Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικόλας Κούτουλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικόλας Κούτουλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Αρσένι Ταρκόφσκι, "Οι πρώτες Συναντήσεις"


Tων συναντήσεων μας την κάθε στιγμή,
γιορτάζαμε σαν ευλογία,
μόνοι εμείς στον κόσμο ολάκερο. Κιʼ από
φτερό πουλιού πιο τολμηρή κι ανάλαφρη ήσουν,
σα παραζάλη στη σκάλα,
πηδούσες τα σκαλιά και
μέσα απʼ την υγρή την πασχαλιά
πήγαινες στη δική σου επικράτεια
Απʼ του καθρέφτη την άλλη την πλευρά.

Σαν έπεφτε όμως η νυχτιά με της ευμένειας
το δώρο οι πύλες άνοιγαν
του θυσιαστηρίου, μεσʼ στο σκοτάδι έλαμπες,
αργά γέρνοντας η γδύμνια,
κι, αποκοιμιόσουν: «Ας είσαι ευλογημένη!» -
έλεγα ξέροντας πως η ευλογία μου
είναι παράτολμη: κοιμόσουν,
και για νʼ αγγίξει τα βλέφαρα της βαθυγάλανης οικουμένης
σέρνονταν από το τραπέζι η πασχαλιά,
και τα βλέφαρα που γαλανάδα άγγιξε
κοιμούνταν ήρεμα, το χέρι ήταν ζεστό.

Κρυστάλλινος ο σφυγμός των ποταμών,
Νεφελώδη τα βουνά, ανήσυχες οι θάλασσες,
Μα συ κρατούσες τη γήινη σφαίρα στην παλάμη σου
κρυστάλλινη, και κοιμόσουν στο θρόνο,
και – Ω δίκαιε Θεέ! – ήσουν δική μου.
Ξύπνησες και ξανάγραψες
το καθημερινό ανθρώπινο λεξικό,
κι η φωνή στο λαρύγγι μισοσβησμένη
γέμισε, και έδωσες στη λέξη
μια νέα έννοια που σήμαινε: Τσάρος.

Κι όλα στο κόσμο μεταμορφώθηκαν, ακόμη
και τα απλά πράγματα – η λεκάνη, - όταν
στεκόταν ανάμεσα μας, σα φρουρός,
το γάργαρο μα και σκληρό νερό.

Μας παρέσυρε άγνωστο που.
Μπροστά μας περνούσαν, σαν οφθαλμαπάτες.
πόλεις χτισμένες από θαύμα θαρρείς,
η μέντα απλώθηκε κάτω απʼ τα πόδια μας
και πουλιά ανταμώναμε στο δρόμο μας,
και από το ποτάμι ψάρια πετάγονταν
Κι ο ουρανός άνοιξε μπροστά στα μάτια μας …

όταν η μοίρα τα ίχνη μας ακολούθησε
σα τρελός με το ξυράφι στο χέρι.

___
βλ. και Ποιείν http://www.poiein.gr/archives/14765/index.html#more-14765
Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης©

Φίλιπ Λάρκιν, "Ψηλά παράθυρα"


Σαν βλέπω ένα αγόρι κι ένα κορίτσι
και μαντεύω ότι ο τύπος την πηδάει
και ότι εκείνη παίρνει το χάπι ή φοράει διάφραγμα
Ξέρω ότι έχουν βρει τον παράδεισο

Που κάθε γέρος ονειρευόταν όλη του τη ζωή –
Δεσμοί και χειρονομίες που αποσύρθηκαν
Σαν ξεχαρβαλιασμένη θεριζοαλωνιστική μηχανή
ενώ κάθε νέος κυλά στη μεγάλη τσουλήθρα

Της ευτυχίας, ασταμάτητα. Αναρωτιέμαι,
Αν κανείς πριν σαράντα χρόνια, με κοίταξε και σκέφτηκε
Έτσι θα ’ναι η ζωή
Ούτε Θεός πια, ούτε να ιδρώνεις στο σκοτάδι

Για την κόλαση και τα ρέστα, ούτε να κρύβεις
Τι σκέφτεσαι για τον παπά. Αυτός και το συνάφι του
θα γλιστρήσουν στη μεγάλη τσουλήθρα
Σαν ελεύθερα βρωμοπούλια. Και άξαφνα

Αντί για λέξεις έρχεται στο νου η σκέψη ενός ψηλού παραθύρου
Το γυαλί που καταβροχθίζει τον ήλιο
Και πέρα από αυτό, το απέραντο γαλάζιο,
Που δεν φανερώνει τίποτα, δεν έχει τέλος, και δεν είναι πουθενά.

___
μετφ. Σπύρος Δόικας

βλ. και http://greekpoet.wordpress.com/2011/09/28/psila-parathira-philip-larkin-spiros-doikas-greek-translation-poem-metafrasi/

Τρίτη 22 Ιουνίου 2010

Τάσος Φάλκος, "Ηράκλειτος"


Πού η ζωή και πού η απουσία;
Πού η φυλακή και πού ο έγκλειστος;
Πού ο θύτης πού το θύμα;

Γιε του νερού και της φωτιάς
που σ’ οδηγεί ο κεραυνός,
πάρε τη λύρα και πυρπόλησέ μας
εμάς που πιθηκίζουμε τον άνθρωπο.
Δείξε κι ονόμασε ξανά τα πράγματα.
Γιατί μόνον εσύ μπορείς
να διώξεις την ολέθρια στάχτη
που συσσωρεύτηκε στα μάτια μας,
εσύ ο αινιγματικός
ο πάναγνος και λυπημένος
που τις φτερούγες σου τις πλήγωσαν
ανίδεοι και παιδιά,
Κύριε της θλίψης και της λύτρωσης,
βόηθα κι εμάς τους βυθισμένους
τους ξεκομμένους από τα μεγάλα σχέδια,
εμάς που απ’ έξω το νερό μας πνίγει
ενώ τα σπλάχνα μας τα κατακαίει
θανάσιμη φωτιά»


(Τάσος Φάλκος, Τουρκές η νύχτα, εκδ. Ζήτρος, 2009.)

Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

Σταύρος Ζαφειρίου, "Εωθινόν" από την ποιητική συλλογή "Σώματος Λόγος"


Κάθε φορά που κατεβάζει ο κυνηγός ένα πουλί
κάτι επαναλαμβάνεται στον χρόνο.
Δεν είναι μόνον η ηχώ της ντουφεκιάς,
(το αίμα ράβει σαν κλωστή την ενδυτή του αέρα)
μα και η πτώση της ζωής που κάνει κύκλους.
Που κάνει κύκλους, κύκλους, κύκλους,
κύκλους, κύκλους,
το άβατο ξετυλίγει τ’ουρανού,
τυλίγοντας του εωθινού τα μετακόσμια ξόρκια.

Κάθε φορά που κατεβάζει ένα πουλί ο κυνηγός,
μες στον καθρέφτη του πρωϊνού
αποτραβιέται ο χρόνος.

Έξω αφήνει μόνο μια στιγμή
μετέωρη, σαν κόκκινο φτερό
πάνω απ’το σώμα.

Μια ολομόναχη στιγμή,
ν’αντανακλά τον θάνατο στο σώμα.


(Σώματος Λόγος, 2004)