Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011

Αθανασία Δανελάτου, "ΤΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΜΟΝΑΧΟ"


Eίναι κανείς μονάχος του
μ’ ότι αγαπά,
κι ότι αγαπιέται ακόμη πιο μονάχο
στην αγάπη.

Περνούν, πάνω μου απ το πτώμα
του ύπνου μου φιλιά και τρένα,
σαν τις φαντασίες
που κατοικούν στην καρδιά μου
απομακρύνονται, σε γρήγορη φυγή
κίτρινα ωδικά πουλιά
μικρόσωμα, χλωμά
επιθυμίες λιποτάκτες .
Από προορισμό σε προορισμό,
αφήνουν ένα ιχνούδι του συρμού.

Η μέρα βουίζει θάλασσα κι αγρύπνια.
Ζητώντας ένα κομμάτι σώμα αντιλαβή
με πλησιάζει σ’ έναν κατακλυσμό ανέμελο .

Δεν έχω άλλο παιδί να μεγαλώσω
-φωνάζω -
Ούτε κι άλλο πατέρα να υιοθετήσω
- σωπάζω-
δάχτυλα μόνο που επιθυμούν
δάχτυλα βυθομέτρες :

από τις κόχες των ματιών,
να εξορύσσουν τα όνειρα
να τα φωτίζει το σκοτάδι.

Από τις κόχες των ματιών
ν’ αντιλέγουν μ΄ αίματα
να τα σκιάζει χάδι.

Νίκος Καρούζος, "Βράδυ"


Μια γυναίκα κλαίει στον ίσκιο της φωνής –

ω γοερά γόνατα – και φεύγει

το κακό σαν άχρηστο ζώο.

Έβλεπα τα στήθη της

κ’ ήτανε βράδυ πολύφυλλο και φωτισμένο.

Σα μίσχος άνθους ο χρόνος

αθώα υψούμενος.

Κώστας Παπαθανασίου, "Deja-Vu"



Έμβρυα περιπλανήθηκαν
Αιώνες στον μυστικό ουρανό
Χωρίς να ξέρουν
Πως εξερεύνησαν το μέλλον

___
Κώστας Παπαθανασίου, Εκμαγεία, εκδ. Σαιξπηρικόν, 2011

Σταύρος Σταμπόγλης, "Σαν αυτοχειρία"


Τη νύχτα σηκώθηκε, πήρε σφυρί, διάλεξε λέξεις αιχμηρές
κι΄ άρχισε να καταδίδει
"Να τελειώνουμε, να τελειώνουμε.", άκουγε κάτι
οπαδούς από πίσω να ουρλιάζουν
Και κάρφωνε, κι΄ έκοβε, ώσπου τ΄ ασπροσέντονα
γινήκανε πορφύρες
Το πρωί τον βρήκε τσακισμένο απ΄ τον πόνο,
άσπρο απ΄ την αιματοχυσία
Τόσα δάκτυλα χαμένα
Δίχως την αφή να προστρέχει στους λαβύρινθους,
σε σβήνουν τα παλιά και τα καινούργια
προσπερνάνε

____


Σταύρος Σταμπόγλης, “Τόπος Νωδ”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2011

Ναπολέων Λαπαθιώτης, "Νυχτερινό ΙΙ"


Ενα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο
που λάμπει μες στη νύχτα -τίποτ' άλλο.
Μια φωνή που γρικιέται μες στο σάλο
και που σε λίγο παύει -τίποτ' άλλο.
Πέρα, μακριά, κάποιο στερνό σινιάλο
του βαποριού που φεύγει -τίποτ' άλλο...
Και μόνο ένα παράπονο μεγάλο
στα βάθη του μυαλού μου - Τίποτ' άλλο.

___

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Αρσένι Ταρκόφσκι, "Οι πρώτες Συναντήσεις"


Tων συναντήσεων μας την κάθε στιγμή,
γιορτάζαμε σαν ευλογία,
μόνοι εμείς στον κόσμο ολάκερο. Κιʼ από
φτερό πουλιού πιο τολμηρή κι ανάλαφρη ήσουν,
σα παραζάλη στη σκάλα,
πηδούσες τα σκαλιά και
μέσα απʼ την υγρή την πασχαλιά
πήγαινες στη δική σου επικράτεια
Απʼ του καθρέφτη την άλλη την πλευρά.

Σαν έπεφτε όμως η νυχτιά με της ευμένειας
το δώρο οι πύλες άνοιγαν
του θυσιαστηρίου, μεσʼ στο σκοτάδι έλαμπες,
αργά γέρνοντας η γδύμνια,
κι, αποκοιμιόσουν: «Ας είσαι ευλογημένη!» -
έλεγα ξέροντας πως η ευλογία μου
είναι παράτολμη: κοιμόσουν,
και για νʼ αγγίξει τα βλέφαρα της βαθυγάλανης οικουμένης
σέρνονταν από το τραπέζι η πασχαλιά,
και τα βλέφαρα που γαλανάδα άγγιξε
κοιμούνταν ήρεμα, το χέρι ήταν ζεστό.

Κρυστάλλινος ο σφυγμός των ποταμών,
Νεφελώδη τα βουνά, ανήσυχες οι θάλασσες,
Μα συ κρατούσες τη γήινη σφαίρα στην παλάμη σου
κρυστάλλινη, και κοιμόσουν στο θρόνο,
και – Ω δίκαιε Θεέ! – ήσουν δική μου.
Ξύπνησες και ξανάγραψες
το καθημερινό ανθρώπινο λεξικό,
κι η φωνή στο λαρύγγι μισοσβησμένη
γέμισε, και έδωσες στη λέξη
μια νέα έννοια που σήμαινε: Τσάρος.

Κι όλα στο κόσμο μεταμορφώθηκαν, ακόμη
και τα απλά πράγματα – η λεκάνη, - όταν
στεκόταν ανάμεσα μας, σα φρουρός,
το γάργαρο μα και σκληρό νερό.

Μας παρέσυρε άγνωστο που.
Μπροστά μας περνούσαν, σαν οφθαλμαπάτες.
πόλεις χτισμένες από θαύμα θαρρείς,
η μέντα απλώθηκε κάτω απʼ τα πόδια μας
και πουλιά ανταμώναμε στο δρόμο μας,
και από το ποτάμι ψάρια πετάγονταν
Κι ο ουρανός άνοιξε μπροστά στα μάτια μας …

όταν η μοίρα τα ίχνη μας ακολούθησε
σα τρελός με το ξυράφι στο χέρι.

___
βλ. και Ποιείν http://www.poiein.gr/archives/14765/index.html#more-14765
Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης©

Φίλιπ Λάρκιν, "Ψηλά παράθυρα"


Σαν βλέπω ένα αγόρι κι ένα κορίτσι
και μαντεύω ότι ο τύπος την πηδάει
και ότι εκείνη παίρνει το χάπι ή φοράει διάφραγμα
Ξέρω ότι έχουν βρει τον παράδεισο

Που κάθε γέρος ονειρευόταν όλη του τη ζωή –
Δεσμοί και χειρονομίες που αποσύρθηκαν
Σαν ξεχαρβαλιασμένη θεριζοαλωνιστική μηχανή
ενώ κάθε νέος κυλά στη μεγάλη τσουλήθρα

Της ευτυχίας, ασταμάτητα. Αναρωτιέμαι,
Αν κανείς πριν σαράντα χρόνια, με κοίταξε και σκέφτηκε
Έτσι θα ’ναι η ζωή
Ούτε Θεός πια, ούτε να ιδρώνεις στο σκοτάδι

Για την κόλαση και τα ρέστα, ούτε να κρύβεις
Τι σκέφτεσαι για τον παπά. Αυτός και το συνάφι του
θα γλιστρήσουν στη μεγάλη τσουλήθρα
Σαν ελεύθερα βρωμοπούλια. Και άξαφνα

Αντί για λέξεις έρχεται στο νου η σκέψη ενός ψηλού παραθύρου
Το γυαλί που καταβροχθίζει τον ήλιο
Και πέρα από αυτό, το απέραντο γαλάζιο,
Που δεν φανερώνει τίποτα, δεν έχει τέλος, και δεν είναι πουθενά.

___
μετφ. Σπύρος Δόικας

βλ. και http://greekpoet.wordpress.com/2011/09/28/psila-parathira-philip-larkin-spiros-doikas-greek-translation-poem-metafrasi/