Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

Ursula Krechel, "Η μάνα μου"


I.
Σαν ήταν πια η μάνα μου ένα τέταρτο του αιώνα
μητέρα και γυναίκα - κάτι που όμως μπόρεσε
με τον καιρό να το ξεχάσει - , σαν είχε γίνει
όπως όφειλε να γίνει μια γυναίκα καθωσπρέπει,
πιο έξυπνη απ΄τη γιαγιά και πιο υποταγμένη απ΄τις θείες,
πιο εγκρατής στον έρωτα και στην κουζίνα από κάποια
που η καλοτυχία τής έπεσε μες στην ποδιά σαν μάννα,
σαν είχε μπόλικα ψίχουλα απ΄το τραπεζομάντηλο τινάξει
και είχε θάψει κάθε ελπίδα κάποτε να γίνει μια κυρία με γούνα
όπως εκείνες στα μοντέρνα προπολεμικά περιοδικά
που φύλαγε ακόμα εκεί πίσω στο αποθηκάκι,
σαν άρχισε να βλέπει τις κόρες στο πρόσωπο
ψάχνοντας ίχνη που δεν έβρισκε στο δικό της,
όταν δεν πεταγόταν πια επάνω απ΄το φόβο,
γιατί είχε ονειρευτεί πως ξέχασε
το σίδερο στην πρίζα, όταν καμιά φορά
τολμούσε, ήδη νωρίς το απόγευμα,
να κάτσει σταυροπόδι, τρύπωσε ένας καρκίνος
και τη μήτρα τής έσκαψε, μεγάλωσε, φούντωσε,
πετώντας την σιγά σιγά έξω από τη ζωή.

`
II.
Δέκα ημέρες μετά το θάνατό της ήρθε πάλι απροσδόκητα
στ΄ όνειρο. Σαν κάποιου η φωνή να με τράβηξε
στο παράθυρο του παλιού μας διαμερίσματος. Από το δρόμο
με χαιρέταγαν τέσσερεις τύποι μέσα από ένα σαραβαλιασμένο Φόλξβαγκεν,
κι ένας τους βάραγε ταυτόχρονα την κόρνα. Περίπου σαν κι αυτούς
έμοιαζαν οι βερολινέζοι φίλοι μου πριν έξι χρόνια.
Τότε μου γνέφει απ΄ το πίσω κάθισμα και μια γυναίκα:
η μάνα μου. Τη βλέπω στην αρχή μισοκρυμμένη
πίσω από τους καινούργιους γνώριμούς της.
Ύστερα βλέπω μόνο αυτή,
μεγάλη όπως στο σινεμά, κι ύστερα το αδύνατο λευκό της μπράτσο,
όπου ακόμα και από πολύ κοντά δεν ήτανε να δεις ούτε ίχνος χνούδι.
Συχνά μες στην βιασύνη να ανάψει την κουζίνα υγραερίου,
της καψάλιζε η φωτιά τις τρίχες.
Στον καρπό φορά το ασημένιο βραχιόλι
που της είχε χαρίσει ο πατέρας μου πριν απ΄τον αρραβώνα.
Το έχει αφήσει σε μένα. Κατεβαίνω τη φρεσκογυαλισμένη σκάλα.
Στην είσοδο φτάνει στ΄αυτιά μου ένα γελάκι ΄ «Μαμά!»,
φωνάζω, και καταπίνω τα υπόλοιπα λόγια μου.
Η μάνα μου κάθεται σφηνωμένη ανάμεσα σε δυο
γελαστούς νεαρούς. Καιρό είχα να τη δω τόσο χαρούμενη.
«Δε θά΄ρεις μαζί μας;», με ρωτά. «Μα δεν έχει άλλη θέση
στο αυτοκίνητο», λέω εγώ και βλέπω
αφηρημένη μέσα απ΄ το μεταξωτό της πουκάμισο
-όλη της τη ζωή δεν είχε φορέσει τέτοιο πράγμα -
τα σφριγηλά και ακόμα στητά, κοριτσίστικα στήθη της,
και σκέφτομαι πως πρέπει να φωνάξω τον πατέρα. Μα η μηχανή
μουγκρίζει κιόλας αναμμένη, κάποιος κλείνει με δύναμη
την ξεχαρβαλωμένη πόρτα από μέσα. Εκεί έξω, στην είσοδο,
ήμουν ικανή και να με χαστουκίσω.
Ούτε καν τον αριθμό αυτοκινήτου δε συγκράτησα.

___

μτφρ. Γ. Καρτάκης

βλ. και:

http://www.poiein.gr/archives/25184/index.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου