Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

Γιώργης Παυλόπουλος, "Τὸ κατώγι"



Βρεθήκαμε τότε κλεισμένοι μὲ τὸν Ποιητὴ σ’ ἕνα παλιὸ σπίτι
κι’ ἄρχισα πάλι νὰ ψάχνω γιὰ τὰ χαρτιὰ ἐνὸς δικοῦ μας ποὺ γύρευε Δικαιοσύνη
ἀκούγοντας ὁλοένα τὴ φωνή του νὰ λιγοστεύει χωρὶς νὰ παραδίνεται
τὴ φωνὴ του ν’ ἀντέχει ὅσο εἶναι ὁ κόσμος τοῦτος κι’ ἀκόμη
ὅταν κανένας πιὰ δὲ θὰ ὑπάρχει
Εἴταν σκοτεινὰ κι’ ἀνάβοντας τὸ λυχνάρι γιὰ νὰ φωτιστοῦμε
εἶδα μιὰ κασέλα καὶ τὴν ἄνοιξα μὲ τὴν τρεμούλα τῆς ἐλπίδας
ὅμως δὲ βρῆκα τίποτε, μονάχα σκόνη ἀπὸ φθαρμένα
πράγματα ποὺ ἒλιωναν καὶ τὰ ’τρωγε ὁ καιρὸς
καὶ μιὰ πιστόλα φυλαγμένη στὸ βάθος· δοκίμασα θαρρῶ νὰ τὴν κρατήσω.
O ἀγέρας κατεβαίνοντας ἀπὸ τὸ κάστρο δαιμόνιζε τὸ σπίτι,
καὶ στὸ κατώγι θάλεγες πὼς κάποιος ξεκάρφωνε τοὺς νεκροὺς
χῶμα καὶ κόκκαλα. Ἔπειτα ἡσυχία. Καὶ πάλι ὁ ἀγέρας
σὰν ποδοβολητὸ ἀλόγου κοντὰ στὸν τοῖχο τοῦ περιβολιοῦ
ἔφευγε ξαναγύριζε καὶ ξαφνικὰ πηδώντας τὸ λάκο τοῦ ὀνείρου μου
μπῆκε στὴν αὐλή, ἀκούστηκαν στὶς πλάκες καθαρὰ τὰ πέταλά του
πέρασε τὰ χαγιάτια κι’ ἀνέβηκε τριποδίζοντας τὴ σκάλα.
Σπρώχνοντας τότε τὴν πόρτα στάθηκε ἀνάμεσά μας
λυτὸ ξεκαπίστρωτο λαχανιάζοντας ἱδρωμένο ἕνα ἄσπρο ἄλογο.
Μᾶς κοίταξε περίλυπο στὰ μάτια καὶ σηκώνοντας τὸ πόδι
χτύπησε δυνατὰ στὸ πάτωμα μὲ τὴν ὁπλὴ κι’ ἔσπασε τὸ σανίδι.
«Σκύψε, τί βλέπεις;» μοῦ εἶπε ὁ Ποιητὴς
καὶ γονατίζοντας πάνω ἀπὸ τὸ μαῦρο ἄνοιγμα
εἶδα καὶ γνώρισα κεῖ κάτω πλῆθος ἁλυσοδεμένους
γεμάτο τὸ κατώγι λιωμένα κορμιὰ ποὺ στενάζανε καὶ γύρευαν Δικαιοσύνη.
Ἔτσι μὲ πήρανε τὰ κλάματα καθὼς ξημέρωνε
καὶ βγῆκα κι’ ἀκούμπησα στὸν τοῖχο τοῦ περιβολιοῦ.
Γύρω μου κανείς. Μήτε ὁ Ποιητὴς μήτε τὸ ἄσπρο ἄλογο.
Χάραζε ἡ μέρα σκοτεινή. Μονάχα πίσω ἀπὸ τὰ κυπαρίσσια
τὸ φῶς ἐνὸς σπαθιοῦ κρεμόταν στὸν ἀγέρα
_______


Γιώργης Παυλόπουλος, Τ κατώγι, 1971

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Spoon Jackson, "Light pole"



II.

l sit at the base of the light pole
All around me, there are people.
On the basketball court three
Mexicans are doing burpies, listening
To soft rock music on the radio.

Across the basketball court
Multi-colored Christians come together
To pray to their God.

While African Americans slam
Dominoes on the table
Behind me.

I sit there at the light pole
Reading Shakespeare.

______

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

Γιώργος Δάγλας, "του Αλέξη Τσίπρα"



Και ήρθες τώρα εσύ
στην τέλεια παρακμή
να κυβερνήσεις
αυτό το περιπλανώμενο έθνος των αλλοφρόνων
Να φέρεις τα σκάφη στο δίαυλο
Να συγκεντρώσεις τον καρπό
Να συνετίσεις τους ιερείς
Ν’ ανοίξεις τους δρόμους

Μετέωρος ήρθες
Χωρίς ματωμένο στήθος
Χωρίς κλειδιά και άλογα

Αυτό μόνο ήθελα να σου πω
Αλέξιε.
Ήρθες χωρίς δώρα στους Δαναούς

____

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

Γιώργος Βαφόπουλος, "Απόφαση"


Ό,τι είχανε να πούνε το είπανε.
Δεν είχαν άλλο τίποτε να πούνε.
Καθένας όμως μ' επιμέλειαν έκρυψε
κάποιες σκηνές και κάποια γεγονότα,
που ίσως να ματαιώναν την απόφαση.

Εδώσανε τα χέρια τους μ' αδιαφορία
– έτσι τουλάχιστο η όψη τους το έδειχνε –
και χωριστήκανε. Όμως καταβαίνοντας
τη σκάλα Εκείνη δάκρυσε άθελα,
κ' Εκείνος, μόνος πια σαν έμεινε,
ανάλυσε τον πόνο που έκρυβε
σ' ωραία δακρύων μαργαριτάρια.

______
Τα ρόδα της Μυρτάλης (1931)

Βαλάντης Βορδός, "Γυμνή"


Ηταν εκεί δίπλα μου
όλη νύχτα
όμορφη με τα αινίγματα
του ήλιου στο κορμί
γυμνή όσο ένα τριαντάφυλλο
γυμνή όσο ένα κοπάδι πουλιά
που αγγίζουν θλιβερούς κροτάφους
Η άνοιξη ερχόταν 
ψιθυριστά στο στήθος της
καθώς ανάσαινε
άνοιγε κλειδωμένες πόρτες στο φώς
Ηταν εκεί
Ένας χαρούμενος λυγμός
πρίν το φθινόπωρο πέσει βαρύ
στις στέγες των εργοστασίων
στα φτερά μικρών
περιπλανώμενων πουλιών

Tasos Falkos, "Meteora"


Among red and blue
I saw the grey giants
their faces erased by time
their hands - what more could they hold? -
had fallen and turned into dust
they are standing side by side
but still alone
as if when ending a phrase
and before completing it
it is already useless


____
(tran. Y. Goumas)

Βλ. και τη μελέτη μου:
http://tokoskino.wordpress.com/2013/03/31/petros-golitsis-the-meaning-of-light-in-the-work-of-t-falkos-an-attempt-at-conveying-it/

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Ιωάννα Α., "Τα σύννεφα..."


Τα σύννεφα
Πλησιάζουν
Δυσοίωνα

Σαν φρεγάτες
Επιστρέφουν
Φορτωμένα

Με τα λάφυρα
Ενός εκπορθημένου
Ουρανού

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

Αντώνης Ψάλτης, "το βάρος των ονείρων"


ίντσα την ίντσα σήκωνα με μια τριχιά, σαν φίδι ζωντανό, απ’ τα σκοτάδια του ονειροπήγαδου το απίθανο, να βγει στο φως, υφήλιο να γίνει κι αυτό, μεράδι να βρει πραγματικότητας, διάλλειμα σύντομης αλήθειας.
μα η τριχιά του με λυπήθηκε
ανάποδά, λέει, δεν σε κρεμάω
εσένα δεν σ’ αξίζει σταυρόκομπος βρόχος λαιμού
γι’ αυτό στο πατοπήγαδο βαθιά σε ρίχνω
με τόσο βάρος που πήγες να σηκώσεις
έτσι σαν όνειρο ν’ αναληφθείς

______
Αντώνης Ψάλτης, Το καντήλι, εκδ. Αιγαίον, 2012.

Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

Γιάννης Βαρβέρης, "Το γράμμα"



Στην τσέπη του παλτού σου

παλιό σουσάμι
φλούδια φιστικιών
και το τσαλακωμένο γράμμα μου.
Ξύπνησαν λέξεις
φράσεις ανακλαδίστηκαν
έτριξα μήνες εκεί μέσα
μέρες του κρύου
νύχτες απ’ την κρεμάστρα μέσα στη σιωπή
μήπως ακούσεις
άλλαξα στίξη αμβλύνοντας υπαινιγμούς
κόπηκα ράφτηκα εν αγνοία σου
κατά τις πιθανές σου επιθυμίες.
Μα τώρα πια που μπαίνει το καλοκαιράκι
κι είναι σαφείς οι προοπτικές του μέλλοντός μας
αντί να γκρεμοτσακιστώ πηδώντας
ή αντί να με ξεγράψεις
στέλνοντας το παλτό σου στο καθαριστήριο
θα σφίξω θα μαζέψω
σε σουσάμι ή φλούδι
κι απ’ τις ραφές θα γραπωθώ για πάντα.

Κάποτε θα μ’ αγγίξουνε τα δάχτυλά σου.

________

Γιάννης Βαρβέρης, Αναπήρων πολέμου

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Αλέξιος Μάινας, "Η απόδραση των αιχμαλώτων"


                       
                                                   Νόστος   
                                                   μετοίκων μεταγενέστερων
                                                   παραμόνιμων, αποξενωμένων. 


Μια κάποια τέτοια ανύποπτη μέρα,
όπως χάνεται στο πέλαγος των αιώνων μια ξέρα,
πες στον εαυτό σου,
μπορεί το πρόσωπό σου
στο μυαλό των γνωστών
που σε αγάπησαν 
να σβηστεί,
όπως σπάει μια χορδή στου παππού το σαντούρι
ή ένα δόρυ κι ας είναι φτιαγμένο από Ηφαίστους, 
ή όπως σκάνε απ' τον κεραυνό μια δυο νάρκες,
κι απελεύθερος να περπατήσεις
στα λιθάρια της φύσης
από τα φρύγανα στα βρύα
και την ακτή
κι απ' τις σανιδόσκαλες στις βάρκες
ή στα κιλίμια των μικρών λιακωτών
που ίσως σάπισαν
μπρος στις πόρτες με τα τσουβάλια και το πληγούρι
- τώρα δεν θα σε ξέρουν, θα σου πούνε παρία -
που όμως βλέπουν ακόμα στις αυλές τις δικές τους
όπου μαζεύονται να σε δουν να σπανίζεις. 

______
Αλέξιος Μάινας,Το περιεχόμενο του υπολοίπου, 2011.

Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Ντίνος Χριστιανόπουλος, "Ο περίπατος"



Ένα άσπρο ημιφορτηγάκι σταμάτησε μπροστά στην πόρτα. "Ξεχάσατε το μαξιλάρι και τις παντόφλες της μητέρας σας", μου είπε ένα γεροντάκι που κατέβηκε από μπροστά. Μου άνοιξε την κλειστή καρότσα και είδα μέσα τη μητέρα μου, συγυρισμένη στο κιβούρι της και σκυθρωπή. "Μην παραξενεύεστε", συνέχισε το γεροντάκι. "Άμα κανείς πεθάνει στην κλινική, τον κουβαλάμε μ΄αυτό, για να μη βλέπουν οι άρρωστοι τη νεκροφόρα κι αγριεύονται". Της βάλαμε το μαξιλάρι και τις παντόφλες. "Θέλω μια χάρη», του είπα΄ "πριν να την πάτε στο νεκροταφείο, κάντε της μια γυροβολιά με το αμάξι.Θα το χαρεί πολύ η ψυχή της".

Όταν το απόγευμα την κατεβάζαμε στον τάφο, ένα χαμόγελο άνθιζε στο πρόσωπό της.

_____


Σάββατο, 8 Ιουνίου 2013

Αθανασία Δανελάτου, "έλεγος"



                                                            του Άγη
Από τότε που πέθανες, μετρώ, κάθε πρωί,
τους πήχεις του  πρόσωπου με τα δάχτυλα.
Αναρωτιέμαι πώς είμαι ζωντανή ενώ κατεβαίνεις,
γαμπριάτικος, με το γυαλιστερό σου  φέρετρο 
εκεί που μας ενώνει η Μεγάλη σιωπή.

Θάβεσαι˙
Η ανάποδη πλευρά του ζωντανού διαβαίνει 
σ’ αντιστροφή αναπνοής. Το πιο μεγάλο μάτι -
Στόμα σκοτεινό - σα νύχτα σε χωνεύει

Ανάβω ένα μικρό κερί  και που θα σε φωτίσει.

Από τότε που πέθανες, μετρώ το κάθε σώμα
στην αφή. Με την ταφή, απαλλάσσεις απ’ την
αιωνιότητα της γέννας, κάθε έρωτα. –

Η  αγιοσύνη, άφιλτρα θα φουμάρει εφ εξής-.

Έτσι όπως  χώνεσαι στη γη, καθώς ανάμεσα
στα πόδια μιας γυναίκας, έρωτας διαρκείας
τα σώματα στο σύμπαν περιστρέφει μαγεμένα.

Κι ο λαουτιέρης Άνεμος  το  κρούσιμό τους συλλαλεί!

Κροκάλες, κουρταλώντας, ρυθμικά
κουτί, κοκάλινο, μικρό, κυλά˙
στου ποταμού το μουσικό λάλο, ανοιχτό.
                                
                    Κ.Πεδινά-Πάτρα 12/13

Πάνος Θασίτης, "Μάτια που αναποδογυρίζουν..."


Μάτια που αναποδογυρίζουν και πέφτουνε μες στα κρανία τους
Χέρι που σπαράζει κάτω απ’ το καρφί.
Μέρα ντροπιασμένη
Γνώση που κλαίει για την αφέλειά της
Μνήμη που δε μπορεί τίποτα να θυμάται
Σύγχυση, τρόμος στους καθρέφτες και στα ειδύλλια
Επιδημία και θάνατος
Απέραντος εφιάλτης πάνω στο πρόσωπό μου
Τώρα που σκίζεται
Κι από μέσα του πηδά
Εβένινο
Απελπισμένο
Αμολόγητον έρημο τ’ αληθινό μου πρόσωπο
Καθώς το φως σφυρίζει και καταστρέφεται πάνω του
Σ’ εκατομμύρια λυσσασμένα βεγγαλικά.
_______
Από τη συλλογή Δίχως κιβωτό (1951)
Πάνος Θασίτης, Τα ποιήματα 1946-1979, εκδ. Παρατηρητής, 1990.

Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

Ελένη Μαρινάκη, "Ο χρόνος τότε"



Βρεγμένη μέρα Κυριακή
μου άνοιξες να σου μιλήσω.

Φορούσα μαύρα από μικρή
πάνω στα χέρια μου
λόφους με περιστέρια ανηφόριζα.

Έβγαινε άσπρος ουρανός
και με νανούριζε
μια άνοιξη ορμούσε στο φουστάνι μου
μάτι σχισμένο της ντροπής
εβύθιζε το μεσημέρι.

Ίδρωναν ώρες δίσεκτες
με μια φουρκέτα η γιαγιά
ξεφλούδιζε το καλοκαίρι
περνούσε η σιωπή σαν άνεμος
και μάζευε τους μήνες, τις μέρες
τις Κυριακές που ξέχασα.

Τα χρόνια που έχω να σε δω.
________
Ελένη Μαρινάκη, Ο χρόνος τότε, εκδ. Γαρβριηλίδης, 2013.

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Λένα Καλλέργη, "Ρύζι με ψάρια"


Πίσω από το νηφάλιο βλέμμα σου
Βλέπω αλμυρές σταγόνες να εκτοξεύονται
Ολονυχτίες θάλασσας στα βράχια
Γενιές ψαριών ν’ ακμάζουν και να χάνονται
Ενώ κοπάδια μέδουσες πλέουν ακάθεκτες
Αφήνοντας νεκρούς στο βούρκο του πυθμένα
 
Κι όπως μασάς αργά και καταπίνεις
Ρύζι καθησυχαστικό
Βλέπω την αγωνία του νερού
Πόσες φορές πλημμύρισε το σπίτι σου
Πόσους κουβάδες κουβαλήσατε λασπόνερα
Και νιώθω να κυλούν κάτω απ’ την πλάτη σου
Τ’ ανώφελα ποτίσματα του θερινού μεσημεριού
Και μια υγρασία επίμονη, απ’ την βαθιά σου παιδική ηλικία
Να στάζει μες στα κόκαλα
 
Βρώμικο, ζωντανό νερό
Μες στο νερό μεγάλωσε το ρύζι
Μες στο νερό σκοτώθηκαν τα ψάρια
 
Δεν κλαις, μα το νερό χτυπάει να φύγει
Κανένα φράγμα δεν το κράτησε για πάντα
Πού να τον πνίξει το θυμό
Πού να πλυθεί και πώς να ξεδιψάσει
Τρέχει απ’την αλλαγή στη μεταμόρφωση, κι εσύ
Χαμογελάς στεγνά
Και την ανάσα σου κρατάς, μην ξεχειλίσεις.

_______
 από τον συλλογικό τόμο Ομάδα Από Ποίηση, εκδ. Γαβριηλίδης

Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Ντάντη Σιδέρη, "Είναι η στενότητα της θάλασσας που σε τρομάζει"



Φέρε μου
το βυθισμένο σου πρόσωπο
στεφανωμένο φύκια το πικρό
χνούδι τής θάλασσας
- λοιπόν παρήλθε και για σένα
το βεγγαλικό φως -
θ' αλείψω μύρο
την άψογη σκληρότητα
θα βαλσαμώσω
- μια φανερή χειρονομία αγάπης -
για το ανέκλητο ταξίδι του
στα πλεούμενα.


___________
Από τη συλλογή Hinter dem Schlaf höre ich mich besser (Πίσω απ’ τους ύπνους με ακούω πιο καθαρά) (2001)


βλ. και: 
http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=27775.0

Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

Ευτυχία - Αλεξάνδρα Λουκίδου, "Το διφορούμενο λευκό"


Κι αν τώρα σιγυρίζω και τακτοποιώ
αφύσικα φερσίματα
φλούδες δύσπιστων λέξεων
και μπουκαλάκια αιθέρα
και να φανερωθεί ζητώ
κείνο που δεν ορίζεται

είνα γιατί 
το τρίξιμο κάθε μισάνοιχτου
με έχει αποτελειώσει
γιατί οι γνώμες
- ακόμη και των ειδικών - 
διχάζονται
αν, λόγου χάρη, στρώνουμε
λευκό σεντόνι νυφικό 
ή νεκρικό του τάφου.

Μα πιο πολύ 
γιατί όπως ψιθυρίζεται
τα ξύλα ήδη κόπηκαν
και συναχτήκαν στη γωνιά
κι έξω από εμάς
μια δίχως έλεος πυρά
κλαδί κλαδί ετοιμάζεται. 

____
Ευτυχία - Αλεξάνδρα Λουκίδου, Το επιδόρπιο, εκδ. Κέδρος, 2012

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

Κωνσταντίνος Μελισσάς, "Διαστροφή"


Στην αρχή σ’ ένιωσα στο Μόναχο.
Αεράκι Κασμίρ Μιστ της Μις Κάραν
το συνονθύλευμα αρωμάτων
στο κατάστημα αρωμάτων-καλλυντικών-ποτών
και άλλων συναφών του αεροσταθμού.

Το απόγευμα τ’ άγγιγμά σου στο Εμπορικό Κέντρο,
πλησίον του σιδηροδρομικού σταθμού της Βαρσοβίας,
όταν μια εκτυφλωτικά μαύρη πωλήτρια
μου άγγιξε με τις παλάμες της τα χέρια
βάζοντας ένα είδος σκόνης από τη Μαύρη Θάλασσα
που απομακρύνει αντί ασήμαντων σημαινόντων πενηντάευρων
τα νεκρά κύτταρα του δέρματος
και ίσως και της δικής μου ψυχής.

Το βράδυ στο ξενοδοχείο των πέντε αστέρων, 
των επτά θαλασσών
και των εννιά Ελλήνων καταχραστών,
τη φωνή σου να διαπερνά
την επαναλαμβανόμενη ακουστική μουσική.

Φαντασιώθηκα να εμφανίζεσαι ξαφνικά
ανοίγοντας την πόρτα με την κάρτα-πασπαρτού του διευθυντή
και να κάνουμε έρωτα τραντάζοντας ρυθμικά,
μουσικώ τω τρόπω,
το ξύλινο πάτωμα.

Το άλλο πρωί δίπλα μου στο τρένο,
όταν ένα κορίτσι «του επαγγέλματος» δίχως άλλο,
με αθλητική κορμοστασιά, εμφανές σολάριουμ και έλλειμμα νοημοσύνης
κάθισε απόμακρα δίπλα μου στο τρένο,
όπως κάποιες φορές όταν γνωριστήκαμε εσύ,
αρνούμενη να μου μιλήσει για την ίδια και το λειτούργημα της.

Στην αποβίβαση η ύπαρξη της εξαϋλώθηκε μαζί με τη δική σου οπτασία.
Ίσα που πρόλαβα να δω μια σκιά στο μαγαζάκι του σταθμού
ν’ αγοράζει έναν ακόμη καρτοκινητό αριθμό
για το τεράστιο Σάμσουνγκ αριθμοκινούμενο κινητό
προτού η εικόνα σας γίνει μια ανάμνηση στη λήθη του χρόνου.
Τέλος, το μεσημέρι στα πράσινα μάτια
της απρόσκλητης ξανθιάς Πολωνέζας ξεναγού.
Αυτής που, ναι, θα μπορούσε εύκολα να σε ξεναγήσει
από τα ενδότερα ου σώματος της στην Κόλαση του Δάντη.

Τότε ήταν που αντιλήφθηκα και ταράχθηκα
από τη διαστροφή της μυστικής σου παρουσίας.

Μόνη πυξίδα τα λόγια του πρώην μέθυσου, δασκάλου-ιατρού,
που επαναλάμβανε διαρκώς τον Cesare Musatti,
πατέρα, μητέρα και κουβερνάντα της ιταλικής ψυχανάλυσης μαζί:
«Διαστροφή είναι ό,τι προκαλεί την εκσπερμάτιση,
την ολοκλήρωση της σεξουαλικής συνεύρεσης
μ’ έναν και μόνον αποκλειστικά τρόπο».


Έτσι το βράδυ αποφάσισα να αποφύγω
πάση θυσία τις διαστροφές
και να σκεφτώ τουλάχιστον δύο τρόπους
μαζί σου για να αντιστραφώ.

___
Κωνσταντίνος Μελισσάς, Αθώες Λογοκλοπές, εκδ.Σαιξπηρικόν, 2013.