Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Θωμάς Φωσκαρίνης, "Ελπίζω παρ' ελπίδαν"


τάχα να 'μαι εγώ που θηλάζω το σκοτάδι?
ή μήπως είναι αυτό που με ρουφά?
ρωτώ κι όμως δεν θέλω να το ξέρω
καταφεύγω σε μια δεσμίδα φως
του απογεύματος
εκκρεμώ
για λίγο

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Nίκος Ερηνάκης und die Haken, "Κι αν η σκιά μου μιλούσε"



Κι αν η σκιά μου μιλουσε
ίσως μου ζήταγε συγγνώμη
που μες στα πόδια μου γυροφέρνει
τη δύναμη του ήλιου
και πώς να την ανεχτώ έτσι υποτακτική
που τυφλά ακολουθεί
μια ομορφία που καίει
αντί επαναστατημένη να χορεύει
γύρω μου
με ένστικτο και πάθος
___

http://www.youtube.com/watch?v=PvrgPHYm08U&feature=related

Σωτήρης Παστάκας, "Τρίτη, 17 Αυγούστου"


Ο Σερένι γράφει σ' ένα ποίημα πως γύρισε
μια μέρα μετά το θάνατό του στο διαμέρισμά του
στο Μιλάνο. Βρήκε την πόρτα ανοικτή,
τα έπιπλα όλα στη θέση τους, τα χαρτιά
και την πέννα του πάνω στο γραφείο. Ξέρετε,
τώρα πως οι Ποιητές ασυστόλως ψεύδονται
αγαπητοί μου φίλοι. Να σας πω εγώ:
γύρισα στις δύο η ώρα το βράδυ. Άνοιξα
με τα κλειδιά μου το σπίτι, στο δεύτερο
όροφο στη Νέα Σμύρνη. Τα βρήκα όλα
όπως τ' άφησα πριν 32 μέρες. Τα βιβλία
στοιβαγμένα απ' το πάτωμα μέχρι
το ταβάνι. Ο Χόρχε δεν με πλησίασε καν,
δεν ήρθε να τριφτεί στα πόδια μου. Νιαούριζε
συνέχεια σαν να ήθελε να διώξει μακριά
κάποιο κακό πνεύμα. Μύριζα απαίσια φαίνεται,
τριάντα δύο μέρες άθαφτος το Καλοκαίρι.
_____
Σωτήρης Παστάκας / Βασίλης Λαλιώτης, Post Restante, εκδ. Ενδυμίων ,2011.

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012

Μίλτος Σαχτούρης, "Πέτρος"

Πάλι τι καννιβαλισμός αυτή την Άνοιξη
λουλούδια καταβρόχθισαν τις μέλισσες
πουλιά τους φάγαν τα εντόστια τα γεράκια
το τριαντάφυλλο έμεινε ολομόναχο
κι ο μενεξές μεταμορφώθη σε κηδεία


Δεν έχει άλλα λουλούδια να σου φέρω
όμως μια μέρα θα γίνω ο μέγας κηπουρός
θα φυτεύω θα κλαδεύω θα ποτίζω
θα΄χω το σπίτι μου πάνω σ΄ένα σύννεφο
θ΄ανάβω τα όνειρά μου με τον ήλιο


Σήμερα ακόμα είμαι ένας πλοηγός
συνένοχος για τις λάσπες τα λεμόνια
τους τενεκέδες στο νερό μεσ΄στο λιμάνι
τρελαίνω τη σειρήνα σπέρνω το αίμα μου
φορώ γυαλιά από πέτρα και με λένε Πέτρο


____
Μίλτος Σαχτούρης, Παραλογαίς, 1948
____

Ο πίνακας είναι του Νίκου Μαραγκού, ο οποίος κηδεύτηκε σήμερα, 21/1/2012 στο Κοιμητήριο Θέρμης της Θεσσαλονίκης.

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

Ulrich Grasnick, "Σταθμοί τρένων"


Ανεμίζουν μαντίλια,
λευκές σημαίες του αποχωρισμού΄
πάνω στα τελευταία βαγόνια
πηδά η συγκίνηση
κι η ανάμνηση ακολουθεί
τη γραμμή του καπνού στον ορίζοντα–
ό, τι απομένει
είναι τα χιλιόμετρα μελαγχολίας
απ’ τις ράγες.

Τώρα που αρχίζουμε με λέξεις
να στήνουμε γέφυρες,
ξέρει να γράφει γράμματα η μοναξιά-
γέφυρες που ταλαντεύονται παράξενα
κάτω απ’ το βάρος της απόστασης.

Τώρα που αέρας ανοίγει την πόρτα
τρίζει η μοναξιά
τους μεντεσέδες.

___

μτρφ. Γιώργος Καρτάκης

βλ. και http://www.poiein.gr/archives/16356/index.html

Ezra Pound, "Canto XLV"


With Usura
With usura hath no man a house of good stone
each block cut smooth and well fitting
that design might cover their face,
with usura
hath no man a painted paradise on his church wall
harpes et luz
or where virgin receiveth message
and halo projects from incision,
with usura
seeth no man Gonzaga his heirs and his concubines
no picture is made to endure nor to live with
but it is made to sell and sell quickly
with usura, sin against nature,
is thy bread ever more of stale rags
is thy bread dry as paper,
with no mountain wheat, no strong flour
with usura the line grows thick
with usura is no clear demarcation
and no man can find site for his dwelling.
Stonecutter is kept from his tone
weaver is kept from his loom
WITH USURA
wool comes not to market
sheep bringeth no gain with usura
Usura is a murrain, usura
blunteth the needle in the maid’s hand
and stoppeth the spinner’s cunning. Pietro Lombardo
came not by usura
Duccio came not by usura
nor Pier della Francesca; Zuan Bellin’ not by usura
nor was ‘La Calunnia’ painted.
Came not by usura Angelico; came not Ambrogio Praedis,
Came no church of cut stone signed: Adamo me fecit.
Not by usura St. Trophime
Not by usura Saint Hilaire,
Usura rusteth the chisel
It rusteth the craft and the craftsman
It gnaweth the thread in the loom
None learneth to weave gold in her pattern;
Azure hath a canker by usura; cramoisi is unbroidered
Emerald findeth no Memling
Usura slayeth the child in the womb
It stayeth the young man’s courting
It hath brought palsey to bed, lyeth
between the young bride and her bridegroom
CONTRA NATURAM
They have brought whores for Eleusis
Corpses are set to banquet
at behest of usura.
___
N.B. Usury: A charge for the use of purchasing power, levied without regard to production; often without regard to the possibilities of production. (Hence the failure of the Medici bank.)

Ezra Pound, "Canto XLV " from The Cantos of Ezra Pound, New Directions Publishing Corporation, 1993

Σωτήρης Παστάκας, "Ι, Παραπάτημα στη Χαρά"


Εγώ που δεν τραγούδησα

το βαθύ κόκκινο του ρόδου,

ούτε τραγούδησα

το λυγμό που έχει

το βάθος ενός χαμόγελου

το προφίλ στα τρία τέταρτα,

την κρυμμένη γωνιά

στο μυαλό μου,

τους κόκκινους λεκέδες

στο σεντόνι της θάλασσας

όταν το αεράκι σηκώνει

μία προς μία τις ρυτίδες

του εγκεφάλου μου,

μία προς μία τις προσωπικές μου

απώλειες-μπερντές

που κοκκινίζει

μια στιγμή πριν πάρει φωτιά.

Το ορατό φως.

Τις πέντε αισθήσεις.

Τους εκατόν πέντε

κατοίκους της Ηράκλειας.

Τα έντεκα μέτρα του σκάφους.

Τις αμέτρητες μπύρες.

Τα μετρημένα καμπάρι

μέσα από τις ανταύγειες τους.

Μια βαλίτσα, ένα καπέλο

κι ένα διαζύγιο.

Άλλο ένα καμπάρι, παρακαλώ.

Ένα διαζύγιο

και πάμπολλες ομπρέλες.

Φέρτε μου κι άλλα καμπάρι.

Θέλω να βλέπω τη φέτα

του μαρτυρίου μου να μεγαλώνει

σε αντιστοιχία με τη δική σας

τακτοποιημένη απόλαυση.

Δώστε μου ένα μεγάλο σαγκουίνι.

Μην τραγουδάς, τραγούδησες

όσα σου δόθηκαν. Τραγούδησε

τα παιδιά που παίζουν ακόμα

στις δέκα το βράδυ, μόνον

οι φωνές τους ακούγονται

στο προαύλιο της Εκκλησίας,

Μεγαλοβδόμαδο κι ακόμη πιο μακριά

γαυγίσματα αδέσποτων σκύλων.

Δεν έχουν τελειώσει ακόμη

το παιγνίδι, το δικό μου

μόνον τέλειωσε γιατί δεν με παίζουν.

Ένα-ένα καλώ τα παιδιά

με τα ονόματά τους

Ηλία, Αλέξη, Κωστή, Αίγλη

κι ούτε ένα να μου γυρίσει πίσω

τη φωνή. Αναπάντητα ονόματα

ενός που δεν έγινε πατέρας.

Δεν τραγούδησα την πατρότητα

βεγγαλικό που δεν σκάει

το περιεχόμενο στ’ αρχίδια μου

τη νύχτα, αποτυχημένος

κι άσφαιρος νύχτα χωρίς βεγγαλικά,

πυροτέχνημα που δεν έσκασε,

και δεν πυρπόλησε σκοτάδια,

απλό κόκκινο φωτάκι πορείας.

Δεν τραγούδησα την οδήγηση.

Ούτε οδήγησα κανέναν κάπου:

αποτυχημένος ψυχίατρος αλκοολικός,

μόνον ακολούθησα τις σπίθες

φωτιάς που έβγαζαν απ’ τα μάτια τους

οι φίλες και οι φίλοι-μέγιστη

υποχρέωση κι αν δεν την τραγούδησα

τη ζωή, να τη σέβομαι

να την ακολουθώ,

να την προσπερνώ,

να την αφήνω να τρέχει ξωπίσω μου,

να την αφήνω να τρέχει έμπροσθέν μου.

Φώτα πορείας δεν έχει η ζωή

πέφτουν στον πιο βαθύ γκρεμό

όσοι την πάρουν στο κατόπι.

Δεν τραγούδησα τα φώτα πορείας,

απ’ τη μικρή στη μεγάλη σκάλα

τους προβολείς μου άλλαξα

και πάλι δεν βλέπω τους φίλους μου

δεν βλέπω κανέναν:

ανορεξία, αλκοόλ, κι αϋπνία.

Εφιάλτες μόνο βλέπω

μπροστά μου: προβλέπω

και δεν το ’θελα αυτό το χάρισμα,

τρόμαζα και πίεζα να το πνίξω,

μάντης κάθε προσωπική μου

απώλειας στο μέλλον,

όπισθεν δεν έχει η ζωή.

Δεν μου δόθηκε να τραγουδήσω

το φόβο ούτε την έκβαση

της κρίσης, ούτε έγραψα ποτέ μου

πως κόκκινο ήταν το αεράκι

που σμίλευε ρυτίδες

στο σεντόνι της θάλασσας.

Δεν είπα πως ήταν κόκκινο

το αδηφάγο στόμα μου

όταν καθόταν πάνω στο στόμα της.

Δεν είπα πως ήταν κόκκινα

τα χέρια που αγκάλιαζαν

το κορμί της-δεν τα τραγούδησα.

Δεν τραγούδησα τα δικά της

κόκκινα χέρια, τα κόκκινα

χείλη της, τα έμμηνα

που έσταζαν απ’ το μουνί της,

τα στοπ που άναβαν

εδώ κι εκεί στο κορμί της,

δεν τραγούδησα

τον πορφυρό της έρπητα.

Δεν τραγούδησα τις απαγορεύσεις.

Μόνον αυτά που εισέπραττα.

Τραγούδησα το λυγμό μου

που είχε το βάθος ενός χαμόγελου.

Τραγούδησα την απροσδόκητη χαρά

που κρύβει μέσα της βαθειά

κόκκινο άγριο χρώμα,

το αίμα που έφτυσα

όσο μακριά μπορούσα

να δω προς τα πού φυσάει

ο άνεμος να καθορίσει

την κατεύθυνση

τον προσεχή προορισμό μου.

Δεν έγραψα για τη χαρά.

Δεν μου δόθηκε τελικώς

το βαθύ κόκκινο του ρόδου,

επειδή ήθελα να γινόμουν ρόδο

και δεν σας το μαρτυρούσα,

μόνον έβαφα κόκκινα αυγά

για να σας ξεγελάω. Έβγαζα

κόκκινες φωνές. Κατάπινα

κόκκινες φλόγες. Ντυνόμουνα

την κόκκινη στολή του κλόουν

να σας διασκεδάσω, να πυρπολώ

την άχρωμη ζωή μου, αμφιβόλου

ρέζους ως και η ομάδα μου:

μηδενική μ’ αρνητικό πρόσημο.

Λευκές ρίγες, κόκκινες ρίγες

Τελικά ως και το αίμα μου

δεν θα μπορέσετε να μου χαρίσετε

αν παραστεί ανάγκη, να ξέρετε

πως θα βιαστώ να σας καληνυχτίσω.

Τα παιδιά δεν τέλειωσαν

ακόμη το παιγνίδι τους,

κόκκινη απριλιάτικη νύχτα

κι ας τελειώνει για μένα εδώ

το ποίημα.

___

(από την ανέκδοτη συλλογή "Παραπάτημα στη Χαρά", που θα κυκλοφορήσει το Μάρτιο 2012

από τις νεοσύστατες εκδόσεις "πΟΙΕΙΝ")


Σωτήρης Παστάκας, I., Περιοδικό ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ, τεύχος 45