Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Georg Baselitz. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Georg Baselitz. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Γιώργος Κουτούβελας, "Γράμμα"



Μαρία,
Αυτός ο κύριος με τις φουσκωμένες τσέπες από
το κατάστημα αλλαντικών, κάποια μέρα θα
καταφέρει να γεμίσει κρέας την υποσιτισμένη σου
ψυχή.
Όμως εσύ, καθισμένη στον πάτο του μπουκαλιού,
κατά καιρούς θα στρέφεις το βλέμμα ψηλά,
πάνω απ’ το λαιμό.
Για να κοιτάξεις με νοσταλγία
τον έρωτα – τον φελλό που σε σφηνώνει.

Σάββατο 9 Μαρτίου 2013

Γιώργος Ιωάννου, "Το παράπονο"



Oταν ήρθε το σήμα πως σκοτώθηκε,
έφυγα πια και ρίχτηκα ξερός μέσα στα χόρτα.
Όλη τη νύχτα έτρεχα σε κατακίτρινη ερημιά,
έσκαβα λάκκους - κραύγαζα μια λύση.
Όσο που ήρθε, όσο που τον έφερα·
γυμνός και με τον πράσινο μπερέ καψαλισμένο.
Όταν θα βάλεις τα πολιτικά,
εμένα να θυμάσαι, μου ψιθύρισε·
ποτέ μου δεν απόχτησα κουστούμι.

______________
απ' Τα Χίλια Δέντρα

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2011

Hans Magnus Enzensberger, "Εκπαιδευτικό ταξίδι"


Λιμοκτονούν στην Πάτρα οι εκατομμυριούχοι
ο ουρανός είναι ένα γυάλινο καπέλο.
Το να τινάξει κάποιος το χαλί του
πάνω απʼ την Pont Alexandre Trois* είναι μια πράξη αξιόποινη.
Με ελάχιστα χρήματα εξαγοράζεται ένα νησί στο βορρά,
με πέντε δόντια από δύο φορές φιλιούνται μεταξύ τους στην Jerez*,
το καρουζέλ λέγεται αλογόμυλος στη Ολλανδία-
στην Ισπανία σβέλτος ξάδελφος.
Υπάρχουν χώρες χωρίς πόμολα κι άλλες δίχως σταφύλια
εδώ τα γραμματοκιβώτια είναι μπλε κι αλλού σαν κρόκος κίτρινα.
Στη Βενετία οι νεκροί κωπηλατούν στη λιμνοθάλασσα
με χείλη ραμμένα, όπως στο Burgbernheim* και στο Beverly Hills
και σαπίζουν στον κόλπο των Βάσκων και στο γυμνό καστιλιάνικο βυθό
παραμελημένα ποιήματα πάνω στη γλώσσα.

Αυτά εξερεύνησα και ακόμη περισσότερα μάζεψα ταξιδεύοντας.
Ω κόσμε, αληθινά οι δρόμοι σου έκπληξη προξενούν
γεμάτοι θάνατο και ξαφνικά γεμάτοι ταπητοξεσκονίστρες και τουλίπες.
Πόσο διδακτικό – διδακτικό να σε γυρίζω
με παλιές μπότες και κεφάλι κάθε μέρα λουσμένο.

___
Σ.τ.μ
*Γέφυρα του Αλεξάνδρου 3ου στο Παρίσι
*Αυτόνομη επαρχία της Ανδαλουσίας
*Προορισμός αναψυχής στη Νότια Γερμανία

μετάφραση Γ. Καρτάκης
βλ. και http://www.poiein.gr/archives/14957/index.html

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

Τάκης Σινόπουλος, "Ιάκωβος"


Πότε ήρθε δεν κατάλαβα.
Κάποιοι κοίταγαν καθαρά μέσα στα οστά του
μα εγώ δεν έβλεπα άλλο από το πρόσωπο
λευκό σαν κιμωλία και φαγωμένο
από χιλιάδες χρόνια.

Η μνήμη μου παράξενο ανεβαίνει
στην ηλικία του. Ποιος μέτρησε
ποτέ τέτοιο ποσό. Τότε φορούσε
μια μάσκα από χαμόγελο.
Αργούσε να πεθάνει και το άφησα
μόνο μ΄ ένα κερί.

Τώρα είναι τυλιγμένος στο μαντύα μου
το στρατιωτικό. Μαύρος και τα ρουθούνια του
πρησμένα από χολή.
Φορές φορές μέσα σε τούτα τα χαρτιά
ακούω το βήχα του.
Καιρό δε σάλεψε από εδώ.
Το φως έχει χαθεί στα μάτια του.
Φαίνεται πως ο θάνατος του συνεχίζεται
χωρίς μεταλλαγή.

Ο Ιάκωβος είναι ένα μοιρασμένο σώμα.
Το ένα κομμάτι του το βλέπω
τ΄ άλλο χάνεται στη φθορά.
Μόνο το χέρι του τόσο ζεστό
θυμίζει πράγματα που επόθησα
και τ΄ αποχτήσανε άλλοι.

Θα φύγω με τον Ιάκωβο.
Πρέπει να συναρμολογήσω τόσα χρόνια.
Εσύ λοιπόν που θ΄ απομείνεις
δώσε παρακαλώ τούτο το μήνυμα
στους επιζώντες.

___
Τάκης Σινόπουλος, Μεταίχμιο, 1951

Σάββατο 7 Μαΐου 2011

Πέτρος Γκολίτσης, "Στοά νυχτερινή ή Μίλτος Σαχτούρης"


Σας περίμενα
παρακαλώ περάστε
να προσέχετε
καθώς θα κατεβαίνουμε

Μιλήσαμε με στίχους
με κίτρινα βεγγαλικά
και περιστέρια σκύλους
με στίχους του που χάθηκαν
του απαντούσαμε
μας έλεγε δικούς μας
κυρίως τους μελλούμενους
καταλαβαίναμε πως είμαστε εμείς
Στο τέλος μόνο φάνηκε
πως ήμασταν με τους νεκρούς
πως ήταν πάλι μόνος
Πάνω σ' αυτό δυνάμωνε η φωνή του
«Το ήξερα από την αρχή
μα δεν στεναχωριέμαι
-έφευγε στο βάθος-
έχω εδώ -να- δίπλα συντροφιά
τον φίλο μου τον ποιητή
τον Dylan Thomas
έρχεται κάθε τόσο να με δει
του ψήνω ελληνικό καφέ
στεκόμαστε
και δεν μιλάμε».


___
βλ. "Βιβλιοθήκη" Ελευθεροτυπίας, 7/5/2011
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=273132

Γιάννης Ρίτσος, "Ω ανήμπορο ποίημα"


Ω ανήμπορο ποίημα
ανήμπορο ανήμπορο
ατελέσφορο.
Οι νεκροί
δεν ανασταίνονται.
Υπάρχουν.


___
Γιάννης Ρίτσος, Τα χάρτινα (1970-1974)

Τάσος Φάλκος, "Το λευκό"


“Μάνα πολύ μʼ αρέσει το λευκό
το φόρεμα μου τα λευκά φτερά”
έλεγε το λευκό κορίτσι
που δεν επρόλαβε να παντρευτεί

Ομως η μάνα του θυμάται
εκείνο το λευκό ξωκλήσι
τον ασβέστη
που τρύπαγε τα μάτια με καρφίτσες
άδειο ξωκλήσι
λεηλατημένο
που σκότωνε με τʼ άσπρο τα πουλιά


_____
Τάσος Φάλκος, Σχεδιάσματα με φως, εκδ. Ζήτρος, 2005

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Hλίας Κεφάλας, "To βράδυ"


Πέφτει νωρὶς τὸ βράδυ.
Σιωπὲς, κίτρινα φύλλα καὶ στάσιμα νερὰ
ναρκώνουν τὸν κάμπο.
Οἱ δρόμοι ἔρημοι.
Στὶς ἐσοχὲς τοῦ ὕπνου τὰ πουλιὰ
κρύβουν τὸν φόβο τους.
Ἄνθρωποι κουρασμένοι
δοκιμάζουν τὶς ἀντοχές τους
μέσα σὲ φευγαλέα ὄνειρα.

Πέφτει νωρὶς τὸ βράδυ.
Τὰ χρόνια πάντα στὸν κατήφορο κυλοῦν.
Περπάτησα καὶ ξαναπερπάτησα
χωρὶς νὰ φτάσω πουθενά.
Τόσο μόνος μέσα σὲ μιὰν ἀπέραντη ἐπικράτεια
ἀπὸ μεγάλες σιωπές,
κίτρινα φύλλα
καὶ στάσιμα νερά.

Πέφτει νωρὶς τὸ βράδυ.
Σὲ λίγο θὰ εἶναι μόνο βράδυ.

___
(Hλίας Κεφάλας, Το δέντρο που έγνεθε τη βροχή και τραγουδούσε, Ροές, 2010)

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

Τάσος Φάλκος, "Οι Λύκοι"



Κλείνουμε πίσω μας τις πόρτες
Σφραγίζουμε τις χαραμάδες
Μα στην κοιλιά της μνήμης
Όπου στοιβάχτηκαν σκουπίδια των καιρών
βουλιάζουνε τα κυπαρίσσια
Oι λύκοι ψαχουλεύουνε
στον σκουπιδότοπο της μνήμης

___
βλ. και

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Γιάννης Δάλλας, "Μαρσύας"



Ει μοι η δορά μη εις ασκόν τελευτήσει
Ώσπερ η του Μαρσύου.
Ευθύδημος, 285 D


Τον έσυρε στη μέση της σκηνής
κι άρχισε να τον γδέρνει
όχι ένας αλλά με τους βοηθούς του
στίφος δαιμόνων
τον χτύπησαν τον τσάκισαν τον έλιωσαν
με τους αυλούς και το λαρύγγι του
τον θεομπαίχτη

Κι απ’ το τομάρι του έκανε τη λύρα του
ο εκηβόλος
κι ύστερα
-θανατωμένοι μες στο φως με τους παιάνες του
τόσοι και τόσοι-
ύστερα ποιος τον είδε ποιος τον άκουσε
καινούργια μουσική καινούργια βέλη
ασκός επάνω στους ασκούς
σώμα στα σώματα
χαμένος πίσω απ’ τα ταμ-ταμ
και τα σαξόφωνα




(Αποθέτης, εκδ. Συνέχεια 1993 και εκδ. Γαβριηλίδης, 2η έκδοση, 2005)

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Γιώργος Καρτάκης, "Ακροθαλασσιά"


Αυτό τον πόνο τον ένιωσα όσο και σεις
Σε κήπο πράσινο βλαστάρια και καρπούς και ευφορία
Και μέτρησα παλμούς, ανάγκες του καημού και του έρωτα
Στήθη κατάλευκα που ξεκορφίζαν παρθενική γυμνότητα
Καταπράσινα νερά ψυχής χαράδρες κατακόρυφες ολόγιομες
Της βύθισης της γεύσης
Πατρίδα

Γυναίκες της οξιάς της φλαμουριάς
Καθάριο βλέμμα έχουν τα κορίτσια του τόπου μου
Απρόσμενη συνάντηση της λείας σάρκας
Γεννώντας εκείνος την κίνηση
Που θα μάτωνε
Την όσφρηση

Α, η ηδονή του θανάτου να μην πεθάνουμε
Να μη ριζώσουμε σαν το μικρό το κεφαλάκι της γιαγιάς μου
Ριζωμένο στο χώμα
Ύστερα από δεκαπέντε χρόνια θανάτου
Κι ακόμα εκατό
Χιλιάδες, χιλιάδες χρόνια σφενταμιού
Ώσπου να ψιθυρίσουν καλύτερα παιδιά από μας:
-Σ' αγαπώ!
-Πάψε να υπάρχεις, σ' αγαπώ
Πάψε να με γυρεύεις τις νύχτες!
-Σ' αγαπώ...σ' αγαπώ πάντα σ' αγαπούσα...

Ένιωθα πως το χέρι δεν μπορεί
Ποτέ δεν μπορούσε
Μετάνοιωσα
Έκλαψα
Στρίγγλισα τη λαχτάρα μου.

Νύχτες έθαβα,
Έθαβα χίλιους νεκρούς
Χίλιους σταυρούς σήκωσα
Και το πρωί
Δεν άντεχα πια
Το μεθύσι
Κάτω από τόνους μάρμαρο
Που ακόμα ξεπληρώνω.

Μ' όση δύναμη μου μενει, σκέφτομαι:
Το στόμα της μύριζε ύπνο, ώρες κλειστές.

Τα Εϊ-γιάλα της νυχτιάς
Ξεθάβονται απ' το κύμα
Θα ξέρω πάντα, μου λέει.
-Θα ξέρεις.

_____
(περιοδικό Ελλωτία, τ.6.,1997, σσ. 439-440.)

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2010

Γιώργος X. Θεοχάρης, "Το δέντρο πάντα ξέρει περισσότερα"


Ονειρεύτηκα απόψε τον Παναγιώτη ανεβασμένο στην πορτοκαλιά της αυλής. Νύχτα γλυκιά. Είχε σταθεί στα μεσιανά κλαδιά. Έκοβε πορτοκάλια απʼ τη μεριά της θάλασσας.
«Θα πέσεις ευλογημένε!», του φώναξα.
«Κι αν πέσω; δεν πονάνε οι πεθαμένοι!», αποκρίθηκε.

Άφησε τα πορτοκάλια κατά τη μεριά του δρόμου άκοπα.

«Αυτά είναι για ʽσένα», μου είπε.
«Σειρά σου.
Ανέβα».

_______

(Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Από μνήμης, εκδ. Μελάνι, 2010)

βλ. και Ποιείν:
http://www.poiein.gr/archives/12245/index.html

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

Γιάννης Βούλτος, "Κυριακή στο γήπεδο"


Μπήκα στο κατάμεστο γήπεδο
Στην εξέδρα των επισήμων
Παντού σιωπή
Κοιτάζω τριγύρω
Οι φίλαθλοι νεκροί
Οι παίχτες σκοτωμένοι
Τριάντα χιλιάδες κουφάρια
Μόνος εγώ ζωντανός
Άρχισα να φωνάζω
Συνθήματα

_______

βλ. και ποιείν
http://www.poiein.gr/archives/2753/index.html

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

Γιάννης Δάλλας, "ζωντανός χρόνος"


Ο λόγος έβγαινε απ΄ το στήθος μου μ΄ όλα τα αρώματα των στοχασμών
και με την θλίψη μιας γιορτής που έσβηνε τα μεσάνυχτα
θλίψη μιας ώρας με χιλιάδες άσπρα μάτια που κρεμάστηκε
στα κάγκελλα της νύχτας κι ο αρχάγγελος του ολέθρου να περνά
σ΄ όλες τις πόρτες και να στέκεται
στην κεντρική την πύλη μ΄ ένα στέν αμίλητος
εκεί που ασύλληπτη η ψυχή του χρόνου ανέβαινε
κι ακούστηκε η ανθρώπινη φωνή μιας τελευταίας πέρδικας
«Αγόρια
αγόρι μου
σ΄ έφερε η μνήμη όπως ο αγέρας
φέρνει το χνούδι απ΄ τα κυπαρισσόμηλα
σας είδα μέσα απ΄ τις βελόνες των κυπαρισσιών»

Δεν ήταν ο νεκρός ήταν ο ζωντανός χρόνος που ανέβαινε
κι άφηνε πίσω μας το βάρος του βήματα και χειρονομίες πριν απ΄ το φτερούγισμα
ανέβαινε μ΄ ένα κοπάδι κόκκινα πουλιά χτυπώντας στα αττικά βουνά
όπως οι αναμνήσεις στους ερμητικούς τοίχους μιας κάμαρας

Μ΄ ένα κοπάδι γεγονότα να τα κυνηγά ο τελευταίος πυροδότης της γιορτής
ο πυροδότης τόσων σκοτεινών διαδρομών
δάση από νύχτες κ΄ οι στιγμές πευκοβελόνες να τις διαπερνά ο ήλιος του ονείρου
κι αυτός να τερματίζει πριν απ΄ το ξημέρωμα
φωτίζοντας τα ελληνικά κορμιά μας θερισμένα στην αρένα μιας αυλής
με τέτοια λάφυρα
ο ζωντανός χρόνος ο πρωταθλητής

(Γιάννης Δάλλας, απ' την ποιητική συλλογή "Ζωντανός χρόνος" )

βλ. και http://www.yannisdallas.org/ydallas/site/Literature/t_docpage?doc=/Documents/Literary/Poems/zontanosxronos

Ηλίας Κεφάλας, "Ο μονόχειρ"


Μὲ τὸ ἐλλεῖπον χέρι πίνει τὸν καφέ του
ὁ μονόχειρας. Μὲ ἀπέριττες φασματικὲς
κινήσεις πιάνει τὸ φλυτζάνι
ἀνασηκώνει τὸ βλέμμα
ἐποπτεύει ἐνδοσκοπικὰ τὸν χῶρο.
Ἄψογος ἀπαλείφει κάθε αὐταπάτη
καὶ ἀμφιβολία τοῦ μικρόκοσμου.
Σὰν τὸν τυφλὸ ποὺ αἰχμαλωτίζει τοὺς καθρέφτες
ἀπρόσιτος συμπεριφέρεται
μὲ αὐτὸ τὸ μέλος-φάντασμα νὰ καταστρώνει
χτυπήματα στὴν καθημερινότητα
δηλώνοντας ταυτόχρονα παρὼν - ἀπὼν
σ’ ὅλα τὰ πεπραγμένα της.

______
(Hλίας Κεφάλας, Το δέντρο που έγνεθε τη βροχή και τραγουδούσε, Ροές, 2010)

βλ. και Ποιείν

http://www.poiein.gr/archives/11295/index.html

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Γιώργος Χαριτωνίδης, Δύο ποιήματα


Ο υαλοκαθαριστήρας,
ματαίως προσπαθούσε να διαγράψει
των είκοσί μου χρόνων την εικόνα
στο πίσω τζάμι.
Το νεανικό πρόσωπό μου
κοιτούσα από το καθρεφτάκι του οδηγού
να τρέχει με προσπάθεια αγωνιώδη
ανάμεσα σε βόμβες ναπάλμ.
Ίσως προφτάσει το αυτοκίνητο μου
καθώς προχωρούσε μέσα στο ψιλόβροχο
από Κερύνεια προς Λάπηθο.

_______

Βιογραφικό μη μου ζητάτε.
Δεν γεννήθηκα.
Πέθανα απευθείας στη Λάπηθο.
(παρθενογένεσις, αντίθετη έννοια).
Ως σκόνη μόνο υπάρχω.
Μετά, που με ξεσκόνισαν
απ’ το βορινό παράθυρο του σπιτιού μου,
ως προσφυγόσκονη κατακαθήμενη
ζω στην Αθήνα.

Συχνά οι νοικοκυρές με καθαρίζουν
απ’ τα τζάμια τους.

(Γιώργος Χαριτωνίδης, Με την κίνηση των υαλοκαθαριστήρων, Κέρδος, 2008)

βλ. και ποιείν:
http://www.poiein.gr/archives/10958/index.html#comment-218651

Παρασκευή 6 Αυγούστου 2010

Κική Δημουλά, "Άτιτλο"


Βρέχει με απόλυτη ειλικρίνεια.
Άρα δεν είναι φήμη ο ουρανός
υπάρχει
και δεν είναι το χώμα λοιπόν
η μόνη λύση
όπως ισχυρίζεται ο κάθε τεμπέλης νεκρός.


_____

(Κική Δημουλά, Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως,εκδ. Ίκαρος, 2007)

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010

Γιώργος Δάγλας, Δυο ποιήματα



Ξαφνικά,
ένα αφηνιασμένο άλογο
μπήκε στην αίθουσα.
Οι κυρίες ούρλιαξαν,
οι πολυέλαιοι έσπασαν.

Μες στο σκοτάδι,
κάποιος μας φίλησε τρελά.

Όμως,
οι πολυέλαιοι έλαμπαν,
οι κυρίες στροβιλίζονταν σιωπηλά,
και στη μέση ενός όμορφου λιβαδιού
ένα άλογο,
κοιτούσε αδιάκριτα το σούρουπο.

__________


Τις νύχτες,
που σπάει λίγο ο αέρας,
ένας αγαθός γίγαντας,
με ένα ψάρι στο χέρι
μπαίνει στην κρύπτη μας.
Πιάνει αμέσως δουλειά,
ο κόκκινος σιδεράς
-νταπ-ντουπ-νταπ-
στρογγυλεύει τους κρίκους,
ενώνει την αλυσίδα.
Ο άγνωστος φεύγει.
«Κρατείστε» λέει,
«θα ξανάρθω».
Νταπ-ντουπ, πιο δυνατά,
ο κόκκινος σιδεράς,
ενώνει ξανά την αλυσίδα της αγάπης.

Διακόσιες μέρες βρέχει
στις καρδιές των ανθρώπων.



(Βλ. και στο ποιείν
http://www.poiein.gr/archives/10956/index.html)

Νίκος Καρούζος, "Η προσευχή του σκουληκιού"


Άκου Κύριε τον καλό σου φίλο
που αγαπά τους καρπούς και τους τάφους.
Εσύ είσαι ό,τι με συνδέει μ' έναν καρπό και μ' έναν τάφο.
Και τον καρπό ασχημίζω και τον τάφο.
Αλλ' όμως είμαι θέλημά σου
γέννημα στην απέραντη καρδιά σου...
Δεν έχω ερωτήματα
και ταξιδεύω με κίνηση αργή προς τον Πατέρα.
Μάταιος ο κόσμος αλλά πέρασμα.
Και μάταια τα μάτια της σαρκός μου
γλυκά που αγγίζονται με λουλούδια.
"Δεν έχεις ερωτήματα;" - μου λέει το φθαρτό.
Σελήνη φευγαλέα εσύ τάχα ρωτάς αυτή τη νύχτα;
Ή με ρωτούν τα νέφη που σε ακολουθούν;
Χαίρομαι την ευφορία του αργύρου σου
και τη διαπερνώ με την πίστη.
Αυτή 'ναι η αξία εμάς των σκουληκιών
που δεν έχουμε παρά μονάχα ένα δρόμο...
Το χώμα ειν' η μοίρα μου αντίκρυ των άστρων.
Αγάπη όνειρο θαλασσί τύλιξέ με.
Ποια ευφροσύνη δεν σου παραστέκει;
Αγάπη, πράξη και ουσία του θεού μου
σερνάμενο κι αν είμαι πλέω στη χαρά.



(Νίκος Καρούζος, Ποιήματα,1961)

Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

Τάσος Φάλκος, "Στον προθάλαμο"


ΣΤΟΝ ΠΡΟΘΑΛΑΜΟ

«Ανοίξτε!» φώναζα «Ανοίξτε!»
«Τι θορυβείτε, κύριε;» μου είπε κάποιος. «Πού βλέπετε τις πόρτες;»
Ένα παιδί με γερασμένα μάτια με κοίταξε μ’ απελπισία. Λησμονημένα γεγονότα με ταράξανε. Ο χώρος πήρε ξαφνικά φωτιά και μες από τις φλόγες βγήκε κάποιος που έμοιαζε μ’ ολόκληρο το παρελθόν μου. Έφτασε μπρος μου σκεφτικός και σοβαρός, με κοίταξε για μια στιγμή, αλλά δεν έδειξε πως μ’ αναγνώριζε.
Προσπέρασε και φάνηκε σαν κάποιος που σήκωνε μεγάλο βάρος.
Σε λίγο έσβησαν κι οι τελευταίες φλόγες

(Τάσος Φάλκος, Στον προθάλαμο (αδημοσίευτο))