Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Max Ernst. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Max Ernst. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

Δημήτρης Λεοντζάκος, "Να μετεκπαιδευτούν τα όργανα"



Να μετεκπαιδευτούν τα όργανα
Σ' αυτόν τον κήπο του εαυτού
Να κελαηδεί η σπλήνα
Να γίνουν σμήνη τα νεφρά
Να ροκανίζουν ίσκιους
Τα πόδια να μην περπατούν
Τα χέρια να βελάζουν
Τα μάτια αναρριχητικά
Στα σπλάχνα να θαυμάζουν
Οι φλέβες κόκκινα πλεχτά πουλιά
Και να αποδημούμε
Σκοτάδια στο στομάχι ν' αντηχούν
Να ανατέλλουν κρίνα
- στικτά γαλάζια και εκτενή
κυρτά και να μεσουρανούνε -
Η καρδιά να γίνει άνεμος τρελός
Ν' ανάψει ο κόσμος
Λίμνες να τρέχουν ποτάμια άγρια νερά
Για να βραδυπορούμε
Και στα μαλλιά του ποιητή
Να ανθίζουν περιστέρια
Δάση να 'ρθουν
Ιπτάμενα να κατεβούν
Να κατεβούν αρπαχτικά
Ν' αγκαλιαστούμε
Να 'ρθουν καπνοί
Να 'ρθεις και συ
Να μπούμε στον υμένα


___
Δημήτρης Λεοντζάκος, Τα σκυλιά του Ακταίωνα, εκδ. Νεφέλη, 2014.

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Patritsia Nikolova, "Κοράκια"


Αρνούμαι να μετρώ τα πουλιά
που κάθισαν στους ώμους σου
αρνούμαι να τα ξεπεράσω
αρνούμαι να τα τρέφω με λόγια
φόβους και άλλους σπόρους
όταν έρχεσαι μπροστά μου
δε βλέπω πρώτα εσένα – αλλ’ αυτά:
ένα σμήνος πεινασμένα κοράκια
που φώλιασαν στο μέτωπό σου

τα νιώθεις αλλά και πάλι δεν ξέρεις
πως βρίσκονται εκεί
φιλώ εσένα
ενώ βαρύ φτερούγισμα
ανασαλεύει τον αέρα

τα χέρια μου είναι ραμφισμένα

Μονάχα όταν κοιμάσαι πετούν μακριά
φυλάω παντοτινή σκοπιά
δίπλα σου όταν κοιμάσαι
θα περιμένω λίγο ακόμη
ο αέρας να μαυρίσει.
πίσσα τα πούπουλα και φτερά
να σκορπιστούν
στο δωμάτιο

εδώ είναι τα χείλη μου
κρατάω το μαχαίρι
στο χέρι μου
___
μετάφραση από τα βουλγάρικα: Ζντράβκα Μιχάιλοβα
(Από την ποιητική συλλογή Ο Γιάκωβος και ο Άγγελος)

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Τάσος Φάλκος, "Το ροζ"



Καθώς σκεφτόμουνα το σκοτεινό
κι ο νους μου γέμιζε εγκατάλειψη,
τα τζάμια έφεραν το ροζ επάνω στο γραφείο μου
Μια ταραχή παράξενη με συνεπήρε
και βγήκα στο μπαλκόνι
σύννεφα κατακόκκινα σκεπάζανε τον ήλιο
ο ορίζοντας σιγόκαιγε με καφετί φωτιά
μια αναμονή διαγραφόταν στον αέρα
και τότε άνοιξε το σύννεφο
και μια κολόνα φως
στηρίχτηκε στη γη


______

Τάσος Φάλκος, Σχεδιάσματα με φως, εκδ. Ζήτρος, 2005.

_____

Μίλτος Σαχτούρης, "Ο περίπατος"


Βάδιζα κατὰ μῆκος τῆς ἀκτῆς
μιὰ βαριὰ συννεφιὰ σκέπαζε τὸν οὐρανὸ
τὰ κύματα γκρίζα κι ἀνατριχιαστικὰ
κύματα γκρίζα σκάζαν στὴν παραλία
μιὰ δύναμη μ᾿ ἔσπρωχνε νὰ κάνω στροφὴ
ν᾿ ἀρχίσω νὰ περπατάω πάνω στὰ κύματα
μαῦρες γάτες περπατοῦσαν πάνω στὰ γκρίζα κύματα
καὶ ἡ ψυχή μου ἦταν νεκρή.

Ὅμως ξαφνικὰ ἕνας ἥλιος ἔσκισε τὰ σύννεφα.
ἡ θάλασσα ἔγινε πάλι γαλάζια
ζωντάνεψε πάλι ἡ ψυχή μου

κι ἐξακολούθησα τὸν περίπατό μου.

_________

Μίλτος Σαχτούρης, Έκτοτε, 1996.

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Τούλα Μπαρνασά, "Κανείς Θεός δεν έχει αίμα..."



Μονάχα το κορμί ,η σάρκα,
η αίσθησή μας ,η συνειδησή μας,
τα διψώδη έντικτά μας,
είναι σταυρωμένα σε τοποθεσίες 
πουθενοδιάστατες.

-Γραμμένος είναι ο Άνθρωπος 
στην ούγια της αβύσσου.

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Τάσος Φάλκος, "Τ’ άλογά μας καλπάζουν..."


Τ’ άλογά μας καλπάζουν
προς την υποσχεμένη γη των οραμάτων
Τ’ άλογά μας στην κόκκινη νύχτα
Τ’ άλογά μας οι πρασινογάλαζοι ήσκιοι της κόκκινης νύχτας
Τ’ άλογά μας ανασαίνουν τα κρυστάλλινα πολύεδρα της νύχτας
Σηκώνουνε τα διάφανα ρουθούνια τους
κι οσφραίνονται όνειρα μακρινά
κόκκινα σύννεφα σε βάθος μαλακό
Το τίναγμα των ποδιών τους στο βράχο
αστράφτει με ζαφειρομπάλασα,
σκύβουνε τον περήφανο λαιμό τους
και χλιμιντρίζουν περουζέδες κι αιμοστάτες
Τα μάτια τους παίρνουν την πολυτιμότερη διαγραφή
Οι χαίτες τους είναι χρυσοκόκκινες
Τα γρήγορα λιγνά τους πόδια
σε μια κομψότατη ακινησία


_______
[1958]
Τάσος Φάλκος, Οι λύκοι, Θεσ/νίκη, 2010.

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Φαίδων Κυριακού, "Φόρος αίματος"


Στην ακόνη των ματιών σου
τον κόσμο σου τρόχισες
Αν δε ματώσω
να σταθώ
δε θα βρω
τόπο.

________
βλ. και http://www.poiein.gr/archives/16235/index.html

Κυριακή 10 Απριλίου 2011

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, "Ο κοσμογυρισμένος"


Ήξερε να μιλά για τόσα πράγματα,
να ξέρει τόσα μυστικά
και να 'ναι σ' όλα μέσα,
καθισμένος πάντα
στην πολυθρόνα του γραφείου του
- μια πολυθρόνα απλή,
χωρίς ροδίτσες,
χωρίς καν δυνατότητα περιστροφής.

Είχε τον τρόπο του αυτός να ταξιδεύει.

__
Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Ο τυφλός με το μπαστούνι, Αθήνα, 1994.

Νίκος Βουτυρόπουλος, "Μονόλογοι, 1ος"



Αν βάλω προτάσεις τη μια κάτω απʼ την άλλη,
θα γράψω στίχους; Ενώ αν τις βάλω δίπλα-δίπλα,
τι θα ʽναι; Πρόζα; Σταθείτε λίγο να πάρω πόζα…
Ξεκινάμε με τα φώτα της μνήμης και μʼ όσους
άλλους ορισμούς διαθέτει η ανοησία του καθενός,
ικανή να διακρίνει τα χρώματα της ίριδας απʼ τις
ταξινομήσεις του ζωικού βασιλείου. Για τα φυτά
ούτε λόγος. Γεννιούνται και πεθαίνουν ευτυχισμένα.
Το ίδιο και κάποια μαλάκια που διαθέτουν τα πάντα
εκτός από συνείδηση.
Την αρχή των πάντων την υποθέτουν όλοι.
Αφιερώνουν μάλιστα ατέλειωτες ώρες σε τέτοιες
υποθέσεις, που καταλήγουν να ξεχνούν αυτό που
δεν χρειάζεται να υποθέσουν, το τέλος τους.
Όπως και να ʽχει, για όλους ισχύει ένας
μοναδικός αξεπέραστος ορισμός: ζωή είναι
η ικανότητα προσαρμογής στις απώλειες.
Αυτή η ικανότητα κατακτάται με την εμπειρία,
όχι με την τέχνη. Η τέχνη δε μπορεί εκ των
πραγμάτων να εξασφαλίσει τη ζωή. Μπορεί
εκ των υστέρων να προσφέρει μια κάποια
εκτίμησή της, δηλαδή τίποτα σπουδαίο.
Συμβαίνει και κάτι περίεργο. Ίσως και να
μην είναι τόσο περίεργο. Η προσαρμογή
στις απώλειες, όσο περνά ο καιρός, αμβλύνει
την ικανότητα προσαρμογής στο καινούριο.
Η μνήμη αντιδρά, γιατί επιδιώκει τη συνέχεια.


Νοσταλγία σημαίνει αντίδραση στην έλλειψη,
δηλαδή καθυπόταξη στη συνήθεια, στη μνήμη.
Γιʼ αυτό, ενώ όλοι ζούμε με την απορία του τι
σκέφτεται ο άλλος, συμβαίνει το εξής κωμικό:
προσπαθείς να γίνεις άλλος, όταν για τους άλλους
παραμένεις ίδιος. Συμπέρασμα: δεν έχει καμία αξία
η κουβέντα για την ετερότητα και την ιδιαιτερότητα.
Φαντάσου λοιπόν πως είσαι αόρατος τυφλός
μέσα στο θόρυβο της δικιάς σου απουσίας,
πως είσαι μια τόσο δα μικρή σταγόνα που
αισθάνεται άβολα, και προσπαθείς να ξεφύγεις
απʼ όσα ποτέ δε σου καταλόγισαν, τα φαντάστηκες
όμως, φαντάστηκες πως είσαι μια κατανάλωση
σε πάγκους λαïκής αγοράς κι ανασαίνεις και περπατάς
κι αγγίζεις τις χρησιμότητες του μέλλοντος,
με το βλέμμα σκυφτό στο μέτωπο της γης,
ακολουθείς τις πορείες των λέξεων. Όταν σε πλησιάζουν
τα τέρατα της νύχτας, δεν έχεις τίποτα να πεις,
και καταλαβαίνεις ναι καταλαβαίνεις ότι μαζί σου
κανείς δεν ασχολείται. Η μνήμη σου μια τρύπια συνήθεια,
αλλά κανείς δεν ασχολείται μαζί σου. Συχνά μασάς
μια φέτα πορτοκάλι, κοιτώντας τις ώρες να φεύγουν,
απέναντι ο τοίχος να μην χαμογελά ποτέ, σοβαρός πάντα
κι αμείλικτος, αναρωτιέσαι μήπως αντικρίζεις άγιο
ή καταθλιπτικό τεμπέλη. Όχι πως θα ʽθελες να πιάσεις
κουβέντα μαζί του, αλλά η αγιότητα προκαλεί αμηχανία,
το ίδιο κι η θλίψη. Τα συναισθήματα κουράζουν,
πρέπει σώνει και καλά νʼ ασχολείσαι μαζί τους.

Και βρίσκεσαι στη βροχή ενός δρόμου, μόνος
σε ξαφνική βροχή, με τα κόκαλα να τρίζουν,
με λυγισμένα βήματα, αντικρίζεις εικόνες παιδικού
εφιάλτη, τυλιγμένος ως τη μέση από κινούμενη άμμο,
να βυθίζεσαι, να ξυπνάς μια συνηθισμένη μέρα
που θα σου χαρίσει άλλον έναν εφιάλτη, όταν θα τρέχεις
να ξεφύγεις από σκιές, και την ώρα που μαζί τους παλεύεις,
έτοιμος να λυγίσεις, ξυπνάς πάλι,
συλλογιέσαι πόσο ασυνήθιστο είναι το σκοτάδι,
πόσο αξεπέραστες οι εικόνες του. Και να ʽχουν περάσει
τόσα χρόνια, κι εσύ να ʽσαι μόνος μες τη βροχή,
να βυθίζεσαι ως τη μέση μες το παρελθόν,
να τρέχεις να ξεφύγεις. Από τι άραγε;
Σκοτάδι είναι η έκπληξη της μνήμης.
Άλλοτε πάλι θυμάσαι πτήσεις παιδικές,
να τρέχεις σε κατηφόρα, να κουνάς τα χέρια,
να πετάς πάνω απʼ όσα έζησες. Και ξυπνάς
μια συνηθισμένη μέρα κι αναρωτιέσαι
που πήγαν όλα αυτά τα όνειρα, γιατί δε μπορείς
πια να πετάξεις. Αλλά κανείς δε μπορεί
νʼ απαντήσει, ούτε συ ο ίδιος.
Σκοτάδι είναι η αναπόφευκτη λήθη.
Κι όσο προσπαθείς να μην ξεχάσεις, άλλο τόσο
βυθίζεσαι στην άμμο της παιδικής ηλικίας.
Θυμάσαι σκορπιούς που σε τρόμαξαν,
κορίτσια που ποτέ δε σου μίλησαν.
Αλλά τώρα μʼ ένα δαχτυλίδι στην καρδιά,
δείχνεις στον θάνατο από πού να περάσει
το βέλος του. Κάτι κατάφερες όλα αυτά τα χρόνια.

Οι παλιοί φίλοι ξοδεύτηκαν, οι καινούριοι γίνανε υποψίες.
Τους παλιούς έρωτες τους ζεις όταν κοιμάσαι.
Κοιμήσου λοιπόν. Εκεί όπου ονειρεύτηκες, ποτέ
δε θα ξυπνήσεις, ούτε στον ύπνο σου.
Ετοιμάσου για μελλοντικές απώλειες.
Δε γίνεται αλλιώς! Όπως δε γίνεται να σταματήσεις
να φοβάσαι. Μπορείς όμως να συνεχίσεις να μασάς
μια φέτα πορτοκάλι, κοιτώντας τις ώρες να φεύγουν,
κοιτώντας τον τοίχο, αυτόν τον άγιο, τον καταθλιπτικό
τεμπέλη που προκαλεί αμηχανία, σαν κι αυτούς που
δεν έχουν τίποτα να σου πουν, για να μπορείς
νʼ αντέξεις την απουσία σου, σʼ έναν κόσμο όπου
οι παρουσίες είναι σχεδίες σε σκοτεινά νερά.
Σε περιμένει το παρελθόν σου!
Εύκολο δεν είναι, το ξέρεις, ξέρεις καλά
τʼ απλωμένα βήματα, τη διαίρεση του πόθου,
τα θυμωμένα φιλιά που ρημάζουν τα ρόδα,
τʼ ανεξήγητα λόγια σε τοίχους καρφιά
μιας ολάκερης ζωής που δεν αντέχει απουσίες,
παρά μόνο τη σκέψη πως μπορεί να τα ʽχει όλα.
Έτσι, απομένει να βρεις την αγάπη που ξέχασες
σε τρένο χωρίς προορισμό…εκεί που σου μίλησε
μια ανάσα κι εσύ την έσφαξες μʼ ένα χαμόγελο,
γιατί αναστέναζες απʼ το βάρος μιας αόριστης
αμφιβολίας και ζητούσες να σου χαριστούν τʼ αστέρια,
γιατί ποτέ δεν κατάλαβες τίποτα δεν ξέχασες.
Ήθελες πάντα να ʽσαι ο μονόλογος
της δικιάς σου αποκλειστικής αλληγορίας,
να προσκυνάς την τοτεμική σου υπόσταση,
να δίνεσαι μόνο στην αυτάρκεια της φαντασίας σου.
Συνέχισε τα χαμένα πειράματα στο σκοτάδι της ανεπάρκειας.
Ώσπου και συ ο ίδιος νʼ αποκλείσεις
τον εαυτό σου, γιατί σε τι πίστεψες;
Παρεκτός απʼ τη διάρκεια της ικανοποίησης;
Και καθώς βιάζεσαι να γυρίσεις στο χώμα…
είναι τόσα πολλά…Η μνήμη σου έχει το μήκος
ενός σκουληκιού. Πότε ήσουν ειλικρινής;
Συνέχεια δικαιολογίες! Και πάντα περίμενες
να σε πάρουν στα σοβαρά…
Όταν μέσα σου ηχεί ο τροχός του πόνου,
είσαι για λύπηση όχι για κατανόηση.
Ώσπου να το καταλάβεις, μπορείς να ξοδεύεσαι
σʼ εκδηλώσεις ασήμαντες, έτσι όπως φαντάστηκες
σημαντικός πως είσαι. Γίνεσαι άλλη μια υποψία,
αλλά έχεις να κάνεις μʼ ανθρώπους, με μια φύση
ξεχασμένη. Το σκοτάδι σε περιμένει.

Όταν όλες οι απώλειες θα έχουν γίνει μνήμες,
κι εσύ θα κοιτάς τα νύχια του απρόσμενου,
πίσω από μια κουρτίνα που διαγράφει το φως
στιγμών ακαθόριστων, να ξέρεις τότε πως έγινες
η αιτία του μέλλοντός σου.
Μέρες μικρές! Χάδια από φως! Λόγια πεσμένα!
Όνειρα τρύπια! Ανένδοτη μνήμη! Ωραία ζωή!
Αξέχαστη νιότη! Βλακείας ανάγνωσμα!
Πόσο βολική είναι η σιγουριά!
Γιατί λοιπόν σκέφτεσαι αναντικατάστατες στιγμές;
Στις όχθες του φόβου στάθηκες ξανά και ξανά
με μάτια υγρά, τότε που πέθαιναν τα κρίνα.
Η σκέψη σου αίολη, μια υπογράμμιση στη συνήθεια.
Οι λέξεις πικρές ως τη δύση της εποχής που καιγόσουν
απʼ τη σιωπή των συμβόλων.
Όταν ήρθε το κρύο, έγινες ατμός.
Είσαι τʼ όνειρο που κουβάλησαν τα δάκρυα,
μετά από αιώνες μεθυσμένους στο πέλαγος
ασήμαντων κρίσεων. Μια φωτιά πλαγιάζει
τις νύχτες όταν άσκοπος γυρνάς, μελετάς
την αρχή των πράξεων. Μιλάς για λάθη
μακρινών εποχών, γιʼ αδέρφια με πλάτες γδαρμένες.
Ιστορία σου μια πονεμένη διάρκεια, μέτωπα
τρόμου, παλάμες νεκρών, σώματα βασανισμένα από αίμα,
στήθη γεμάτα σκιές, μάρτυρες θανάτου,
κατεδαφισμένα πρόσωπα, πυκνές αγωνίες,
καρδιές αδύναμες στο γκρέμισμα του χρόνου.
Σʼ αγκαλιάζουν αρχαία χαμόγελα, έχεις το στέρεο έδαφος
της απουσίας, μιας λάμψης νεκρής, βλέμμα
της νύχτας κραυγή παράδοξη. Γραφή έγινες μεσάνυχτα άγρια, βουβό ναυάγιο, γκρεμισμένο σε πτώματα λέξεων.

Ο ήλιος ξανάρθε να πλύνει τα θλιμμένα σου σχήματα,
πνοές που απλώνονται στης επανάληψης το μοιραίο βήμα.
Η μνήμη λειτουργεί πέρα απʼ το δηλητήριο της μέρας.
Τα σφιγμένα χείλη σου δίνουν χώρο να πέσεις
σε πένθιμες εικόνες μοναξιάς. Τίποτα δεν χτυπά στο
κατώφλι ανώφελων κινήσεων. Αποκτάς μιας φωνής
τα σκοτωμένα σύμφωνα. Ο άνεμος ματώνει την ερημιά σου.
Ζεις με τις λέξεις, με ανώφελα σχέδια, ανθίζεις αμίλητος.
Ας έλεγες τουλάχιστον πως θυσιάζεις την άνοιξη και κυνηγάς
το ασήμαντο. Με την καρδιά να υπακούει στην πέτρα,
με τʼ άδεια σπλάχνα της αυγής να γυρεύουν
το σάβανο της νύχτας…
Καιρό τώρα είσαι πιο νεκρός κι από τοίχο!

___
βλ. και http://www.poiein.gr/archives/13442/index.html

Γιώργος Πήττας, "Άλφα."


Άγνωστες βλέπω τις κοιλάδες μου
έτσι κι αλλιώς, πρώτη φορά τις περπατώ.

Ανώνυμες οι λίμνες μου μέσα στην άχλη μιας νύχτας
που δε λέει να φύγει ακόμα.
Θα φύγει!

Μακρύκαννο πρωινό, εκπυρσοκρότησε την Πρώτη του Χρόνου
και η σφαίρα ακόμα ταξιδεύει αποφράζοντας
τις δαιδαλώδεις αρτηρίες μου.

Τι θέλει ο άνθρωπος με τη στολή του δύτη
και στέκει αγνοούμενος στη μέση αυτού του κάμπου;
Γιατί είναι τόσο ξένος;

Γιατί κρατά ομπρέλα ανοιχτή;
Μήτε το φως έχει φανεί κι ούτε σημάδια για βροχή
έδωσε απόψε το φεγγάρι.

Γύρισα πέρα απ’ τον καθρέφτη
που είχε φυτρώσει εμπρός μου.
Μα να, κι άλλος, καθρέφτες πολλοί
προκύπτουν αίφνης από τη Γη
να φύγω;

Μ’ ένα λεβιέ ταχυτήτων στην κοιλιά
με μιαν εξάτμιση στην πλάτη
το Αραράτ καλώ εδώ, μπας και κρυφτώ
από τούτον εδώ τον ιχνηλάτη της ψυχής.

Άβυσσος.

Με μια ταξιανθία αρωμάτων και ποικιλίες μπαχαρικών
φορτωμένος
θα αμυνθώ όσο πρέπει, ώστε την κατάλληλη ώρα
συσσέπαλος να παραδοθώ, το κατά δύναμιν
άφθαρτος, έως παρθένος, στο τι με περιμένει.

Άγνωστες βλέπω τις κοιλάδες μου
έτσι κι αλλιώς, πρώτη φορά τις περπατώ.

Αποσκευές μου, ένα λευκό προσόψιο και το έσχατο
των δακρύων μου, σε μικρό κουτάλι,
να μεταλάβεις, να καταλάβεις
πως ούτω εστί το νόημα των ανέμων
που έλκουν τα νερά στα ψυχονήσια
των οιωνοσκόπων εραστών.

Έλα κατόπιν, να με καλοστρατίσεις
γιατί αποίμαντος πορεύθηκα ως εδώ
ακούγοντας το μινύρισμα της πέτρας,
συλλέγοντας σταγόνες υγρασίας,
που κρύβουν μέσα τους τις εξομολογήσεις των άστρων.

εκείνο το φως που τρεμοπαίζει πάντα μου έμοιαζε τραγούδι

Ανώνυμες οι λίμνες μου, μέσα στην άχλη μιας νύχτας
που δε λέει να φύγει ακόμα.
Θα φύγει!

Διάστικτο πρωινό, διαχέεται γύρω, σαν μουσική
ενός αυλού από την ανατολή
που χρόνια πολλά πριν
χάθηκε στις χαράδρες
μ’ ακόμη αντιλαλεί.

Αντιλαλεί και πάει, κι ανοίγει μονοπάτια
κι όπου σκληρά της Γης, τα κάνει τύμπανα
τα βάζει στο παιχνίδι, δεν αντιστέκονται,
κρατούν ρυθμό.

Τι θέλει ο άνθρωπος με το σκάφανδρο
και στέκει έφεδρος της νύχτας
απέναντι από το φως;
Γιατί είναι τόσο νέος;
Γιατί κρατά δοξάρι;

Μήτε ο αέρας σώθηκε, μήτε ο χρόνος σταματά
κι ούτε η γλώσσα της χορδής μοιάζει να ξέρει.
Γύρισα πέρα από τα χαλάσματα
που φτιάχτηκαν μπροστά μου.

Τζάμια σπασμένα, υαλοθραύσματα επιρρεπή
σε μια διαρκή ειρωνεία.
Αυτή των τεθλασμένων ειδώλων.
Άφωνος στέκω μες στο βαρύτονο τοπίο.
Δεν το αντέχω πια. Να φύγω;
Μ’ ένα ποδήλατο παλιό, ποδήλατο χωρίς πετάλια
το Αραράτ καλώ εδώ μπας και κρυφτώ
από τα πετρωμένα εκείνα που μόνος μου όρισα.


Άβυσσος.
Με μια χρόνια ορεσιπάθεια στη ματιά,
άσωτος κρημνοβάτης, επιθυμώ
να πετάξω χαμηλά, τη βαρύτητα να διδαχθώ.

Αποσκευές μου, μια φιάλη σφραγιστή
φέρει εντός της, τη βροχή
που έπνιξε τις πολιτείες που διάβηκα.
Λαβέ λοιπόν, για να κριθείς.
Λαβέ για να πλυθείς και να λειτουργηθείς
κι από το σώμα μου, με το νερό αυτό
να αποβάλεις το δέρμα που απέκτησα
βαδίζοντας γυμνός, τόσον καιρό.

Μακρύκαννο πρωινό εκπυρσοκρότησε την Πρώτη του Χρόνου.

Η σφαίρα, διέρρηξε την αορτή, πριν την καρδιά μου
αγγίξει.

Εκτοξεύθηκε, άνοιξε, φώτισε και γιόρτασε τον ουρανό μου
ίσαμε που ʽσβησε. Πυροτέχνημα.

Άγνωστες βλέπω τις κοιλάδες μου,
έτσι κι αλλιώς πρώτη φορά τις περπατώ
Πλησίστιος, πλησιφαής κι όμως μεσίστιος, ρωτώ:

Τι θέλει ο άνθρωπος και στέκει έμβρυος
στη μέση αυτού του κόσμου;

Γιατί χαμογελάει πλάθοντας τις οδύνες του
βαφτίζοντάς τες μοίρα;

Δεν κρατάει τίποτα.
Τίποτα δεν κρατάει.

Με τα χέρια στην έκταση ανοιχτά
μοιάζει να χορεύει συνέχεια
ανάμεσα στο πλήθος, να διαπερνά τα σώματα
και αενάως να διαφεύγει τον κίνδυνο που ονομάζει
εγκλωβισμό.
Έμβρυος. Κι ωστόσο το βλέμμα του
γερνάει ολοταχώς, τόσο, που κάποτε
μοιάζει με νύχτα.

Βρέφος, το απροσπέλαστο, πονάει ακόμα
σε κείνο το πλευρό που ο Θεός του πήρε.

Μακρύκαννο πρωινό;
Εκπυρσοκρότησε την Πρώτη του Χρόνου;
Ποτέ δεν κατάλαβα ότι για χρόνια πολλά, περπατούσα
ανάμεσα στις μικρές χαραμάδες που αφήνουν
οι από αιώνες συγκολλημένες πέτρες.

Η λάσπη έγινε χώμα ξερό, θρυμματίζεται στο πέρασμά μου.
Ο τοίχος όμως αντέχει.

Τόσοι σεισμοί, τόσες ξηρασίες, και περπατώντας ανάμεσα
δεν ένιωσα ποτέ την παραμικρή μετατόπιση.

Από πέτρα σε πέτρα, ανακάλυπτα κάποιες φορές πράγματα
καινούρια, ασήμαντα, άλλοτε αδιάφορα κι άλλοτε
ικανά να βάζουν την καρδιά μου σ’ έναν ταχύπαλμο
ρυθμό:

Ένα ξερό κλαδάκι,
ένα πέταλο από αρχαίο τριαντάφυλλο
λίγη χρυσόσκονη, κάποιο νήμα μεταξιού
μια πεταλίδα σκονισμένη και στεγνή να θυμάται
παφλασμούς.

Μακρύκαννο πρωινό;
Εκπυρσοκρότησε την Πρώτη του Χρόνου;

Ποια να ʽναι η αλήθεια; Τι είναι η αλήθεια;
Τι υπάρχει μετά το κλέος της παραβίασης κάποιων ορίων;
Τι θα πει όφελος, σκοπός, έργο Τι είναι θυμάμαι;
Και τι είναι γνωρίζω;
Τι είναι αυτό και κείνο και τ’ άλλο;
γιατί ρωτάω;

γιατί οι απαντήσεις δεν παίζουν κανένα ρόλο;
Τι ζωγραφίζει τις τροχιές μας;

Τι μας νοιάζει;
Σε ποιο έγκλημα συμπράττω;
όταν αποσύρω το βλέμμα μου από τους καθρέφτες;
Άγνωστες βλέπω τις κοιλάδες μου,
έτσι κι αλλιώς, πρώτη φορά τις περπατώ
καθώς, ποτέ δεν έφυγα από τις χαραμάδες.

Τώρα, που μάζεψα τόσους ίσκιους
που γέμισα το σάκο μου βροχές
μπορώ να κοιμηθώ
μπορώ και να κινήσω.

«Ο την επταπλάσιον κάμινον και την φλόγαν
την εν Βαβυλώνι
εις δρόσον μεταβαλών
και τους αγίους σου τρεις παίδας
σώους διαφυλάξας»*

Κύριε; Πώς την αντέχεις τόση Έπαρση;
Τι εκπυρσοκρότησες την Πρώτη του Χρόνου;

Ωμέγα.

___
*από τους εξορκισμούς του Αγιασματαρίου της Ορθόδοξης εκκλησίας.

βλ. και: http://www.poiein.gr/archives/9703/index.html

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010

Στέλιος Θ. Μαφρέδας, "Διαδρομές λέξεων"


"Άφησες τη φωνή στη μαύρη πίσσα
κι είχες τα κοφτερά γυαλιά στη γλώσσα"
Γιάννης Δάλλας, Διαβατήρια 26, Αποθέτης


Τρέχουν τα λόγια στα δικά τους μονοπάτια
σ' έναν προορισμό που όρισαν οι μοίρες,
κι ό,τι ανάχωμα η σιωπή υψώνει
επικυρίαρχοι σε κτήσεις υπερπόντιες
με έπαρση το ισοπεδώνουν.

Στην υστερία των καιρών αδέξιο το βάδισμα
πλήθος χωλών σε λεωφόρους διαφυγής
με όλα τα φώτα αναμμένα,
αρματωσιά οι επαγγελίες ανθρώπων και θεών
μα ψάχνεις εναγώνια το αντίκρισμα τους.
Και είναι τα εύρετρα
ονόματα δισύλλαβα κι ακαριαίες λέξεις,
παραγγέλματα φωνής για ένα σχέδιο σωτηρίας
σε δρόμους που χάραξε μια συντριβή οστών
χωρίς οδόσημα προς την κατεύθυνση του απείρου.

Τα λόγια σου από το παρελθόν ακούω'
στη ζυγαριά τα βάζω με φθογγόσημα των γρυλλισμών,
λειψά σταθμά κι ο χρόνος φειδωλός με το απόβαρο του,

ό,τι ειπώθηκε -ξανά θα ειπωθεί
μα σ' άλλη επικράτεια τα ρήματα σου θα βαδίσουν

-πλαταίνουν οι ορίζοντες απ' την κληρονομιά σου.

___________

(περ. Εμβόλιμον, τ.60, Χειμώνας 2010 - Άνοιξη 2011)