Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Βασίλης Ζηλάκος, "Επίκληση ή η μυστική καμπάνα"


Δέντρο βαρύτερο του κόσμου
που μεσ' στις πληγές μου αμάρτησες
εξαγγέλοντας χοντρό σκοινί, τυφλό αέρα
κι εφτά κλωνάρια ρίγανης για να υψώνω
την ευχή του πληγωμένου ζώου,
σκύψε κι άκουε στον κίτρινο τούτο τόπο
κάθε τι πριν από πολλούς αιώνες:
Όταν ο ήλιος χαμογέλασε στα ρόδα
δείχνοντας σε λίγους γνωστικούς
που γύρω κει περδιάβαιναν μονάχοι
τα τρύπια δόντια του με τις πολλές εξόδους
στις σκοτεινές στοές των αχνών μας
εγώ τον κόντε Διονύσιο Σολωμό
εθαύμασα νομίζω τότε στο πλευρό μου
Από ώρα με τη σελήνη συντροφιά
έκλαιγε αυτός πλάι σ' ένα ρυάκι
αν και τίποτα ακόμη δεν είχε ξεκινήσει
Το πρόσωπο του, μόνο, διαγώνια
είχε στραμμένο στο νερό
και τα βλέφαρα του σε μιαν αστραπή
εκεί θαρρούσες βυθισμένα. Ξάφνου
σταμάτησε να προχωρά κι άρχισε
να τινάζει πάνω κάτω ένα μακρύ
και λεπτό κλαδί που είχε μισοσπάσει
κι ανάλαφρο κρεμόταν στο βορρά
Χτύπα, μου είπε, Θάνατος είναι
ο σεισμός που όλεθρο ονομάσανε
βουτώντας έπειτα τα χέρια τους
σε μαύρες τρικυμίες, εσύ όμως ξέρεις:
Ποτέ απ' τις πηγές, μα απ' τα ανάμεικτα
ποτάμια γεννιούνται οι πατρίδες
που μ' αγνή φωτιά των ανθρώπων ασπρίζουν
τα κρανία για να ψηθεί ξανά το μέλλον.

______
Βασίλης Ζηλάκος, Ξύλο ξανθό π' αφράταξε στο στόμα, εκδ. Οδός Πανός, 2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου