Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Bengt Lindström. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Bengt Lindström. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

Αντώνης Φωστιέρης, "Το γραπτό"


Αρχίζοντας ένα γραπτό τι θέλουμε;
Να μπούμε στο κουκούτσι αυτού του κόσμου;
Ή να τον σπάσουμε;
Να εξαχνωθεί στη φαντασία
Και άφθαρτο
Ν’ αναδυθεί ένα σύμπαν από λέξεις; Η άμπωτη
Ν’ αφήσει πίσω της κροκάλες αισθημάτων;
Φόβους και όνειρα; (Τ’ απόνερα του ύπνου εννοώ.
Kαι τ’ άλλα, για το αύριο που βαραίνει). Αρχίζοντας
Πάντα το ίδιο ατέλειωτο γραπτό
Μ’ ένα ορμαθό
Από ρυθμούς και εικόνες. Νιώθοντας
Πως τίποτα δεν θέλουμε στ’ αλήθεια - πως
Ενα γραπτό είν’ ένα σύμπαν από τίποτα. Και πως
Αυτό το ατέλειωτο γραπτό
Είναι το γραφτό μας.

______
Αντώνης Φωστιέρης, Τοπία του τίποτα, εκδ. Καστανιώτη, 2013.

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Δημήτρης Πέτρου, "Πανελλήνια ορειβατική"

 

Ι


Κατεβαίνει βραχνός από τους εφτά ουρανούς
ο αδερφός μου ο Δαυίδ
κι εγώ του λέω, πως έγινες έτσι αδερφάκι μου
ή
τι καιρό κάνει ψηλά στα βράχια;
Απόγευμα όπως πάντα και συμβαίνουν μεγάλα γεγονότα.
Αφού σου το ’πα, μη μου φωνάζεις από μακριά,
είμαι λιγάκι περήφανος,
έλα πιο κοντά με τα καινούργια παπούτσια.
«Γνωρίζω από νεροποντές» θυμώνει ο Δαυίδ,
χρόνια φαροφύλακας στην άκρη,
«γνωρίζω από ταλαντώσεις κι άλλα στολίδια του λαιμού».

Έχεις το ίδιο πρόβλημα με μένα.
Θα σε ονομάσω Χόλντεν, δε θα μιλάς πολύ,
να πάρεις και γάντια.
Μόνο πρόσεξε, μη σου ξεφύγει λέξη μπροστά στα κορίτσια.


ΙΙ


Κατεβαίνει πάλι ο αδερφός μου με τον κόκκινο λαιμό.
Εκείνον τον καιρό έκανα το αγροτικό μου.
Του λέω, κάτσε να σε δω, δε μου μοιάζεις καθόλου.
Θυμάσαι την εποχή με τα Μπρεν και τα στραβά ποδήλατα;
Έκανε πως με άκουγε, αλλά μια μουσική μηρύκαζε τ’ αυτιά του
κι ύστερα είχε πέσει και λίγο σκοτάδι.

Δώσαμε ραντεβού την επομένη στα χωράφια κι έκτοτε δεν τον ξανάδα.
Διορίστηκε στο Ακρινό, μελετητής ήχων του παρελθόντος.

Εγώ τελείωσα τις σπουδές, έφυγα στο εξωτερικό κι όταν γύρισα
έμαθα τη φήμη πως έχω πεθάνει.

______
Δημήτρης Πέτρου, Α' Παθολογική, εκδ. Μικρή Άρκτος, 2013.

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Δημήτρης Πέτρου, "Το πορτρέτο της Άννας"



Η Άννα κατάκοιτη
πάνω σε μια νύχτα που απλωνόταν σαν τις φλοκάτες στη βροχή.

Το σπίτι μικρό, τόσο μικρό, που ούτε η σιωπή
έβρισκε μέρος να σταθεί.
Για κουρτίνες είχε το νυφικό της φόρεμα
και στα πολύφωτα κούρνιαζε σκόνη μαύρη σαν ρόγχος
ή σαν θηλιά δεμένη πρόχειρα.

Κάποτε είχε φυτρώσει ένα χταπόδι-δέντρο στο σαλόνι
και οι γείτονες μαζεύτηκαν με τα κουζινομάχαιρα να το πελεκήσουν
κι ύστερα κάθισαν και τους κέρασε γλυκό.

Η Άννα κατάκοιτη
έριχνε στο ποτάμι των μαλλιών της ενθύμια και βρισιές,
για έναν άντρα που αγάπησε τετρακόσια χρόνια
-όσα τα χρόνια που έζησε με την αρρώστια-
με τα βλέφαρα της στο κομοδίνο
σ’ ένα ποτήρι δάκρυα.

Τη μέρα που τη θάψαμε, ο ήλιος είχε πρόσωπο συγκεκριμένο.
Ένας ήλιος γκρινιάρης, σακάτης και μοχθηρός,
ανεβοκατέβαινε από τον κόσμο των τυφλών
στον κόσμο των βαριεστημένων.

______
Δημήτρης Πέτρου, Α' Παθολογική, εκδ. Μικρή Άρκτος, 2013.