Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Γιώργος Χαβουτσάς, "Οι γέφυρες πάντα"


«πριν αλέκτορα φωνήσαι δις, απαρνήση με τρις»

Κατά Μάρκον, ΙΔ΄72

Πρόσεξε τη μεριά που θα βρεθείς
όταν ανοίξουνε οι γέφυρες
υπάρχει κίνδυνος αποκλεισμού
σε όχθες που δεν θέλησες.

Στάσου καλύτερα εδώ:
η όχθη τούτη δεν σε καταβάλλει.

Απέναντι είναι οι άνθρωποι
που ολοένα σε κοιτούν
μα δίχως να σε βλέπουν
όπως γίνεται πάντα, στις όχθες
της καθημερινότητας, εύκολη πού ’ναι
η άρνηση, ήδη με το δευτέρωμα
λαλιάς του πετεινού
κάμπτεται αμέσως η αντοχή σου
τριτώνει πάντα το κακό της άρνησης
αρνείσαι πως υπήρξες
ποιητής, δηλώνεις πως
αυτά που έγραψες
ανήκουνε σε κάποιον που σου μοιάζει.

Στάσου καλύτερα εδώ, στην υψωμένη
γέφυρα μετεωρίζονται
ατρόμητοι οι φανοστάτες, αυτό το τίποτα
που είσαι
γίνεται μάλλον κάτι. Η πόλη
γιορτάζει, η γέφυρα,
που υψώθηκε,
κρατά μέσα στα ρόδα
το βάθος του ορίζοντα.

___________
Γιώργος Χαβουτσάς, Σημείο Πετρούπολης, εκδ. Πλανόδιον, 2011.

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

Θοδωρής Ρακόπουλος, "Της Νύφης"



Με τις δαντέλες και τα διαλεχτά, φανταχτερά αινίγματα. Αστράφτει από την χαραμάδα το σεντούκι, και στην μέση του οντά παραταγμένο το σόι τέσσερεις γενιές˙ στο χέρι ο καθένας ένα φλουρί ή ένα μπογαλάκι. Η μιλημένη χήρα ένα μπακίρι, της καίει την παλάμη˙ κάποια θεία πιο μακρυνή, αγχιστείας, ίσως ένα γράμμα με χρυσόβουλο.
Στην αυλή πάντα τα όργανα, από τον Πολυπόταμο, και τα κουστούμια τους υγρά, που διέσχισαν ξημέρωμα το δάσος. Βαράνε έξη ώρες τώρα τον ίδιο σκοπό, και κάθε τόσο χάσκει λίγο παραπάνω το σεντούκι.
Ανάμεσα στέκει, βουβός, ο γαμπρός˙ χωρίς έδνο, κι ορφανεμένος στα δεκατέσσερα. Τα μονοπάτια όλα καμένα, από ασκέρι της φατρίας, επήλυδες. Βρύα αργά προς την κοίτη του ποταμού κι ο παπάς ακολουθεί τη ροή με το ποδήλατο και κάθε τόσο σταματά για τσιγάρο ή για να κάνει τον σταυρό του.
Εμένα με στείλαν στην πόλη, στου δάσκαλου, κι αυτή είναι η παρακαταθήκη που μου παράγγειλαν, και τα γράφω όπως έγιναν, ασφαλής, στο πατάρι με την γκαζόλαμπα, δικτυωτή δαντέλα ζεσταίνει τα πόδια μου.

_____
Θοδωρής ΡακόπουλοςΟρυκτό δάσος, εκδ. Νεφέλη, 2013.

Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Χλόη Κουτσουμπέλη, "Όταν μπαίνεις μέσα μου"



Όταν μπαίνεις μέσα μου

το πάπλωμα γεμίζει ρύζι και γαλάζια αυγά.
Μα την ίδια στιγμή
μια πόρτα με θόρυβο ανοίγει
σε κρύο διάδρομο
σε άδειο σπίτι.

Στην οδό Αγίου Δημητρίου
ένα κοριτσάκι μου γνέφει λυπημένα.

______
Χλόη Κουτσουμπέλη, Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια , εκδ. Ν.Πορεία 2006.

Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

Γιώργος Ιωάννου, "Το παράπονο"



Oταν ήρθε το σήμα πως σκοτώθηκε,
έφυγα πια και ρίχτηκα ξερός μέσα στα χόρτα.
Όλη τη νύχτα έτρεχα σε κατακίτρινη ερημιά,
έσκαβα λάκκους - κραύγαζα μια λύση.
Όσο που ήρθε, όσο που τον έφερα·
γυμνός και με τον πράσινο μπερέ καψαλισμένο.
Όταν θα βάλεις τα πολιτικά,
εμένα να θυμάσαι, μου ψιθύρισε·
ποτέ μου δεν απόχτησα κουστούμι.

______________
απ' Τα Χίλια Δέντρα

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Αντώνης Ψάλτης, "προτρεπτικό"


εκεί που δεν υψώνονται
ας πάψουμε να βλέπουμε βουνά
γιατί στις κορυφές τους
καθώς λένε
κατοικούν οι θεοί
και οι θεοί θέλουνε το κακό μας

_______
Αντώνης Ψάλτης, Το καντήλι  και άλλα ποιήματα, εκδ. Αιγαίον, 2012.

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

Βασίλης Λαλιώτης, "Μάσενκα, πέντε"



Nikolai Myaskovsky Cello Concerto Op. 66 in C minor

Η ευτυχία έχει μια θλίψη από παιδιού
που έμεινε ξαφνικά μοναχό μ’ όλα τ’ αστέρια
κι όσο από την ομορφιά μένει αμοίραστο
κυλάει αίμα τοξικό γλυκά στη φλέβα…
Ακούω ακόμα τη φωνή σου: Βάσια, Βάσια
όπως σου φέρνουν μιαν εκπλήρωση επιθυμίας
κι ύστερα: Τί είναι; Τίποτα, τίποτα.
Είναι πολλά τα λόγια που χωράει ένα τίποτα
λίγο πριν φτάσει το τρένο στο σταθμό
που να πονάνε κιόλας σαν ανάμνηση.
Πως σου φυσάω τα μάτια να μην κλάψεις; Έτσι.


_______
Βασίλης  Λαλιώτης, Μάσενκα, εκδ. Ενδυμίων, 2012.

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Αλέξανδρος Ίσαρης, ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΤΟ 200 π.Χ."



Γεννήθηκα στὴν Αἴγυπτο τὸ 200 π.Χ.

Μὲ ἥλιο στὸν Αἰγόκερω
Καὶ μὲ σελήνη Κρόνου στὸν Κριό.
Ὁ πατέρας Μακεδόνας
Κι ἡ μάνα μου ἀπὸ τὴ Μαύρη Θάλασσα.
Ἔγινα χτίστης κι ἀπόκτησα πολλὰ παιδιά.
Ἀργότερα θεόρβη ἔπαιζα δίπλα στὸν Λόκ.
Ἀντιγραφέας ἔγινα τὸ 1701 στὴ Μαδρίτη
Καὶ ἐραστὴς μιᾶς δούκισσας
Ποὺ κάηκε σὲ πυρκαγιά.
Μὲ σκότωσαν σὲ ὄργιο κάπου στὸ Περοὺ
Μὰ ἐγὼ ἐμφανίστηκα ξανὰ
Στὴ Σαρλεβὶλ τῶν Ἀρδεννῶν μὲ τ’ ὄνομα Ρεμπώ.
Πέθανα τριάντα ἑπτὰ ἐτῶν κι ὅταν ξαναγεννήθηκα
Ἤμουν γυναίκα ζωηρὴ
Ποὺ ἔγινε διάσημη
Σὲ ρόλους κωμικοὺς
Μέχρι ποὺ γνώρισα στὴ Ρώμη κάποιον Σάντρο Λίππι.
Πόρνη κατέληξα ποὺ πῆγε ἀπὸ χολέρα
Μὰ τώρα φτιάχνω πιάνα στὴ Λειψία.


Ἄλλαξα σχήματα, καρδιές, μυαλὸ
Μίλησα τόσες γλῶσσες.
Τυφλὸς ἐκ γενετῆς ἔχω τρία παιδιὰ
Γυναίκα ἀπὸ τὴ Σάμο.
Τὴν τέχνη ἔμαθα στὸ σπίτι τῶν γονιῶν μου
Καὶ μὲς στὴ μουσικὴ ζῶ τὴ ζωή μου.
Λέγομαι Γιούλιους, εἶμαι ἑβδομήντα δύο χρονῶν
Καὶ θέλω νὰ πεθάνω στὴν Ἑλλάδα.

__

Αλέξανρος Ίσαρης, Θὰ ἐπιστρέψω φωτεινός, Ποιήματα 1993-1999,  εκδ. Άγρα, 2000.


Σάββατο, 2 Μαρτίου 2013

Νάνος Βαλαωρίτης, "Πώς να μην γράφετε ένα ποίημα"


Κατ' αρχήν να μην αρχίζετε από πάνω
προς τα κάτω
αλλά πάντοτε
από κάτω προς τα πάνω
από δεξιά προς τα αριστερά
από το τέλος στην αρχή
και μάλιστα βουστροφηδών
το αλφάβητο έχει μόλις
εφευρεθεί
το μεταχειρίζονται
οι έμποροι
και οι όσοι φτειάχνουν
αγγεία
αν σας έρχεται στο νου
μια φράση
ξεχάστε την
θυμηθείτε κάτι
που δεν μπορείτε
να θυμηθείτε
όπως τη γέννησή σας
αγαπήσετε την αγάπη
μόνο αλλά κανέναν
άλλον/άλλην
να μασουλάτε τη ρίμα
σα νάταν τσίχλα
να μετράτε τις συλλαβές
με το χάρακα
και τους στίχους
με τον διαβήτη
κι όταν απερνάτε κάτω
απ' το παράθυρό της
να κραυγάζετε
ακατάληπτες
βωμολοχίες
ώσπου να βγει
απ' το παράθυρο
το στρογγυλό
κεφάλι
της
σελήνης
χαμογελώντας
σε κατάσταση
ακράτητου
σεληνιασμού.

Θοδωρής Ρακόπουλος, "ΟύΤΙΣ"



Προχώρησε, σταθερά βήματα, προς την άκρη της πλατφόρμας,
«Είμαι ο Κανένας»,
της είπε.

Την ξύπνησε με κνησμό στα μάτια η φωνή, 
κι η ροή του τραίνου την φερμάρισε, 
σαν το κρυμμένο ζώο στην ενέδρα, μπρος στο δίκαννο. 

Με θολή από το κρασί την ορατότητα τον έβλεπε να μπαίνει
μές στο κοπάδι του συρμού διαγώνια,
πίσω απ’ την πόρτα που οδηγούσε προς το φως, πέρα από την σπηλιά.

Σηκώθηκε απ΄την καρέκλα αναμονής με κόπο, μάζεψε την πεσμένη ατζέντα του,
κι έφερε προσεκτικά πάνω απ΄ τα γράμματα, το ραγισμένο της μονόκλ:
Ήταν πράγματι ο Κανένας,
δεν της είπε ψέματα.

_______
(από το βιβλίο ΟΡΥΚΤΟ ΔΑΣΟΣ)

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, "Το πέρασμα"



Σιωπή! Θα ακούσουμε το θάνατο
Να χαχανίζει νευρικά πάνω απ' το πιάτο.
Θα βυθίσουμε τα πόδια μας στο μάγμα
Και μ' αυτές τις προϊστορικές παντόφλες
Θα συρθούμε ως τη γυάλινη σάλα.
Θα τον δούμε να σκουπίζει τα χείλη του
Με μια μπουκιά απ' το ψωμί μας.
Θα μαζέψουμε ένα ένα τα κέρματα
Που παράτησε ο σερβιτόρος.
Θα χαϊδέψουμε σαν πεσμένο φεγγάρι
Την κοιλιά του μεγαλύτερου παιδιού.
Με μάτια ποντικού εργαστηρίου
Θα εμπιστευτούμε τους νόμους του σύμπαντος.
Θα πιστέψουμε τ' αυτιά μας.
Δεν θα πιστεύουμε στα μάτια μας.
Η ηλικία μας θα νυστάξει.
Θα σκάψουμε την κλίνη μας. Θα υπακούσουμε.
Σιωπή! Θα πιούμε λάσπη και ζάχαρη.
Θα αναπτύξουμε ορμόνες νερόλακκου:
Θα πνίξουμε τα μούτρα στο αίμα.
________
Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Ο τρόμος ως απλή μηχανή, εκδ. Πατάκη, 2012.

Ζαχαρίας Στουφής, Απ' την "Ονειροπληξία"



Συχνά ξυπνώ
με τα μαλλιά
γεμάτα φύκια
και πίσσα στις πατούσες.

*
Αφού το όνειρο
μονάχα εγώ το είδα,
πώς είναι όλοι
ματωμένοι απ' τη σφαγή;

______
Ζαχαρίας Στουφής, Ονειροπληξία, εκδ. Φαρφουλάς, 2012.