Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rafael Canogar. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rafael Canogar. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

Θοδωρής Ρακόπουλος, "Μπαλάντα για τους συνοριοφύλακες"



Εκείνος κάθησε ολόκληρος, βαρύς, και σήκωσε το

χέρι να καλέσει πίσω από τον πάγκο το γνωστό

κορίτσι. Ένιωθε, γυρνά και λέει στον σύντροφό του,

σαν ξαφνικά από μέσα νά’βγε ένα ζώο που είχα ξεχάσει νηστικό

για μέρες – με αρπάζει και μου ψιθυρίζω: «άκουσέ το»:

(Σιώπησε. Έριξε μια ματιά στο μαγαζί, στο διάκοσμό του)-

«το συρματόπλεγμα πιο πάνω ανέβασέ το»,

άκουσα να μου λέει. Η κρύα υφή στο δέρμα από μπουκάλι,

τον έκοψε. Κοιτά τριγύρω: ξεδοντιάρικα χαμόγελα. Η πρώτη

γύρα Amstel κερασμένη, κάν’ η γκαρσόνα, κάπως μηχανικά.

Κάθεται πάνω σε στοίβα ρούχα ματωμένα. Εκείνος άρπαξε το

μανίκι απ’το κορίτσι. Οι τέσσερείς τους τώρα. Έξω, κρότοι

και φωνές ακούγονται απ’το χιόνι ησυχασμένα, επαναληπτικά:

«Το συρματόπλεγμα πιο πάνω ανέβασέ το».

Εκείνος έκλεισε το μάτι (το καλό του) στον κόσμο ολογύρα,

να δείξει πως όλοι (έξω και μέσα) σαν Εκείνον μοιάζουνε.

Ο σύντροφός του θυμήθηκε τη λάσπη, το αίμα: «τίναξέ το,

τίναξέ το». Δεν μίλαγε. Μετά πήρε να σκέφτεται πώς έπαιξε το

Άρσεναλ-Μίλαν. Η γκαρσόνα έσυρε απ’το μπαρ μια γύρα

ακόμη. Ο άλλος (ο τέταρτος), δεν είχε αγγίξει διόλου μπύρα,

θυμόταν μόνο πότε άκουσε πρώτη φορά να κράζουνε

«Το συρματόπλεγμα πιο πάνω ανέβασέ το».

Κι εκεί είχε μείνει. Τέταρτος. Ξαναχιονισμένα μίλια εμπρός του.

Τα ρούχα του συνέχισαν, μέσα στη λάσπη, μέσα στο αίμα,

μ’ Εκείνον, με τον σύντροφο, την Άρσεναλ, το βλέμμα

νηστικού ζώου που ψιθύρισε, πατώντας το λαιμό του,

«Το συρματόπλεγμα πιο πάνω ανέβασέ το».

___
βλ. Τεφλόν τχ. 4 και http://ekebi.wordpress.com/2011/09/05/1-3/

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Γιώργος Μαρκόπουλος, "Ακάλυπτος χώρος"


Ι

Ξυπνάει και κοιτάζει το σπίτι του.
Τα τετραγωνικά του λίγα,
τα έπιπλα με την αξιοπρέπεια ρυθμισμένα, της ανάγκης.
Τα ρούχα του, τα σακάκια μετρημένα, το ίδιο.
Το παντελόνι μεταξύ ατημελησίας και διαφαινόμενης φθοράς.
Τα παπούτσια επίσης, γεμάτα γαζιά,
που η τέχνη του μάστορα επιμελώς είχε "κρύψει"
ενώ τα πόδια του ανυπεράσπιστα, μαλακά
καθώς φοράει τις κάλτσες
του θυμίζουν πως δεν ήταν
και για πολύ μεγάλα, εντέλει, στη ζωή πράγματα.
Ύστερα φτιάχνει τον καφέ του.
Φέρνει δυο μαραμένα φρούτα, λίγο μέλι και θυμάται,
ώσπου έτσι φτάνει πια σιγά σιγά το μεσημέρι,
τρώει, πλαγιάζει και σηκώνεται κατά τις επτά.
Συνήθως - και ύπουλα - τον διαβρώνει την ώρα εκείνη
ένα υφέρπον παράπονο
και ένα τζάμι θαμπό, το δάκρυ στα μάτια,
του κόβει τον κόσμο στα δύο.

Κάπως έτσι λοιπόν ένα βράδυ
το αίμα θα μπουκάρει μέσα στο σκάφος - στο κρανίο του -
θα τα βρέξει όλα, θα τα γεμίσει και θα πεθάνει.

___
Γιώργος Μαρκόπουλος, ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 2010

Άρης Αλεξάνδρου,"Μέσα στις πέτρες"


Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του
στο πριονιστήριο;
Η θέση μας είναι εδώ σ’ αυτό το δάσος
με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς
με τις ρίζες σφηνωμένες μέσ’ στις πέτρες.