Τετάρτη 20 Ιουλίου 2011

Βασίλης Στεριάδης, "Ντικ ο χλομός"


Ποιος πηγαίνει το σύννεφο; Πάντως
Κάποιος πηγαίνει.
Οι μαργαρίτες ίσως
Και η Ανάσταση ή
Ο φίλος μου Τάσος, και φωνάζει
Ουρανέ, γιατί πέθανα;
Ουρανέ, είσαι τρύπιος και βρέχεις καρέκλες
Ουρανέ, είσαι από σάλιο.

Αν δεν ήσουν ωραία
Δεν θα ήσουν ούτε ανάσκελα
Θα ήσουν μάλλον η μια από τις εκατό καρέκλες
Στον ουρανό.
Και ο αγαπημένος σου θα ήταν
Μια επαρχιακή μπανάνα σαν τον Ντικ
Μαλόου.

Αγαπητέ μου Ντικ,
Από τις βόρειες επαρχίες
Είσαι ψηλός και Αντρέας και αρχίζει από μ.
Τώρα είσαι ψόφιος ή κοιμάσαι;
Μονάχα μην πεθάνεις στʼ αλήθεια φίλε μου
Και την πατήσεις σαν και εμένα.

Δεν είσαι εν τάξει, ουρανέ μου.
Γιατί σε θέλω με εκατό γαλάζια συκώτια,
Αλλά μάλλον σε θέλω για μεγάλες δουλείες
Ή για θάνατο.

Αγαπητέ μου Ντικ, όταν πεθάνεις
Να μου φέρεις το φιλμ η νύφη περπατάει
Με τα κόκκινα.
Ακόμα φέρε και κανένα κορίτσι
Μου αρέσουν οι λιγνές
Φερʼ ειπείν η Κάτια σου.

Είσαι ψηλός λίγο ασχημάντρας
Αλλά είσαι και ωραίος ανάμεσα στα κορίτσια.
Μου αρέσει που είσαι ασχημάντρας
Δικηγόρε – αθλητή ου
Και πελάτης του θανάτου.

Θα κάνεις μια δυνατή βουτιά
Και θα ξαναβρείς τα φτερωτά μυρμήγκια
Και τα κουβαλάς στο στομάχι μου
Ονομαζόμενος Ταξιάρχης Μιχαήλ στον αιώνα.

Δεν είσαι εν τάξει ουρανέ μου
Να μου φέρεις αμέσως τον Ντικ
Και μερικούς άλλους ψηλούς
Να κάνουμε ομάδα.

Αγαπητέ μου Ντικ, από πότε κουφάθηκες;
Σε ζητάει ο ουρανός για να γίνουμε έντεκα
Να πεθάνεις αμέσως ηλίθιε,
Σου μιλάει ο Τάσος/
Να ψοφήσεις και αλλιώς δεν είσαι φίλος.

Πώς να σε πάρω από το γήπεδο;
Να σου στείλω καλύτερα ένα ταξί
Να σου ρίξω μια σκάλα
Μια βόμβα στʼ αυτιά σου να ξεβουλώσουν

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

Ιωάννης Καλκούνος, "Κ."


Με τον Κάφκα ήμαστε συμμαθητές'
έφτιαχνε σαϊτες και τις έκρυβε
μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι.
Ο Καρυωτάκης ήταν καινούριος,
ένα χρόνο έμεινε -περαστικός.
Ο Καμύ ήταν ξένος'
δεν μιλήσαμε ποτέ στο διάλειμμα.
Καλκούνε, στον πίνακα.
___
Ι. Καλκούνος, Δάκρυμα, εκδ. Δρόμων, 2011

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

Πέτρος Σκυθιώτης, "Εικόνες Rorscach, 6"



Αύριο θα ‘ναι μια Τρίτη σαν όλες τις άλλες
θα έχω κοιμηθεί περίπου τέτοια ώρα
και θα αργήσω στο σχολείο
σύννεφα θα χαμηλώνουν σιγά σιγά
ώσπου να γίνουν ομίχλη
-το τέλειο καμουφλάζ δηλαδή-
θα δώσω ένα σάλτο
να χωθώ βαθιά στην κρυψώνα
κι ύστερα εύχομαι να σηκωθώ
μόνο με λίγο πονοκέφαλο
κι ένα περίεργο όνειρο

___
βλ. και http://www.poiein.gr/archives/14295/index.html

Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

Σπύρος Αραβανής, "Τα βράδια"


Τα βράδια επισκέπτομαι τους τάφους λησμονημένων
ποιητών
και γεμίζω με μελάνι τα ανθοδοχεία τους.
Ανανεώνω με κραγιόν
τα χαμόγελα των νεκρών παλιάτσων
και κάνω συντροφιά στα εικονοστάσια των δρόμων.
Αφουγκράζομαι τις λαμαρίνες στα παλιά ναυπηγεία,
διορθώνω τα ορθογραφικά λάθη στα χαρτόνια
των ζητιάνων,
κουρδίζω τις καμπάνες στις ερειπωμένες εκκλησίες,
τακτοποιώ τις καρέκλες στα σπίτια των αυτοχείρων,
χαϊδεύω τα μαλλιά των γριών γυναικών.
Ύστερα, το χάραμα, γυρίζω σπίτι
πιο μόνος
και από τις μέρες του Φεβρουαρίου
που δεν χώρεσαν στο ημερολόγιο
και ξεπλένω στο νιπτήρα
όλη τη μοναξιά από τα χέρια μου.

____
Σπύρος Αραβανής, “Η Ιστορία ενός Ανθρώπου”, εκδ. Μετρονόμος 2011

βλ. και http://www.poiein.gr/archives/14096/index.html

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

Θοδωρής Βοριάς, "Γύρω μυρίζει πεθαμένη θάλασσα"


Βρήκα την αλυσίδα που έβλεπα στα όνειρα μου
με τη βαριά της άγκυρα
περασμένη στην καγκελόπορτα
της πλαζ στην Αρετσού.

Μονάχος παρηγοράω
τα έρημα ερωτικά αποδυτήρια,
την αμμουδιά που ψάχνει για ιδρωμένα κορμιά,
για βρεγμένα ίχνη βημάτων που άλλαξαν πορεία.

Θα φωνάξω δυνατά
να σπάσει ένα κομμάτι από την εγκατάλειψη
και μια γωνίτσα από κοφτερό φεγγάρι,
να τα κάνω μαχαίρι
ολόιδιο με τις κραυγές των γλάρων,
να κόψω σε λουρίδες τα παιδικά μου χρόνια,
να τα ξαπλώσω εδω κι εκεί πάνω σε ψάθες.

Γύρω μυρίζει πεθαμένη θάλασσα
σαν παλιά φωτογραφία.

____
Θοδώρης Βοριάς, Νυχτερινές επιπλοκές, εκδ. Ερωδιός, 2008

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

Τάκης Σινόπουλος, "Ιάκωβος"


Πότε ήρθε δεν κατάλαβα.
Κάποιοι κοίταγαν καθαρά μέσα στα οστά του
μα εγώ δεν έβλεπα άλλο από το πρόσωπο
λευκό σαν κιμωλία και φαγωμένο
από χιλιάδες χρόνια.

Η μνήμη μου παράξενο ανεβαίνει
στην ηλικία του. Ποιος μέτρησε
ποτέ τέτοιο ποσό. Τότε φορούσε
μια μάσκα από χαμόγελο.
Αργούσε να πεθάνει και το άφησα
μόνο μ΄ ένα κερί.

Τώρα είναι τυλιγμένος στο μαντύα μου
το στρατιωτικό. Μαύρος και τα ρουθούνια του
πρησμένα από χολή.
Φορές φορές μέσα σε τούτα τα χαρτιά
ακούω το βήχα του.
Καιρό δε σάλεψε από εδώ.
Το φως έχει χαθεί στα μάτια του.
Φαίνεται πως ο θάνατος του συνεχίζεται
χωρίς μεταλλαγή.

Ο Ιάκωβος είναι ένα μοιρασμένο σώμα.
Το ένα κομμάτι του το βλέπω
τ΄ άλλο χάνεται στη φθορά.
Μόνο το χέρι του τόσο ζεστό
θυμίζει πράγματα που επόθησα
και τ΄ αποχτήσανε άλλοι.

Θα φύγω με τον Ιάκωβο.
Πρέπει να συναρμολογήσω τόσα χρόνια.
Εσύ λοιπόν που θ΄ απομείνεις
δώσε παρακαλώ τούτο το μήνυμα
στους επιζώντες.

___
Τάκης Σινόπουλος, Μεταίχμιο, 1951

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, "Νύχτα καλοκαιριού"


Είδε με λύπη το τασάκι να γεμίζει,
τα χαρτιά να μένουν μπροστά του λευκά
και τη νύχτα ασάλευτο φάντασμα
στην κορνίζα του παραθύρου,
σαν το παλιό πορτραίτο του παππού του.
Μόλις που τον θυμόταν τον παππού του
να του μιλά για τις μεγάλες νύχτες του χειμώνα.
Όμως, παππού, κατακαλόκαιρο
κι αυτή η νύχτα να μη λέει να περάσει.

___
(Αντ. Θ. Παπαδόπουλος, Τα άλλα εμπόδια, Αθήνα, 1997)