Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

Θόδωρος Καλαμπούκας, "Σαν πρόλογος"


"...Τα ποιήματα σου που αγάπησα γιατί τα καις;
Γιατί τα καταστρέφεις; Μοιάζει μ' αυτοκτονία,
στρέφεσαι ενάντια στον εαυτό σου..."
Από γράμμα του φίλου Γ.Ι.* 


Όταν έχεις συμπληρώσει
μια μακριά θητεία εκτεθειμένος
στον ήλιο και στον άνεμο
παύεις να συγκρατείς
λεπτομέρειες γεγονότων
που άλλοτε θα σου φαινόταν αξιοσημείωτα.

Αργότερα, διαπιστώνεις ότι
χωρίς να τό 'χεις καταλάβει
απόθετες στη λησμονιά ολόκληρα τα γεγονότα.

Γίνεται όπως με τα στεφάνια της πρωτομαγιάς:
Μαραίνονται, στεγνώνουν μέχρι το καλοκαίρι,
ώσπου τις νύχτες του Αϊ-Γιάννη ανάβουμε μ' αυτά φωτιές.

Έτσι, ίσως εξηγείται γιατί ο Νέρων έκαψε τη Ρώμη.
Υποψιάζομαι
ότι βαθιά την αγαπούσε.
Τώρα μπορεί να φανταστεί κανείς
τα συναισθήματα που προκαλεί
η απρόοπτη ανεύρεση ενός φακέλου ξεχασμένου
με σημειώσεις και μικρά χαρτάκια
ιχνογραφημένα με κομμάτια ζωής
καθώς αναδύονται από τη λήθη.

Πολλά απ' αυτά είχαν ξασπρίσει κυριολεκτικά
και κάποια στάθηκε αδύνατο να τα διαβάσω.
Δε μένει αμφιβολία:
Ο καιρός έκανε ευσυνείδητη δουλειά.

Μεγάλωνε η έκπληξη μ' όσα διαβάζονταν.
Ήταν γραμμένα, βέβαια, από το χέρι μου.
Οι σκέψεις έμοιαζαν νά' ναι δικές μου.
Κι όμως, τα γεγονότα ολωσδιόλου άγνωστα.

Σα να' χε από ρωγμή περάσει φως
στο αρνητικό του σκοτεινού θαλάμου.

_
Ο Γ.Ι. είναι ο Γιώργος Ιωάννου (1927-1985)

Θόδωρος Καλαμπούκας, Αντοχή των υλικών, εκδ. Αλδε, 2007. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου