Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013

Γιάννης Δούκας, "Μετά τα ποικίλματα"



H βόλτα μου ανασκαφή κι ο δρόμος
μια φλέβα χαραγμένη της ερήμου,
εγκάρσια τομή στην εποχή μου
νωπή, βαθιά. Ανοίγοντάς την, όμως,

κι όλες τις περασμένες φανερώνει,
περίτεχνα ποικίλματα στο γκρίζο
σκυρόδεμα του τόπου μου. Τι χτίζω;
Κάτι που θ’ αντιστέκεται στη σκόνη

ή που σωρεύει σκόνη παραπάνω;
Ψάχνω να βρω, μ’ απόγνωση, την ύλη
την πρώτη μου κι αστείρευτη να στείλει,
σαν μήνυμα, μορφή, για ν’ ανασάνω

πιο πέρα απ’ τις γωνιές και τις γραμμές σου,
Γοργόνα μου, πουκάμισο του Νέσσου.

____

Γιάννης Δούκας, Το σύνδρομο σταντάλ, εκδ. Πόλις, 2013.


Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Κώστας Παπαγεωργίου, "Το μαύρο κουμπί"


Στην πόρτα στέκομαι άναυδος σαν έτοιμος να βγω και
πράγματι έτσι- θα έβγαινα μα στέκομαι σαν άναυδος
και ακίνητος. Γιατί 'ναι η μάνα μου σκυμμένη εμπρός
μου εκεί, ράβοντας στο κατάλευκο πουκάμισό μου που
φοράω ένα κουμπί προσεχτικά μη με πληγώσει όπως
κρατάει σε απόσταση ελάχιστη απ' το στήθος μου το
ρούχο. Αλλά είναι μαύρο το κουμπί κι αυτή το ράβει
τόσο φυσικά, μπορεί επειδή δεν πρόσεξε το χρώμα του
το αταίριαστο με το λευκό. Και ράβοντας σκυμμένη
εμπρός μου εκεί χωρίς να με κοιτάξει με ρωτά «ποιον
ράβω εδώ;»- δυο τρεις φορές. Ομως γιατί δεν απαντώ
ξαναρωτάει μόλις υψώνοντας το βλέμμα της μηχανικά
κατά το πρόσωπό μου μια στιγμή «ποιον ράβω εδώ;»
-χωρίς ωστόσο πάλι να με δει. Οπότε εγώ με λύπη
αλλά μεγάλη, ίσως γιατί λυπόμουν κιόλας για το χρώ-
μα του κουμπιού-το μαύρο αυτό- της λέω «έναν
νεκρό». «Εναν νεκρό», της ξαναλέω με βούρκωμα στα
μάτια όπως την έβλεπα σκυμμένη εμπρός μου εκεί να
ράβει κι αυτή κλαίγοντας «μην ξαναπείς νεκρός», όλο
έλεγε και με παρακαλούσε.
 ______ 
ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Η λύπη των άλλων, εκδ. Κέδρος, 2009.
 

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Σταύρος Ζαφειρίου, "XII. non Oedipus"

Χτες βράδυ μετά τα μεσάνυχτα, ο φωτεινός σηματοδότης τού δρόμου –έξω
ακριβώς απ’ το παράθυρό μου– έπαψε απότομα να πάλλεται στο πορτοκαλί·
απόμεινε εντελώς σκοτεινός, με αποτέλεσμα να με αποσυντονίσει.
Σκοντάφτοντας και σκοντάφτοντας
στα οστά των νεκρών,
ξηλώνοντας από εμπρός μου τον
–πότε πρόλαβε;–
εν προόδῳ ιστό τής αράχνης,
φόρεσα πάλι τα παπούτσια
του Κυριακάτικου περιπάτου μου,
κάθισα ανακούρκουδα στο πάτωμα
και άρχισα με υπομονή να πλέκω,
μια μέσα-μια έξω, το πλατύφυλλο σκότος,
μια μέσα-μια έξω, τις χορτασμένες ρίζες του,
μια μέσα-μια έξω, στα μάτια μου,
το στεφάνι μιας ανθεστήριας νύχτας.
Αν και δεν ήταν αρκετά τα υλικά,
αφού οι καθρέφτες, οι ύπεροι των λουλουδιών,
και προπαντός οι λυπημένες λέξεις,
είχαν εξ ορισμού αποκλειστεί,
κατάφερα ωστόσο να πετύχω
–χάρη κυρίως στ’ αβαθή των ποταμών
και στων πευκόφυτων πλαγιών τις αναφλέξεις–
μια καθόλα ευπρόσωπη σύνθεση·
μια σύνθεση, όπου παρά
το ατελές τού σχήματός της,
έπειθε εντούτοις
για τις τίμιες προθέσεις της.
Οι μορφές που υπήρχαν τριγύρω μου, όχι φαντάσματα, όχι, μα οι γεμάτες σφρίγος μορφές με τα μεγάλα άκρα και τη βιταλιστική καταγωγή, που εδώ και χρόνια κατοικούν μαζί μου, που εδώ και χρόνια μ’ ακολουθούν πιστά στις ολοένα πιο συχνές μετακομίσεις μου, χωρίς να μου παρενοχλούν τη λο-γική·
οι ίδιες εκείνες μορφές που ανοίγουν και κλείνουν την πόρτα μου σε κάθε έξοδο και κάθε είσοδό μου, που ιδιοποιούνται, δίχως ενοχές, αόριστους και παρατατικούς και ενεστώτες, και που κινούνται με παρόμοια ευχέρεια μέσα, ανάμεσα και έξω από τον ύπνο μου, ορατές ακόμη κι αν ήμουν τυφλός, αό-ρατες ακόμη και αν διέθετα τις άφατες αισθήσεις,
ανταμείβοντας γενναιόδωρα τη φιλότιμη κι έντιμη τέχνη μου, την τέχνη τού πλεξίματος των στεφανιών, μου αποκάλυψαν στη λοξεύουσα γλώσσα τους την άλλη λύση τού αινίγματος της σφίγγας.
Ένας άνθρωπος στέκεται μπροστά στο παράθυρο·
κοιτάζει·
έξω από το παράθυρο κοιτάζει,
εκεί όπου όλα γίνονται υπαίτια και δρουν,
σαν να ’ χουν σκηνοθετηθεί έτσι που να μετέχουν
στην πράξη τής εκπλήρωσης που αναπαριστούν.
Ούτε σωπαίνει ούτε μιλά, ξαναμιμείται μόνο
τις λέξεις που τον στιχουργούν και τον διαδραματίζουν,
ποντάροντας τη γλώσσα του στη μπλόφα των χρησμών·
όλη τη γλώσσα του σε μια παρτίδα μύθων,
σ’ ένα εντελές συντακτικό μόρσιμων επωδών.
Έπαιξε κι έχασε της πόλης του τις πύλες,
των αστραγάλων του τις μελανές πληγές,
το αθήλαστο της μάνας του και το κακό κρεβάτι.
Μόνο τα μάτια του δεν κέρδισε κανείς,
τα σπαραγμένα μάτια του, το βλέμμα
που επινόησε μέσα από των βλεφάρων του
το αίμα.
Ένας άντρας μπροστά στο παράθυρο· κοιτάζει,
όχι την πράξη που έχει ονομαστεί,
όχι αυτή την πράξη·
κοιτάζει τον τυφλό που κατευθύνεται
ικέτης στη χαλκόστρωτη οδό.
Ένας άντρας μπροστά στο παράθυρο.
Οδηγημένος απ’ τους άλλους στο παράθυρο.
Δεν είναι ο Οιδίποδας. Όχι,
δεν είναι αυτός.


______
Απο τη ποιητική συλλογή:

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Τάσος Φάλκος, "Το ροζ"



Καθώς σκεφτόμουνα το σκοτεινό
κι ο νους μου γέμιζε εγκατάλειψη,
τα τζάμια έφεραν το ροζ επάνω στο γραφείο μου
Μια ταραχή παράξενη με συνεπήρε
και βγήκα στο μπαλκόνι
σύννεφα κατακόκκινα σκεπάζανε τον ήλιο
ο ορίζοντας σιγόκαιγε με καφετί φωτιά
μια αναμονή διαγραφόταν στον αέρα
και τότε άνοιξε το σύννεφο
και μια κολόνα φως
στηρίχτηκε στη γη


______

Τάσος Φάλκος, Σχεδιάσματα με φως, εκδ. Ζήτρος, 2005.

_____

Μίλτος Σαχτούρης, "Ο περίπατος"


Βάδιζα κατὰ μῆκος τῆς ἀκτῆς
μιὰ βαριὰ συννεφιὰ σκέπαζε τὸν οὐρανὸ
τὰ κύματα γκρίζα κι ἀνατριχιαστικὰ
κύματα γκρίζα σκάζαν στὴν παραλία
μιὰ δύναμη μ᾿ ἔσπρωχνε νὰ κάνω στροφὴ
ν᾿ ἀρχίσω νὰ περπατάω πάνω στὰ κύματα
μαῦρες γάτες περπατοῦσαν πάνω στὰ γκρίζα κύματα
καὶ ἡ ψυχή μου ἦταν νεκρή.

Ὅμως ξαφνικὰ ἕνας ἥλιος ἔσκισε τὰ σύννεφα.
ἡ θάλασσα ἔγινε πάλι γαλάζια
ζωντάνεψε πάλι ἡ ψυχή μου

κι ἐξακολούθησα τὸν περίπατό μου.

_________

Μίλτος Σαχτούρης, Έκτοτε, 1996.

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

Θανάσης Τριαρίδης, "Κόλλημα"



(αντί για πρόλογο)


«Έχεις κολλήσει με το Άουσβιτς·
δεν είναι καλό πράγμα τα κολλήματα.
Και εκείνο το παράγγελμα της έγερσης 
που φώναζαν οι Meister στους Häftlinge
δεν πάει μ’ όλα –
δεν είναι για κάθε περίπτωση.

»Καλός ο Πρίμο Λέβι,
αλλά προσοχή να μην γίνει εμμονή –
δεν βγάζουν πουθενά οι εμμονές.

»Και γενικότερα:
δεν είναι κάθε καιρός καιρός για δυστυχία,
ούτε και κάθε ώρα ώρα για θλίψη,
εξάλλου το αυριανό πρωί είναι ένα καινούριο πρωί –
κάτι θα σου θυμίζει αυτό, μια παλιά σταθερή αξία…»

(Αυτά περίπου είναι τα επιχειρήματα
και πάντα έχουν τον τόνο φιλικής συμβουλής –
είναι το είδος των επιχειρημάτων τέτοιο,
που σηκώνει τον φιλικό τόνο.)

Ναι, λοιπόν:
κάθε ώρα είναι μια καινούρια ώρα.
Κάθε πρωί είναι ένα καινούριο πρωί.

Μα, αλίμονο
(ή όχι και τόσο αλίμονο, θα πει κανείς),
κάθε παράγγελμα είναι πάντοτε το ίδιο παράγγελμα:
Wstawać.


___

Απ' το βιβλίο του Θανάση Τριαρίδη WSTAWAĆ * ΟΤΑΝ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΝΕΙ

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Ηλίας Λάγιος, "5"






Την πόλη των πόνων οικοδόμησε, λένε η μαγγανεία και η νεκρομαντεία η ακαταμάχητη, όμως αλήθεια πάσα άλλη. Τοπία φίλυδρα και λιβάδια ζωντανά εδώ ρυακούσαν, θηλαστικά πολύμορφα με πόδια έξι ή δεκατρία και πολυκλαδισμένα κέρατα από ίασπι και μάρμαρο πρασινόμαυρο υπερήφανα περπατούσαν κάτω από τις φυλλωσιές της μπανανοκαρυδιάς γλείφοντας με απόλαυση αγνή τους πεντανόστιμους κλώνους των μουροπόταμων, και τότε ήρθε και εγκατοίκησε ο άνθρωπος, εδώ εγκαταστάθηκε ο άνθρωπος αληθινά ανθρωπεμένος, και έλαβεν η Ύβρις όψη και υπόσταση. Και τα κελαρυστά ύδατα εξηράνθησαν και παν το ταπεινόν εμαράνθη και κατεπόθη η ζωή εις λίθον ψαμμοχάλικου. Και, κατόπιν, μανιασμένος εφύσηξε του λίβα ο λίβας και το τρίτον της χαράς κατεποντίσθη και το δεύτερον τρίτον αιχμαλωτίστηκε οριστικά στην μοναξιά του ανθρώπου και το τελευταίον τρίτον μεταλλάχθηκε σε δωσώδες ψοφίμι, τυμπανιαίο πτώμα για πάντα ζωντανό.

__
Ηλίας Λάγιος, Φεβρουάριος 2001, εκδ. Ερατώ, 2001.