Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

Κοράντο Καλαμπρό, "Ο άνεμος της Μυκόνου (νόστος)"


[...]
Κατάφερα να κρύψω για έναν χρόνο απ' τον εαυτό μου
πως η μητέρα μου δεν υπήρχε.
Έκαιγαν ακόμη στο στόμα
οι ξεραμένες κόκκινες πιπεριές
διατηρημένες από τότε στην κατάψυξη.
Μα ξεραινόταν με τον καιρό ο βασιλικός
κι η θάλασσα κατέτρωγε την αμμουδιά
γύρω από την παραλία του Ρηγίου.
Έτσι έμαθα ότι χαμήλωσε
το κατώφλι του σπιτιού της μητέρας
κι ότι υποχώρησε δυο μέτρα ο τόπος
όπου με περίμενε, κάθε χρόνο, τον Άυγουστο,.

Ξέρεις το περιεχόμενο που για τρεις ημέρες
πίνω από τη φλέβα;
Είναι το διάλυμα από νερό κι αλάτι
παρόμοιο με τον ορό και το θαλασσόνερο.
Βαραίνει σαν σήμαντρο στην καρδιά
και κάνει μεταλλικούς τους ήχους της,
βαραίνει σαν ψόφιος κορυδαλλός
το σβησμένο χριστουγεννιάτικο αστέρι.
Θα ήταν ωραία ν' αποκοιμηθώ στη θάλασσα
με το νερό να φτάνει στον λαιμό, που ξεδιψά και τρέφει,
να στροβιλίζομαι χωρίς φτερουγίσματα εκεί βαθιά
εκεί που μαζεύεται η σκιά των απόντων.
[...]
______
Corrado Calabro, Ποιήματα, μτφρ. Β. Ρούβαλης, εκδ. Γαβριηλίδης, 2007.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου