Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Κωνσταντίνος Τσώνης, "Τριανταφυλλένιο άρωμα"

 


H ψυχή μου σαν σαξόφωνο ακολουθεί τη μελωδία των μαλλιών σου
καθώς ανεμίζουν στον άνεμο.
Και σαν γελάς, ένα τριαντάφυλλο ανθίζει στα κοκκινωπά σου χείλη.
Κρυσταλλένια ανάμνηση το βλέμμα σου σε κάθε όνειρο 
κι η γλυκιά σου σκιά νοσταλγικό άγγιγμα, που προσπερνά
της μοναξιάς τον πόνο δίχως όμως να γεμίζει το κενό...

Γλιστράς μες στην καρδιά μου κι όπως ένα σεντόνι σκεπάζει τον καημό,
γεμίζοντας δάκρυα στα μάτια.
Και σαν μια μικρή πεταλούδα χορεύεις, για να απαλύνεις τον πόνο μου,
μα η απουσία σου σαν αυγουστιάτικο φεγγάρι αγγίζει
της μοναξιάς τον ουρανό κι η πνοή μου
συνεχώς θροϊζει θλιμμένη κι απελπισμένη τη δική σου τη δροσιά...                                                                          
Τριανταφυλλένιο άρωμα έχει το άσπρο φόρεμά σου
κι ο καταγάλανος ουρανός μαντήλι στο λαιμό σου.
Σε κάθε παλμό της η καρδιά μου φωνάζει το όνομά σου
σαν μια αγκαλιά θα είμαι εκεί σε κάθε όνειρό σου...
 
 

Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

Γιώργος Αναγνώστου, "Διαδρομές σε αναζήτηση ονόματος"





                                                         Είμαι Πλακιώτης Μανχατανάς
                                                                                                                                                        Νικόλαος Κάλας                                                  

Στα Δίχτυα της Αράχνης Μπάροουζ Ο Ταξιτζής Γκάλης Το Βαρύ Πεπόνι NBA Άγνωστος Πόλεμος Ο Ανθρωπος Δίχως Πρόσωπο Κουμανταρέας Λάσυ ΜακΚάλερς Άγγελοι του Τσάρλι Χαβάι 5-0 Ο Νονός Φόκνερ Σαββόπουλος Μπόρχες Νέο Κύμα Καστρινάκης Μάτζικ Δούκα Τζόρνταν Κράμερ Εναντίον Κράμερ Καζαντζίδης σκυλάδικα adidas Σαμπάτο σακάκι επαρχιώτικο Ο Θίασος Ντίλαν γκάιντα Ευδοκία συγγενείς στη Γερμανία Η Θεία μου η Χίπισσα Αναγνωστάκης Μπαέζ Κότζακ φροντιστήριο αγγλικών Ο Πρωτάρης Πασχάλης Αντονιόνι μπλου τζιν
πριν τα σόρι και τα οκέι
με ολ σταρ και μεις στο play
του πάνω κάτω Κυριακάτικης βόλτας
όπου κανείς 
μα κανένας
οι βαφτισμένοι στον καθ’ ημάς κανόνα
δεν μνημονεύσαμε την θελκτική μαντόνα  
με liqueur ποτέ
μα ποτέ
όπως της έπρεπε
«Ελληνοαμερικανοί plus»
το όνομα αυτής της. . . λεωφόρας.



Γιώργος Αναγνώστου, Διασπορικές διαδρομές, εκδ. Απόπειρα, 2012.

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Ηλίας Τσέχος, "Και χάικου και επιγράμματα"



Μες στο ψυγείο
Δυο μήλα που άφησα
Να μη σαπίσουν

*

Ω! αναπνέω
Φωτογραφίες παλιές
Εικόνες χρόνου

*

Οι πικροδάφνες
Άνθη πυκνά μπουκέτα
Αχ! διψασμένα


___
Ηλίας Τσέχος, Τα πλήθη του ενός, εκδ. Κουιντα, 2013.

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

Αντώνης Φωστιέρης, "Το γραπτό"


Αρχίζοντας ένα γραπτό τι θέλουμε;
Να μπούμε στο κουκούτσι αυτού του κόσμου;
Ή να τον σπάσουμε;
Να εξαχνωθεί στη φαντασία
Και άφθαρτο
Ν’ αναδυθεί ένα σύμπαν από λέξεις; Η άμπωτη
Ν’ αφήσει πίσω της κροκάλες αισθημάτων;
Φόβους και όνειρα; (Τ’ απόνερα του ύπνου εννοώ.
Kαι τ’ άλλα, για το αύριο που βαραίνει). Αρχίζοντας
Πάντα το ίδιο ατέλειωτο γραπτό
Μ’ ένα ορμαθό
Από ρυθμούς και εικόνες. Νιώθοντας
Πως τίποτα δεν θέλουμε στ’ αλήθεια - πως
Ενα γραπτό είν’ ένα σύμπαν από τίποτα. Και πως
Αυτό το ατέλειωτο γραπτό
Είναι το γραφτό μας.

______
Αντώνης Φωστιέρης, Τοπία του τίποτα, εκδ. Καστανιώτη, 2013.

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Γιώργος Γιαννόπουλος, "Πορτρέτο"



Οι μαστοί της ανθίζουν ελαφρά
πάνω από τα όρια του διαφράγματος
γεύση από ρίζα ανέλπιστου βλαστού

Το κορμί της θυμίζει
το όνειρο του Γκωγκέν στα νησιά

Λούζοντας τα μαλλιά της
από χρώμα φλοιού καλοκαιριάτικου πεύκου
μοιάζει με βικτοριανό νούφαρο
στη μεγάλη έκθεση του Μισούρι
το 1904

Στο κρεβάτι στη στάση του λωτού
ένα κύμα κόκκινου
ερυθριάζει
την κατάλευκη σάρκα της

Τα χείλη της γευστικά
μπισκότα Ουτρέχτης

Ο πεταχτός της πισινός
δροσερό αχλάδι

Οι γλουτοί της γυμνασμένοι
από την ποδηλασία των ονείρων
ξέρουν να σφίγγουν το πάθος
που ζώνει τα σωθικά

Στα γόνατα και μπρούμυτα
μυρίζει δίψα του πρωτόγονου

Κι όταν ανοίγει τα σκέλια της
το γιονί της
χαρίζεται στο μέλι των αισθήσεων
στο λαχάνιασμα του έρωτα
στη ζάλη του οργασμού

Μοσχοβολά τότε το σώμα
κι οι αισθήσεις
καταφάσκουν στη χαρά της ζωής

___
Γιώργος Θ. Γιαννόπουλος, Διαδρομή, εκδ. της αύριον, 2000.


Θόδωρος Καλαμπούκας, "Σαν πρόλογος"


"...Τα ποιήματα σου που αγάπησα γιατί τα καις;
Γιατί τα καταστρέφεις; Μοιάζει μ' αυτοκτονία,
στρέφεσαι ενάντια στον εαυτό σου..."
Από γράμμα του φίλου Γ.Ι.* 


Όταν έχεις συμπληρώσει
μια μακριά θητεία εκτεθειμένος
στον ήλιο και στον άνεμο
παύεις να συγκρατείς
λεπτομέρειες γεγονότων
που άλλοτε θα σου φαινόταν αξιοσημείωτα.

Αργότερα, διαπιστώνεις ότι
χωρίς να τό 'χεις καταλάβει
απόθετες στη λησμονιά ολόκληρα τα γεγονότα.

Γίνεται όπως με τα στεφάνια της πρωτομαγιάς:
Μαραίνονται, στεγνώνουν μέχρι το καλοκαίρι,
ώσπου τις νύχτες του Αϊ-Γιάννη ανάβουμε μ' αυτά φωτιές.

Έτσι, ίσως εξηγείται γιατί ο Νέρων έκαψε τη Ρώμη.
Υποψιάζομαι
ότι βαθιά την αγαπούσε.
Τώρα μπορεί να φανταστεί κανείς
τα συναισθήματα που προκαλεί
η απρόοπτη ανεύρεση ενός φακέλου ξεχασμένου
με σημειώσεις και μικρά χαρτάκια
ιχνογραφημένα με κομμάτια ζωής
καθώς αναδύονται από τη λήθη.

Πολλά απ' αυτά είχαν ξασπρίσει κυριολεκτικά
και κάποια στάθηκε αδύνατο να τα διαβάσω.
Δε μένει αμφιβολία:
Ο καιρός έκανε ευσυνείδητη δουλειά.

Μεγάλωνε η έκπληξη μ' όσα διαβάζονταν.
Ήταν γραμμένα, βέβαια, από το χέρι μου.
Οι σκέψεις έμοιαζαν νά' ναι δικές μου.
Κι όμως, τα γεγονότα ολωσδιόλου άγνωστα.

Σα να' χε από ρωγμή περάσει φως
στο αρνητικό του σκοτεινού θαλάμου.

_
Ο Γ.Ι. είναι ο Γιώργος Ιωάννου (1927-1985)

Θόδωρος Καλαμπούκας, Αντοχή των υλικών, εκδ. Αλδε, 2007. 

Δημήτρης Πέτρου, "Πανελλήνια ορειβατική"

 

Ι


Κατεβαίνει βραχνός από τους εφτά ουρανούς
ο αδερφός μου ο Δαυίδ
κι εγώ του λέω, πως έγινες έτσι αδερφάκι μου
ή
τι καιρό κάνει ψηλά στα βράχια;
Απόγευμα όπως πάντα και συμβαίνουν μεγάλα γεγονότα.
Αφού σου το ’πα, μη μου φωνάζεις από μακριά,
είμαι λιγάκι περήφανος,
έλα πιο κοντά με τα καινούργια παπούτσια.
«Γνωρίζω από νεροποντές» θυμώνει ο Δαυίδ,
χρόνια φαροφύλακας στην άκρη,
«γνωρίζω από ταλαντώσεις κι άλλα στολίδια του λαιμού».

Έχεις το ίδιο πρόβλημα με μένα.
Θα σε ονομάσω Χόλντεν, δε θα μιλάς πολύ,
να πάρεις και γάντια.
Μόνο πρόσεξε, μη σου ξεφύγει λέξη μπροστά στα κορίτσια.


ΙΙ


Κατεβαίνει πάλι ο αδερφός μου με τον κόκκινο λαιμό.
Εκείνον τον καιρό έκανα το αγροτικό μου.
Του λέω, κάτσε να σε δω, δε μου μοιάζεις καθόλου.
Θυμάσαι την εποχή με τα Μπρεν και τα στραβά ποδήλατα;
Έκανε πως με άκουγε, αλλά μια μουσική μηρύκαζε τ’ αυτιά του
κι ύστερα είχε πέσει και λίγο σκοτάδι.

Δώσαμε ραντεβού την επομένη στα χωράφια κι έκτοτε δεν τον ξανάδα.
Διορίστηκε στο Ακρινό, μελετητής ήχων του παρελθόντος.

Εγώ τελείωσα τις σπουδές, έφυγα στο εξωτερικό κι όταν γύρισα
έμαθα τη φήμη πως έχω πεθάνει.

______
Δημήτρης Πέτρου, Α' Παθολογική, εκδ. Μικρή Άρκτος, 2013.