Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Larry Rivers. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Larry Rivers. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Anne Sexton, "Η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας"


Ε, κύριε, μισό λεπτό. Από πού πάνε για το σπίτι;
Έσβησαν το φως
και το σκοτάδι κινείται στη γωνία.
Δεν υπάρχουν πινακίδες σʼ αυτό το δωμάτιο,
τέσσερις γυναίκες, πάνω από ογδόντα,
όλες τους με πάνες.
Λα λα λα, η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας
και νιώθω τη μελωδία που ακουγόταν
τη νύχτα που με αφήσαν
σʼ αυτό το ιδιωτικό ίδρυμα πάνω στο λόφο.

Φαντάσου το. Έπαιζε το ραδιόφωνο
κι όλοι εδώ πέρα ήταν τρελοί.
Μου άρεσε και χόρεψα σε κύκλο.
Η μουσική χύνεται πάνω στη λογική
και με κάποιον παράξενο τρόπο
η μουσική βλέπει περισσότερα από μένα.
Θέλω να πω, θυμάται καλύτερα.
Θυμάται την πρώτη νύχτα εδώ.
Το κρύο του Νοέμβρη σʼ άρπαζε απʼ τον λαιμό,
ακόμα και τʼ αστέρια ήταν δεμένα με λουριά στον ουρανό
κι αυτή η σελήνη, υπερβολικά φωτεινή,
χωνόταν μέσα από τα κάγκελα για να μου κολλήσει
ένα τραγούδι στο κεφάλι.
Έχω ξεχάσει όλα τ’ άλλα.

Με έδεσαν σʼ αυτήν την καρέκλα στις οκτώ το πρωί
και δεν υπάρχουν πινακίδες να δείχνουν το δρόμο,
μόνο το ραδιόφωνο που παίζει μόνο του
και το τραγούδι που θυμάται περισσότερο
από μένα. Ω, λα λα λα,
αυτή η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας.
Τη νύχτα που ήρθα χόρεψα σε κύκλο
και δε φοβόμουν.
Κύριε;

___
Anne Sexton - Ποιήματα (μετάφραση-επίμετρο: Δήμητρα Σταυρίδου), εκδ. Printa

βλ. και Ποιείν: http://www.poiein.gr/archives/14466/index.html

Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

Σπύρος Αραβανής, "Τα βράδια"


Τα βράδια επισκέπτομαι τους τάφους λησμονημένων
ποιητών
και γεμίζω με μελάνι τα ανθοδοχεία τους.
Ανανεώνω με κραγιόν
τα χαμόγελα των νεκρών παλιάτσων
και κάνω συντροφιά στα εικονοστάσια των δρόμων.
Αφουγκράζομαι τις λαμαρίνες στα παλιά ναυπηγεία,
διορθώνω τα ορθογραφικά λάθη στα χαρτόνια
των ζητιάνων,
κουρδίζω τις καμπάνες στις ερειπωμένες εκκλησίες,
τακτοποιώ τις καρέκλες στα σπίτια των αυτοχείρων,
χαϊδεύω τα μαλλιά των γριών γυναικών.
Ύστερα, το χάραμα, γυρίζω σπίτι
πιο μόνος
και από τις μέρες του Φεβρουαρίου
που δεν χώρεσαν στο ημερολόγιο
και ξεπλένω στο νιπτήρα
όλη τη μοναξιά από τα χέρια μου.

____
Σπύρος Αραβανής, “Η Ιστορία ενός Ανθρώπου”, εκδ. Μετρονόμος 2011

βλ. και http://www.poiein.gr/archives/14096/index.html

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

Θοδωρής Βοριάς, "Γύρω μυρίζει πεθαμένη θάλασσα"


Βρήκα την αλυσίδα που έβλεπα στα όνειρα μου
με τη βαριά της άγκυρα
περασμένη στην καγκελόπορτα
της πλαζ στην Αρετσού.

Μονάχος παρηγοράω
τα έρημα ερωτικά αποδυτήρια,
την αμμουδιά που ψάχνει για ιδρωμένα κορμιά,
για βρεγμένα ίχνη βημάτων που άλλαξαν πορεία.

Θα φωνάξω δυνατά
να σπάσει ένα κομμάτι από την εγκατάλειψη
και μια γωνίτσα από κοφτερό φεγγάρι,
να τα κάνω μαχαίρι
ολόιδιο με τις κραυγές των γλάρων,
να κόψω σε λουρίδες τα παιδικά μου χρόνια,
να τα ξαπλώσω εδω κι εκεί πάνω σε ψάθες.

Γύρω μυρίζει πεθαμένη θάλασσα
σαν παλιά φωτογραφία.

____
Θοδώρης Βοριάς, Νυχτερινές επιπλοκές, εκδ. Ερωδιός, 2008

Σάββατο 21 Μαΐου 2011

Γιάννης Γκούμας, "Η φωτογραφία του Γιαννάκη"


Να μια φωτογραφία του μικρού Γιαννάκη,
βγαλμένη σαν επιχειρούσε τα πρώτα του βήματα σε μια ζωή
όπου ασχέτως προς τα πού θα όδευε
στο παρελθόν του θα κατέληγε.
Κάθε του βήμα και μια αναρώτηση
αναπάντητη κάτω από την πατουσίτσα του.
Πολύ πιθανόν να τσούγκρισε τα ποδαράκια του
καθώς κατευθυνόταν προς της μητέρας του
το αρ ντεκό σκαμπό
στο οποίο τον βλέπουμε τώρα εδώ να στηρίζεται -μια τούφα μαλλιά
που σγουρή υψώνεται προς μέχρι τούδε ανέκφραστα
επώδυνα α, πεπλατυσμένα ω και πνιγηρά ι.
Σε τούτη τη φωτογραφία, ο Γιαννάκης θα είναι πάντα
αυτό που πάντα ήταν: μια ντελικάτη σιλουέτα
που οδεύει προς ένα διαυγές μέλλον, το μέλλον
προοιωνίζεται τόσες χάρες όσες και τα σύννεφα,
και τίποτε ποτέ δεν είναι κάτι άλλο,
τα πάντα είναι αυτό που νομίζεις πως είναι.
Πέρα από την κορνίζα, τίποτα δεν υπάρχει στον εαυτό του
που θα ανακαλύψει αυτό που δεν γνωρίζει εντός του.
Η κορνίζα δεν ορίζει ένα άλλο σύνορο ζωής.
Ετούτη η φωτογραφία μάς έχει καθηλώσει στην απορία της.
Η χάρη και η αθωότητα που απεικονίζει
είναι μαρτύρια ψυχής και σώματος όλη του τη ζωή,
κι η αντοχή τους, αντοχή του θανάτου.
___
βλ. και http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=276831

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Τζων Μπέρρυμαν, "ΟΝΕΙΡΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ 14"


Η ζωή, φίλοι, είναι βαρετή. Αυτό δεν πρέπει να το λέμε.
στο κάτω κάτω, ο ουρανός λάμπει, η απέραντη θάλασσα επιθυμεί,
εμείς οι ίδιοι λάμπουμε κι επιθυμούμε,
κι επιπλέον η μάνα μου σαν ήμουνα παιδί μου είπε
(επανειλημμένα) «Άμα ομολογείς ότι βαριέσαι
σημαίνει ότι δεν έχεις

Ψυχικά Προσόντα.» Καταλήγω λοιπόν τώρα πως δεν έχω
ψυχικά προσόντα, αφού βαριέμαι του θανατά.
Οι άνθρωποι μου φέρνουν πλήξη,
η λογοτεχνία μου φέρνει πλήξη, κυρίως η υψηλή λογοτεχνία,
ο Χένρυ μου φέρνει πλήξη, με τα χάλια και τον κοιλόπονό του
ίδιος με τον αχιλλέα,

που λατρεύει τους ανθρώπους και την θαρραλέα τέχνη, που με πλήττει.
Και οι γαλήνιοι λόφοι, και το τζιν, σκέτη ανία
και με κάποιον τρόπο ένας σκύλος
που έχει φτάσει μαζί με την ουρά του αξιοσημείωτα μακριά
στα βουνά ή στην θάλασσα ή στον ουρανό, αφήνοντας
πίσω: εμένα, της ουράς κούνημα.


____
Τζων Μπέρρυμαν, Ποιήματα, μτφρ. Γ. Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός, 2010

Κυριακή 24 Απριλίου 2011

Βασίλης Αμανατίδης, "+01. ΣΥΜΒΑΝ ΜΕ ΦΡΑΟΥΛΕΣ ΜΕΤΑ"


«Κρύο!(1)»,
είπε
- πέθανε(2)

Κι εγώ που όλο τον χρόνο
του κρατούσα
φρέσκες φράουλες...
___

(1) Ζέστη ήταν, καλοκαίρι.
(2) Κι όμως έρχεται, μιλάμε πάλι. Μ' αφού πέθανε, πώς γίνεται αυτό; Σαν να μη με γνώρισε, "Πάντα αγαπούσα φράουλες" μου λέει. Του λέω "να σου φέρω λίγες;", μου λέει "ναι, σας ευχαριστώ". Κάνω πως δεν άκουσα, "ορίστε, κόκκινες κόκκινες, θες ζάχαρη;" του λέω, "Να τις βάλω στο ψυγείο να πάρουνε κρούστα;" μου λέει: "φρέσκες προτιμώ, φρέσκες και ζεστές". του λέω "όπως προτιμάς, κάνε κουμάντο", προσπαθεί, μα: "δεν μπορώ", λέει, "τι κρίμα, δεν μπορώ, να φάω φράουλες, δεν ανοίγει πια το στόμα μου... Αφήστε καλύτερα, δεν θα πάρω, ευχαριστώ". Του λέω: "Πέθανες κι άρχισες του πληθυντικούς; Δε με νοιάζει για τις φράουλες. Μπορείς αυτό τουλάχιστον να μην το ξανακάνεις;"
___

Βασίλης Αμανατίδης, 4-D : Ποιήματα τεσσάρων διαστάσεων, Γαβριηλίδης, 2006

βλ. και http://www.e-poema.eu/poem.php?id=28&pid=13