Παρασκευή 29 Απριλίου 2011

Κώστας Παπαθανασίου, "Ντε Κίρικο"


Στις άδειες πλατείες
Αόρατο χέρι γεωμέτρη
Γυναίκες δίχως πρόσωπο
Να περιμένουν

Φόβοι αρχαίοι ρίχνουν σκιά
Στην πόλη της σιωπής
Στο μάτι του μάντη άσπιλα
Την απειλή φωτίζουν

Δίπλα στο άγαλμα μπανάνες
Κι ο ποιητής χωρίς χέρια
Χωρίς πόδια για να προχωρήσει

Κάποτε και το μέλλον ασφυκτιά
Στ’ αφηρημένα σχέδια των τρελών

Θέλουν οι μέρες να ξεφύγουν
Σαν άγρια άλογα που καλπάζουν
Αμέρωτα στην ακροθαλασσιά


___
Πέτρινα πουλιά» (2006, Οδός Πανός)
βλ. και
http://www.24grammata.com/?p=12535

Κυριακή 24 Απριλίου 2011

Βασίλης Αμανατίδης, "+01. ΣΥΜΒΑΝ ΜΕ ΦΡΑΟΥΛΕΣ ΜΕΤΑ"


«Κρύο!(1)»,
είπε
- πέθανε(2)

Κι εγώ που όλο τον χρόνο
του κρατούσα
φρέσκες φράουλες...
___

(1) Ζέστη ήταν, καλοκαίρι.
(2) Κι όμως έρχεται, μιλάμε πάλι. Μ' αφού πέθανε, πώς γίνεται αυτό; Σαν να μη με γνώρισε, "Πάντα αγαπούσα φράουλες" μου λέει. Του λέω "να σου φέρω λίγες;", μου λέει "ναι, σας ευχαριστώ". Κάνω πως δεν άκουσα, "ορίστε, κόκκινες κόκκινες, θες ζάχαρη;" του λέω, "Να τις βάλω στο ψυγείο να πάρουνε κρούστα;" μου λέει: "φρέσκες προτιμώ, φρέσκες και ζεστές". του λέω "όπως προτιμάς, κάνε κουμάντο", προσπαθεί, μα: "δεν μπορώ", λέει, "τι κρίμα, δεν μπορώ, να φάω φράουλες, δεν ανοίγει πια το στόμα μου... Αφήστε καλύτερα, δεν θα πάρω, ευχαριστώ". Του λέω: "Πέθανες κι άρχισες του πληθυντικούς; Δε με νοιάζει για τις φράουλες. Μπορείς αυτό τουλάχιστον να μην το ξανακάνεις;"
___

Βασίλης Αμανατίδης, 4-D : Ποιήματα τεσσάρων διαστάσεων, Γαβριηλίδης, 2006

βλ. και http://www.e-poema.eu/poem.php?id=28&pid=13

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

Frank O'Hara, "Why I Am Not a Painter"



I am not a painter, I am a poet.
Why? I think I would rather be
a painter, but I am not. Well,

for instance, Mike Goldberg
is starting a painting. I drop in.
"Sit down and have a drink" he
says. I drink; we drink. I look
up. "You have SARDINES in it."
"Yes, it needed something there."
"Oh." I go and the days go by
and I drop in again. The painting
is going on, and I go, and the days
go by. I drop in. The painting is
finished. "Where's SARDINES?"
All that's left is just
letters, "It was too much," Mike says.

But me? One day I am thinking of
a color: orange. I write a line
about orange. Pretty soon it is a
whole page of words, not lines.
Then another page. There should be
so much more, not of orange, of
words, of how terrible orange is
and life. Days go by. It is even in
prose, I am a real poet. My poem
is finished and I haven't mentioned
orange yet. It's twelve poems, I call
it ORANGES. And one day in a gallery
I see Mike's painting, called SARDINES.

(1971)


___
βλ. και http://wings.buffalo.edu/english/faculty/conte/syllabi/377/Frank_O'Hara.html

Frank O'Hara, "On Seeing Larry Rivers' "Washington Crossing the Delaware" at the Museum of Modern Art"


Now that our hero has come back to us
in his white pants and we know his nose
trembling like a flag under fire,
we see the calm cold river is supporting
our forces, the beautiful history.

To be more revolutionary than a nun
is our desire, to be secular and intimate
as, when sighting a redcoat, you smile
and pull the trigger. Anxieties
and animosities, flaming and feeding

on theoretical considerations and
the jealous spiritualities of the abstract
the robot? they're smoke, billows above
the physical event. They have burned up.
See how free we are! as a nation of persons.

Dear father of our country, so alive
you must have lied incessantly to be
immediate, here are your bones crossed
on my breast like a rusty flintlock,
a pirate's flag, bravely specific

and ever so light in the misty glare
of a crossing by water in winter to a shore
other than that the bridge reaches for.
Don't shoot until, the white of freedom glinting
on your gun barrel, you see the general fear.

John Ashbery, "Just Walking Around"


What name do I have for you?
Certainly there is not name for you
In the sense that the stars have names
That somehow fit them. Just walking around,

An object of curiosity to some,
But you are too preoccupied
By the secret smudge in the back of your soul
To say much and wander around,

Smiling to yourself and others.
It gets to be kind of lonely
But at the same time off-putting.
Counterproductive, as you realize once again

That the longest way is the most efficient way,
The one that looped among islands, and
You always seemed to be traveling in a circle.
And now that the end is near

The segments of the trip swing open like an orange.
There is light in there and mystery and food.
Come see it.
Come not for me but it.
But if I am still there, grant that we may see each other.

Άρης Αλεξάνδρου, "Με τι μάτια τώρα πια"


Βιάστηκες μητέρα να πεθάνεις.
Δεν λέω, είχες αρρωστήσει από φασισμό
κι ήταν λίγο το ψωμί έλειπα κι εγώ στην εξορία
ήτανε λίγος ο ύπνος κι ατέλειωτες οι νύχτες
μα πάλι ποιος ο λόγος να απελπιστείς προτού να κλείσεις τα
εξηντατέσσερα
μπορούσες να 'σφιγγες τα δόντια
έστω κι αυτά τα ψεύτικα τα χρυσά σου δόντια
μπορούσες ν' αρπαζόσουνα από 'να φύλλο πράσινο
απ' τα γυμνά κλαδιά
απ' τον κορμό
μα ναι το ξέρω
γλιστράν τα χέρια κι ο κορμός του χρόνου δεν έχει φλούδα
να πιαστείς
όμως εσύ να τα 'μπηγες τα νύχια
και να τραβούσες έτσι πεντέξι-δέκα χρόνια
σαν τους μισοπνιγμένους που τους τραβάει ο χείμαρρος
κολλημένους στο δοκάρι του γκρεμισμένου τους σπιτιού.
Τι βαραίνουν δέκα χρόνια για να με ξαναδείς
να ξαναδείς ειρηνικότερες ημέρες και να πας
στο παιδικό σου σπίτι με τον φράχτη πνιγμένον στα λουλούδια
να ζήσεις μες στη δίκαιη γαλήνη
ακούγοντας τον πόλεμο
σαν τον απόμακρο αχό του καταρράχτη
να 'χεις μια στέγη σίγουρη σαν άστρο
να χωράει το σπίτι μας την καρδιά των ανθρώπων
κι από τη μέσα κάμαρα–
όμως εσύ μητέρα βιάστηκες πολύ
και τώρα με τι χέρια να 'ρθεις και να μ' αγγίξεις μές από τη σίτα
με τι πόδια να ζυγώσεις εδώ που 'χω τριγύρω μου τις πέτρες
σιγουρεμένες σαν ντουβάρια φυλακής
με τι μάτια τώρα πια να δεις πως μέσα δω χωράει
όλη η καρδιά του αυριανού μας κόσμου
τσαλαπατημένη
κι από τον δίπλα θάλαμο ποτίζει η θλίψη
σαν υγρασία σάπιου χόρτου.

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Δημήτρης Παπαδίτσας, "Διάρκεια"


Να ένα ψάρι, βουίζει στο σπάραχνό του η θάλασσα
Ενα πουλί, διασταυρώνεται στο μάτι του ο αέρας με τη
φωτιά
Εγώ είμαι από ψάρι κι από πουλί
Θέλω να με γνωρίσετε όπως ποτέ άλλοτε
Ασπρο στο κέντρο του βογγητού
Αγαλμα βαθιά στην πέτρα και τη σύμπτωση:

Ουράνια σκιά και κατρακύλισμα ψυχής στο αρνητικό της
Πραγματικότητα που ποτέ δεν είναι πραγματική
Κι ας τρέμει στο τύμπανο του αυτιού
Καθώς η ορχήστρα καθεμιάς αίσθησης τη χρυσώνει

Δεν γράφω λέξεις
Φωνάζω με μέταλλα μ' αράχνες με ομόχρονα
Από βαθιά σ' ένα χρώμα χειρονομώ
Και πλάστηκα να ερωτεύομαι τη σύμπτωση
Του να 'μαι δύο μπάλες φως περιστρεφόμενες
Αντίθετες ενός βόγγου στα μάτια μου, που εξορίζει πρώτα
εμένα
Στ' άδυτα του ίσκιου.