Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Γιάννης Δάλλας, "Για ποια Ελένη"


Πήρα την εντολή και το μήνυμα να μιλήσω για την Ελένη
Για ποια Ελένη;
Της ηδονής και του κέρδους ή της ψυχής και των καθαρμών της;
Την αναπολώ τις ασέληνες νύχτες με τη ματιά μεσουράνια
προς τ’ αστέρι της Αφροδίτης
Άνοιξη ήταν που σάλπαρε με τα ιστία ανοιχτά σαν ιμάτια γύρω
από το κορμί της
Δέκα χρόνια πίσω απ’ τα τείχη κι εκεί έγκλειστη για αιώνες
Χανούμ της Ανατολής κι από κάτω
Mater dolorosa δεσπόζουσα πίσω απ’ τις ουρανίες των θόλων
του σκιερού Βυζαντίου
Με τ’ αρχικά της εγχάρακτα σ’ όλα τα στήθη των σταυροφόρων
Το ΕΛ του ΕΛέπτολις και το ΕΛ του ΕΛέους, το ΕΛ του ΕΛελεύ
και του ΕΛντοράντο
Απ΄ τη Δέσποινα των θηρών ώς τις δεσποσύνες των πόλεων
τι ανατροπές εδώ κάτω!
Σαδομαζοχισμοί ολονύκτιοι σεληνιασμοί υπό το λυκόφως
Κι ολοταχώς προς τα πίσω
Στο μπιγκ-μπαγκ τ’ ανδρογύναιου... Εγώ κατασκότεινη ύλη
Κι εκείνη σκοτεινότερη ενέργεια να με διασχίζει το φως της
Απ’ τα καθημερινά δρομολόγια ώς την περιφορά μου στο σύμπαν
Πυρ απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα
γη και πρηστήρ χρησμοσύνη και κόρος, τα πάντα
το πυρ επελθόν
καταλήψεται

Άννα Γρίβα, "Παράπονο"


Ράβω το στόμα μου
στις άκρες ξεπετιούνται οι κλωστές
βλαστάρια που περίσσεψαν
από το μίσχο λουλουδιών
κανείς δεν προσέχει
τις λεπτομέρειες των φυτών
κανείς δεν προσέχει
τις λεπτομέρειες της λύπης
οι άνθρωποι ακολουθούν μόνο τη λάμψη
τα καθαρά μαλλιά κάποιας γυναίκας
γεμάτης υγεία δέσμες του ήλιου
που στριμώχνονται
και λιγοστεύουνε την όραση

βρίσκω ένα όνειρο κακό
που με βυθίζει στην καρδιά του
-πνιγμοί πριν τη σφαγή υγρή
του ταύρου ανάσα
ή των αρρώστων τα πνευμόνια
που με ποτίζουν επικίνδυνα-
μην το γελάς μην του γελάς
με βρίσκει παντού
μου παραστέκεται
εκεί που πνίγομαι με πνίγει
με ένα φιλί σαν πείραμα
γεμάτο ιούς και παρενέργειες
σπαρταριστά τα μπράτσα του
μοχθούν στη δύναμή μου

τελευταία προσπάθησα πολύ
μα οι στιγμές χειροτέρεψαν
κλείνω τα μάτια και δεν κοιμάμαι
ακούω τις κραυγές των ποιημάτων
τη βαριά τους ανάσα
το βήχα τους που κρατά χρόνια
εξηγώντας την ηλικία μου
τρομάζω με τον παραμικρό θόρυβο
και με τη σιωπή τρομάζω
πιο πολύ όμως φοβάμαι
ν’ ακουμπώ τα μαλλιά μου
οι χτένες στα δόντια τους
αν τις δω στο τραπέζι με ακολουθούν
μέχρι να νυχτώσει

απόψε παράτησα το σπίτι
κλειστό κοχύλι τ’ άφησα
στα μάτια των ψαράδων
και κολυμπώ ανέπαφα
στου ουρανού την επιφάνεια
τα αστέρια με παρατηρούν
χωρίς να με βυθίζουν
κι από τις λέξεις που ξεχνώ
η γλώσσα μου μικραίνει
σαν ράμφος που θυμήθηκε
τα μυστικά των δέντρων.

_______
Άννα Γρίβα, Οι μέρες που ήμασταν άγριοι, εκδ., Γαβριηλίδης, 2012.

Γιάννης Στίγκας, "Η αλητεία του αίματος"



Η μνήμη είναι μια βαλίτσα
Η λήθη είναι δύο
Να πάρουμε το φως απ’ την αρχή 
να δούμε αν επιμένει στο κάρβουνο
Εγώ δεν πείθομαι, βλέπεις,
έχω τόσες φλόγες να συντηρήσω

Φλόγα πρώτη:

Μ’ ακουμπάς
και το αίμα μου ανοίγει μεγάλα μπουμπούκια
Στο τέλος δε θα μείνει χώρος για μένα

Φλόγα δεύτερη:

Να παίζεις με το μηδέν
και να μένεις στον άσσο

Φλόγα τρίτη:

Αυτή η ένδεια
του να μη στέκεσαι
των θηρίων ηνίοχος
αλλά και βορά διαδρόμων
Θέλησα το σώμα
στην προέκτασή του σε ήλιο,
τώρα ζητάω απ’ την ποίηση
να μου σπάσει τα χέρια

Φλόγα τέταρτη:

Αυτή που ρίχνω τα σφαγμένα ποιήματα
Αυτή που με περιμένει

Φλόγα Πέμπτη (η επονομαζόμενη και κοινή):


Τρελέ, θα πιάσουμε καμιά πυρκαγιά εδώ μέσα


____________

βλ. και http://hrtstvrs.blogspot.gr/2012/02/blog-post_14.html

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Κωστάκης Λούστας, "...Αν σου πω"



Αν σου πω "Ίτσο" μου
από πού πήρα την διεύθυνσή σου
θα γελάσεις: Απ' το Internet!
Πολύ εξυπερετικό πράμα
Επιθύμησες κάποιον;
τον βρίσκεις αμέσως έτσι;
Α ρε Βασιλάκη μαλάκα
τι κάνεις ρε θηρίο;
έχω να σε δω
από τα χρόνια τα μαθητικά
Εσύ σαν "πιο κοντός"
καθόσουν στο τέταρτο θρανίο
και 'γω "στο βάθος με τους ψηλούς"
θυμάσαι; Πολύ αμφιβάλλω

Τι πλάκα είχαμε στα Λατινικά
με τον Τσακούλια, ε!
που τίναζε διαρκώς τον γιακά του
και μόνο στα Ελληνικά με την Καρόζη
καθόμασταν ήσυχα. Περίεργο.

Εσύ έφυγες πολύ μικρός "τόσος δα"
-ευτυχώς για σένα-
και δεν ξέρεις δεν μπορεί να ξέρεις
πόσοι πέθαναν από μας
Άμα σου πω οι μισοί και πλέον
θα με πιστέψεις;
Προχτές πέθανε και ο Ιορδανίδης
διότι έχασε την γυναίκα του νέα
σαν τον αδερφό του τον μικρό
και σαν το πιάνο του το παλιό
Και ο Μίκης με το ξύλινο πόδι
και ο Πραπαβέσης
ο Τοσίου και τόσοι άλλοι
όλοι πέθαναν όρθιοι
Ο Πίνγκας "ακόμα ζει"
και έχει ένα μαγαζάκι με καραμέλες
στην πατρίδα. Τι παιδί, ε;
Ο Θωμάκης είναι στην Αμερική
"αγνώριστος" μου λένε
και η Λίνα η Γκίκα
νομίζω στην Αθήνα
παντρεμένη με αξιωματικό!

Εγώ έτσι και έτσι
Κάτι προβλήματα έχω με την Υγεία
αλλά δεν βαριέσαι
Να μόλις προχτές
Είμασταν πάλι στα δικαστήρια:
Κάποιος τρίχας της σφύριξε ότι...
δεν είμαστε πια και είκοσι χρονώ
Τι κόσμος βρε παιδί μου
λες και το γήρας
είναι δικό μας φταίξιμο
Έχω κι άλλα να σου πω περί Αυτού
αλλά δεν αξίζει τον κόπο.
Εν πάση περιπτώσει
γράψε μου τι κάνεις εσύ
με λεπτομέρειες έτσι;
αν άσπρισαν τα μαλλιά σου και σένα
κι αν έπεσε το πράμα σου και μένα...
Αυτά προς το παρόν
και μην ξεχνάς διότι
θα λυπηθούμε πολύ μα πολύ
Αυτό το "λυπηθούμε" και εκείνο το "πολύ"
μας έμειναν κουσούρι όλων εδώ
ώστε
κατήντησαν η τελευταία μας ελπίδα
Έχεις φιλιά απ' τον Πλάτων
Με θερμούς χαιρετισμούς - καημένε μου.

______
περ. Εταιρεία, τχ. 31, Δεκ. 1998.

και στον τόμο Μίμης Σουλιώτης, Μια πόλη στη λογοτεχνία, Φλώρινα, εκδ. Μεταίχμιο, 2002.

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Μίμης Σουλιώτης, "Εντόπιο τοπίο"




Αρχαιολογική και όλη κόκκαλα πατρίδα,
στυγνή οστεοθήκη∙ πληθυσμοί, μετακινημένοι πληθυσμοί,
επιστρώσεις και μαράνσεις μερίδων του πληθυσμού,
διαπιδύσεις αλλόγλωσσων, ρημάγματα
που επονομάστηκαν «λαοί», από επιστημονική ιδεοληψία:
στη Νεβογάνη ακούγονται αρβανίτικα με κοφτό τρόπο,
στη Μελίτη τα εντόπικα γλεντιούνται ως την Ιτιά:
«λιούμπαμ, μούσκεμα λέξη!» γνωμοδότησε ο Λούστας
πατέρας του μικρού Στέργιου απ' τα ρουμάνια της Νέβεσκας
ορμώμενοι∙ στο διαβαλκανικό Πισοδέρι «νιάο»
λένε το χιόνι με πτωχευμένη προφορά.
Στα Βιτώλια στρατοπέδευε μεγαλύτερο ασκέρι από τη Σαλονίκη,
κι ακόμα λανθάνει η αστική νοοτροπία∙
φάσεις ντόπιες, κειτούκειτες, ευρείες.

Το τοπίο με τα πράσινα πεύκα και τους ασβέστες,
που απεικόνισε τον οργανωμένο τουρισμό,
άλλους να επαναπαύει.

______
Μίμης Σουλιώτης, Βαθιά επιφάνεια, εκδ. Κέδρος, 1992.

Ανέστης Μελιδώνης, "Ολιγόλεκτα IV"


Η πόλη γεμίζει λουλούδια
με το που βλέπω τον παππού της γειτονιάς
βόλτα με το καροτσάκι του μωρού
είσαι θλιμμένος γιατί είσαι όμορφος
και ο παππούς είναι πολύ πιο όμορφος
με μια ομορφιά ηρωική
ταγμένη στην πλεκτάνη του χρόνου.

_____

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Νικόλας Ευαντινός, "Πατρίδα"



Εις οιωνός άριστος
αμύνεσθαι
περί πατρίδος

όπως και περί
του δικαιώματος
μιας χήνας
νωχελικά να περπατά
στην κεντρική λεωφόρο
της νυχτερινής πόλης

κι ας ματωθούν στο τέλος
βιαστικές ξάγρυπνες ρόδες
από το ανοιγμένο της κρανίο
και ας ακούγεται σπαρακτικό το σκούξιμό της
καθώς στα κύμβαλα θα χτυπιέται
κάποιου αόρατου πιάνου αγωνίας.

Οι νέοι που τυχόν τρέξουνε ξοπίσω
μιμούμενοι χειρονομώντας
του γεγονότος την παραδοξότητα

θα νομίζουν πως πετάνε.

____
Νικόλας Ευαντινός, Ρουβίκωνας στα μέτρα μας, εκδ. Μελάνι, 2011.

Αίμος Αυρήλιος, "Σονέττο, ΙΖ"



Δεν είναι και πολλές. Στον Μποττιτσέλλι
(και λεν πώς είναι η Σιμωνέττα) ανήκει
- τι θαύμα αφής - η μιά. Τη Βεατρίκη
χρωστάμε στο Ροσσέττι. Ω, δεν τη μέλλει

που πέθανε... Την τρίτη ο Σινιορέλλι
μπρος στου Σταυρού τη βάση (ω, ιδές: η φρίκη
τη γλύκανε) Σαλώμη, αν θες και Νίκη
του Ναζωραίου την λέει. Κι αυτός που θέλει

και τέταρτη, θα βρεί τα ουράνια νιάτα
στην τόσο επίγεια αγνή "Ντόννα βελάτα"
που αγάπαε νύχτα-μέρα ο Ραφαέλλο.

Και ποια είν' εκείνη εκεί; Βαθειά μετάνοια
τη σκάλισε - κι ο θείος ο Ντονατέλλο.
Δεν έχει πιά η Μαγδαληνή επιφάνεια...

____
Αίμος Αυρήλιος (Παναγιώτης Κανελλόπουλος), Ο Κύκλος των σονέττων, 1946.

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Μίλτος Σαχτούρης, "Ο άρχοντας"



Τ’ ἄγριο σκοτεινὸ παλάτι θὰ φωτίσω 
                                  ἐκτυφλωτικὰ
θὰ ρίξω χρώματα παντοῦ
σὲ μία γωνιὰ
ὁ  δ ρ ά κ ο ς
θὰ εἶναι
ἕνα κλωνάρι
ἀνθισμένη
ἀμυγδαλιὰ

γιατί ἐφέτος στ΄ἀλήθεια ἐφοβήθηκα
τὴν παγωνιὰ τὴ μοναξιὰ τὸ κρύο
κι αὐτὰ τὰ ἐλάφια ποῦ περνοῦσαν ὕπουλα
τὴ νύχτα
κάτω ἀπ’ τὴν ψυχή μου.

________
Μίλτος Σαχτούρης, Ο Περίπατος, 1960.

Κατερίνα Καραγιάννη, "ζουμ"



με γλείφουν προθεσμίες

παλινδρόμηση
όσο φεύγω έρχομαι
όσο πωλείται, ενοικιάζεται κι άλλο τόσο κατοικείται

θα σε βρω Δευτέρα, να καπνίζεις απο σαββατοκύριακο

ζουμ στα ίχνη, σε ντουλάπια και τοίχους

περιμένεις, περιμένω και εγώ
τα ασπρόμαυρα περιστατικά της ευτυχίας


______
Κατερίνα Καραγιάννη, ζουμ, εκδ. ποιήματα των φίλων, 2012.

Δημήτρης Λαμπρέλλης, "Δαιμονολόγιο"



Η Νίκη μάς πλησίαζε
με κάτι τοπία επικίνδυνα
και στο τακούνι το δεξί με ξεραμένο αίμα.
Κι έπειτα ήρθε ο Στέφανος
μ' ενέσεις τακτικές των δέκα

Για δοκιμή μάς έδωσαν πέντε καρφιά
Μας είπαν
- Το ένα είναι για την καρδιά
Κι από δυό στις τσέπες σας
Για να κρεμάσετε
κι άλλα εικονίσματα αγαπημένα.


Όλα να ανατραπούν.

Ο Στέφανος είναι γιατρός
Κι η Νίκη δύο δέντρα χαμηλά
από αυτά που όταν ανθίζουνε
Μένει για πάντα έξω ο κόσμος.

______________

Δημήτρης Λαμπρέλλης, Η αριθμητική της Περσεφόνης, εκδ. Νέα Πορεία, 1996.

Πρβλ., άκου παράλληλα και:
http://thesunquartet.com/2012/08/04/the-real-experiment/

Πέτρος Γκολίτσης, "Μολύβι έσερνες και ερχόταν περιστέρια..."




Μολύβι έσερνες και ερχόταν περιστέρια
μες στο μυαλό χτυπούσαν τα φτερά
νεκρά πουλιά πνίγονταν μες στη γλώσσα
πετούσαν δίχως μάτια

_____
Απ' την υπό δημοσίευση συλλογή Το Τριβείο του Χρόνου

Δημήτρης Λαμπρέλλης, "Η αργία"


Σήμερα όλα είναι κλειστά.

Των δένδρων τα κλαδιά
θροϊζουν σαν χέρια παιδικά
που δεν εγνώρισαν τα δώρα.


Σήμερα όλα είναι κλειστά.

Πίσω από το όνειρο
Ένα φαρμακείο
μ' άσπρα παράθυρα
κόκκινες σκέψεις
και σταυρωμένα ξύλα
Σκύβει, θέλει να μου μιλήσει.

________
Δημήτρης Λαμπρέλλης, Η αριθμητική της Περσεφόνης, εκδ. Νέα Πορεία, 1996.

Πρβλ., άκου παράλληλα και:
http://thesunquartet.com/2012/08/04/the-real-experiment/

Κώστας Στεργιόπουλος, "Οι χαμένοι ορίζοντες"



Πάλι φυσάει αλλιώς ο αέρας'
και νά, αναδύονται μέσα απ' το χάος
δέντρα, λόφοι, βουνά.
Πανάρχαια τελετή, που συμφιλιώνει
το φως με το άλλο φως,
και ξανασμίγουν οι χαμένοι ορίζοντες.

Η χειμωνιάτικη νύχτα ήταν μακριά
και σκοτεινή, με κάτι αδύναμους
φωσφορισμούς. Δεν πίστευα
ποτέ πως θα τελειώσει.

Όμως, να υπάρχεις είναι κάτι που σου δόθηκε'
εσένα μοναχά σου μένει να κινείσαι,
αν δηλαδή κι αυτό σου 'χει δοθεί.
Αλλά τουλάχιστον μπορείς να περιμένεις.
Το σκοτάδι καμιά φορά φωτίζεται
με λάμψεις κι αστραπές.

Και να, τώρα, που πάλι φυσάει αλλιώς ο αέρας,
και πιστεύω ξανά σ' αυτό το απόλυτο:
στην καθαρή μέρα που ξημερώνει.

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Γιώργος Δάγλας, "DURUTI"


Όπως το μισάνοιχτο τραγούδι στον αέρα.
στα σύνορα
στις έδρες των δικαστηρίων και των καμπαρέ.
Θ’ άνοιγαν το πουκάμισο στις τρυφερές παρά-
νομες συχνότητες.
Θα συναντούσαν το όραμα στη μέση του κόσμου.
Αυτοί, που η ερωμένη του πάπα τους οδηγούσε
σαν υπνοβάτης στην αιώνια έξαρση των κοσμικών.
Θα διέσχιζαν ξάγρυπνοι τα Πυρηναία.
Ντυμένοι στα μαύρα.
Ζητώντας τους διεθνείς συντρόφους στα επιτελεία
των καπηλειών.
Στο σίδερο και την πέτρα.
Αυτοί, ποπουλάροι και ρέμπελοι
στο διαρκή έρωτα
στη διαρκή επανάσταση
θ’ άνοιγαν και θα διέσχιζαν ξάγρυπνοι
το Γράμμο και την Κροστάνδη,
αφήνοντας πίσω
ανθισμένες φυλακές
πυρπολημένα νομοσχέδια
ανθρώπους με μικρά ονόματα
και μεγάλη καρδιά.
Γιατί ήξεραν ν’ αγκαλιάζονται σφιχτά.
Να πεθαίνουν και να σκοτώνουν μ’ ένα γέλιο.
Αυτοί, που δεν τους λύγισαν παρά τα μάτια των
παιδιών
περιφέρουν ακόμα το προαιώνιο γιατί
περιφέρουν τρεις χιλιάδες συναπτά έτη τη
φωτογραφία
του Buenaventura, ρωτώντας:


-Είδατε πουθενά τον φίλο μας;

______
Γιώργος Δάγλας, Το μαύρο χιόνι, εκδ. Ελλέβορος