Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Γιώργος Μαρκόπουλος, "Ακάλυπτος χώρος"


Ι

Ξυπνάει και κοιτάζει το σπίτι του.
Τα τετραγωνικά του λίγα,
τα έπιπλα με την αξιοπρέπεια ρυθμισμένα, της ανάγκης.
Τα ρούχα του, τα σακάκια μετρημένα, το ίδιο.
Το παντελόνι μεταξύ ατημελησίας και διαφαινόμενης φθοράς.
Τα παπούτσια επίσης, γεμάτα γαζιά,
που η τέχνη του μάστορα επιμελώς είχε "κρύψει"
ενώ τα πόδια του ανυπεράσπιστα, μαλακά
καθώς φοράει τις κάλτσες
του θυμίζουν πως δεν ήταν
και για πολύ μεγάλα, εντέλει, στη ζωή πράγματα.
Ύστερα φτιάχνει τον καφέ του.
Φέρνει δυο μαραμένα φρούτα, λίγο μέλι και θυμάται,
ώσπου έτσι φτάνει πια σιγά σιγά το μεσημέρι,
τρώει, πλαγιάζει και σηκώνεται κατά τις επτά.
Συνήθως - και ύπουλα - τον διαβρώνει την ώρα εκείνη
ένα υφέρπον παράπονο
και ένα τζάμι θαμπό, το δάκρυ στα μάτια,
του κόβει τον κόσμο στα δύο.

Κάπως έτσι λοιπόν ένα βράδυ
το αίμα θα μπουκάρει μέσα στο σκάφος - στο κρανίο του -
θα τα βρέξει όλα, θα τα γεμίσει και θα πεθάνει.

___
Γιώργος Μαρκόπουλος, ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου