερικό σου εαυτό,
που όσο κι αν τον ψάχνεις νυχθημερόν,
σου φαίνεται πως δεν θα επικοινωνήσεις
ποτέ μαζί του: από το κρύο ντουζ
στο ζεστό κι απʼ το καυτό
στην οδύνη το σώμα αποτραβιέται,
θέλει να αποφύγει το επώδυνο
ερέθισμα, ως τα άκρα
κι ας είναι μόνο τα δάκτυλα
σομελιέ της καθημερινής σου δοκιμασίας,
αφού κανένας δεν σου απάντησε ακόμη
πως ξεπλένονται τα σπλάχνα,
τα σηκώτια σου πως ξεματίζονται.


Ποιος ποτίζει την κοιλιά
το λεπτό και παχύ έντερο
που πλέον ξεχυλίζουν από παντού
και σου αποκρύβουν τη θέα.
Εκεί κάτω όμως, η ζωή γλιστράει
σε απόσταση χειρονομίας,
αρκεί μόνο να απλώσεις τα χέρια σου
να τα καθοδηγήσεις, έτσι
που ανάμεσα στις σαπουνάδες
στην αλόη και τη σαπωνάρια,
ακόμη πιο καυτό κι απʼ το ζεστό
νερό, να κυλήσει αβίαστα
στα μπούτια σου το σπέρμα,
όμοια κι η ψυχούλα σου ξέφυγε

μες στο σιφόνι της μπανιέρας.

____
Προσευχές για φίλους/Prayers for friends (δίγλωσση έκδοση, με μετάφραση στα αγγλικά του Γιάννη Γκούμα), Σαιξπηρικόν, 2011

βλ. και
http://www.poiein.gr/archives/13423/index.html#more-13423

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Τάσος Φάλκος, "Οι Λύκοι"



Κλείνουμε πίσω μας τις πόρτες
Σφραγίζουμε τις χαραμάδες
Μα στην κοιλιά της μνήμης
Όπου στοιβάχτηκαν σκουπίδια των καιρών
βουλιάζουνε τα κυπαρίσσια
Oι λύκοι ψαχουλεύουνε
στον σκουπιδότοπο της μνήμης

___
βλ. και

Βασίλης Ζηλάκος, "Η καχύποπτη γάτα ή μια γυναίκα εξομολογείται στις κόγχες των τριανταφύλλων"



Ἄλλοτε πάλι μιλῶ μὲ τὴν ἀθωότητα
ἑνὸς ἀγουροξυπνημένου
ἢ μεταγγίζω στὶς φλέβες μου
τὴν Ἁγιότητα τῆς νύχτας
γιὰ νὰ ὑπάρξω ἀνύπαρκτη
ἀδιαφορώντας γιὰ ὅλους ἐκείνους
ποὺ σχίζουν τὸ σεντόνι
τῆς μέρας γιὰ νὰ περάσει τὸ φῶς
ἀδιαφορώντας ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ περιστέρια
ποὺ φέρνουν τὴ ζωὴ στὰ μέτρα τους
φτερουγίζοντας σ’ ἕνα ἁπαλὸ μενεξελὶ
ἀπόγευμα ὀνείρου


Ἐπιστρέφοντας ἀργὰ στὸ σπίτι μου
κάνω νὰ χαϊδέψω τὴ γάτα μου
μὰ ἐκείνη ἀπομακρύνει τὸ κεφάλι της
γιατὶ ξέρει πὼς ἡ ἀγάπη
ποὺ κοχλάζει μέσα μου λέγεται δίψα
γιατὶ ξέρει πὼς τὸ φῶς
ποὺ κάθε πρωὶ σιγοκαίει
τινάζει δυνατὰ τὴ χαίτη του
χωρίζοντας στὰ δυὸ τὸ σῶμα μου τὰ βράδια


Δείχνω ἤρεμη
ὅμως ἡ χαρὰ τοῦ γυρισμοῦ
τρέχει μέσα στὴν κοιλιά μου
κι ἐλπίζοντας ἀκόμη στὴν ὀξύτητα
τῶν λουλουδιῶν τῆς ἄνοιξης
ἀφήνω πάντα τὸ παράθυρό μου ἀνοιχτὸ
γιὰ νὰ περάσει ἡ ἀμεριμνησία
καὶ νὰ μὲ βρεῖ ξαπλωμένη


Λοιπόν, τώρα σιωπή:


Βγαίνω ἔξω γιὰ νὰ καθαρίσω
τὴν πηγὴ στὸ βοσκοτόπι•
θὰ σταματήσω μόνο γιὰ νὰ ἀπομακρύνω
τὰ φύλλα…


___
Βασίλης Ζηλάκος, “Η κούπα του τσαγιού” (αποσπάσματα από τα τετράδια ενός τραυλού Ερημίτη), εκδ. Οδός Πανός 2011