Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Θοδωρής Ρακόπουλος, "ΕΝΑ [αντισονέττο]"


Ξέρω πως την περιφρονείς αυτή την τέχνη. Δεν έχεις
κι άδικο. Λέξεις, η μια μετά την άλλη, και στο τέλος
μια ομοιοκαταληξία. Σπουδαίο πράμα… «Να προσέχεις»,
λένε οι φιλόλογοι, «τους δεκαπεντασύλλαβους, το μέλος

κι –όταν μπορείς– και τον ρυθμό». Μα τότε μένει η ποίηση
απλά μια τεχνική… Γι’ αυτό σου λέω, Μικρή Αλεπού,
φέρε τον χρόνο και την διάθεση να γίνει μες στην κίνηση
εικόνα το γραπτό, να αποτυπωθεί σαν όραμα αλλού,

σε κάποιον τοίχο ή σκοτεινή αίθουσα… ίσως ακόμη μες
στο θερινό της επαρχίας, με τα ζευγάρια που αγκαλιά
κοιτάνε το πανί, και λεν «καλά, το έργο είναι μεγάλο».

Βέβαια, νά πως να το πω, δήθεν μου έλειψες προχτές
και σκάρωσα αυτό εδώ, για να σου δείξω μια
περίπτωση σονέτου! Ας πάω τώρα να κάνω κάτι άλλο.




______


βλ. και Ποιητική, τχ. 9. 

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

Γιώργος Α. Αθανασόπουλος, Άτιτλο από "Ποίηση Ι»



μόνο ένας θάνατος
μόνο ένα κορμί
τα χείλη της νύχτας με φίλησαν
οι καθρέφτες έχουν φωνή ραϊσμένη
τα γεφύρια βυθίζονται
φίλοι μου
πέρα μεγάλος κόσμος
αβρό θάμπος
γυμνότητα
προσφέρονται μάγουλα και θηλές
και χώμα

 
Α. Αθανασόπουλος, ΠΟΙΗΣΗ Ι  (δημοσιεύσεις  1990- 2011, εκδ. Σαιξπηρικόν, 2012).

Nίκος Καρούζος, "Περ’ απ’ την κατανάλωση"


Χτυπούσα τα χέρια μου στα γαλάζια κρύσταλλα τ’ ουρανού
σε κατάμαυρο μέλλον εξοντωμένος.
Ήτανε Σάββατο και ο φτωχός Ιησούς
ο ξυπόλητος ερωμένος της αγωνίας
ο ξέχειλος απ’ τη σκιά των λαών επιστάτης
περίμενε τα χαρωπά γραΐδια στο μισόφωτο.
Βγάζει ψαλμό σα να ποτίζει περιβόλια
ο τρεμουλιάρης ιερέας κι ο καθαρός
αέρας ο υπνοφόρος.
Ευρώπη, Ευρώπη δεν είσαι τίποτ’ άλλο,
είσαι μονάχα η συνέχεια του Βαραββά!

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Στέργιος Μήτας,"«Άγιος Πρεκάριος Πυροτεχνουργός, 2"

Φοράει τα κοσμικά του και διαβαίνει. Στου μετρό
τα χαρακώματα ψαρεύει αποστόλους.
Νεομάρτυρες της επισφάλειας σε θόλους,
σκαλωσιές, αγιογράφοι των ηλεκτρικών βιτρώ

με στιλβωμένα απ’ τον ιδρώτα φωτοστέφανα.
Δεν θα γλυκάνει με όπιο του υπάλληλου τον άρτο.
Θα απονείμει αντίστροφη συγκομιδή των σπάρτων:
Στάχυα για τους πληβείους και για τους πατρίκιους δρέπανα.

Έτσι όπως ανακατεύτηκαν των τάξεων τα ταρώ
και είναι αυτός η τράπουλα, ταχυδακτυλουργός
και κρίση –τραβάει ένα φύλλο: Πυροτεχνουργός.
Ζώνεται τη ρομφαία του να εισέλθει στο μετρό.
 

Χρήστος Μπράβος, "Άρρωστη μάνα"

Σάπια δοκάνια
δόκανα σιωπής
και το ψωμί κάρβουνο
το γάλα σου φαρμάκι.
Κακή αρρώστια σάπισε
πατρίδα τους μαστούς σου

______
Χρήστος Μπράβος, Ορεινό Καταφύγιο, εκδ. Κείμενα, Αθήνα 1983

Χρήστος Μπράβος, "Απόκρυφο"


Μ’ άλογο μαύρο και τυφλό
να μπω στον ύπνο σου. Ριγμένος
σταυρωτά. Με τα καρφιά μου.
Εσύ από χιόνι. Με το κάρβουνο
στα μάτια. Τα πέταλα ν’ ακούς
και τα φτερά. Το τζάμι του θανάτου
που θα σπάζει.
Να τιναχτείς-νύφη που ξύπνησαν
τα δάκρυα του γαμπρού ανοίγει
το ταβάνι ανεβαίνουν.
Να μη θυμάσαι τίποτα μετά-
μόνο του δαίμονα το χέρι
που ευλογούσε.

________

βλ. και http://www.poiein.gr/archives/19087/index.html#more-19087

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2012

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, "Δ"

α πριν μεσάνυχτακαι πίσω απ’ την κουρτίνα
ντυνότανε
χοντρό κόκκινο δέρμα,χτένιζε τα μαλλιά
κι άνοιγε το παράθυρο στο μέσα σπίτικ’ έτρεχε νύχτα.
«Τίποτα δεν είναι τυχαίο», μονολογούσα,«τίποτα» και σηκωνόμουν τρωίμε ο σαγόνι.

Mark Strand, "Eating Poetry"


Ink runs from the corners of my mouth.
There is no happiness like mine.
I have been eating poetry.
The librarian does not believe what she sees.

Her eyes are sad

and she walks with her hands in her dress.

The poems are gone.

The light is dim.
The dogs are on the basement stairs and coming up.
Their eyeballs roll,
their blond legs bum like brush.
The poor librarian begins to stamp her feet and weep.

She does not understand.

When I get on my knees and lick her hand,
she screams.

I am a new man.

I snarl at her and bark.
I romp with joy in the bookish dark.

Γιώργος Χριστοδουλίδης, "Μελλοντική επιστροφή αγνοουμένου"



Όχι δεν είναι εκείνος
που χάθηκε πριν τόσα χρόνια
μικρό παιδί
επιμένει
να περιφέρεται στη μνήμη μου
πέφτοντας πάντα
στο κενό
μιας συμπαγούς
απώλειας.
Με το κοντοπαντέλονο
το άγουρο δέρμα
το βλέμμα το ανυποψίαστο
πήγαινε στον πόλεμο
και πιο πέρα από τον πόλεμο
σε χώρο και χρόνο
αγνοούμενο.
Εκείνον θέλω να μου επιστρέψετε
όχι αυτόν τον άγνωστο
που φέρνει μαζί του
γένια σκληρά
από φυλακή μακρινή
και κατασκότεινη.
 
____________________________
(Το Απραγματοποίητο, 2010, Αθήνα)

Πέτρος Γκολίτσης, Απ' τα "Στάχυα στο βουβό μαύρο τζάμι"



[...]
Το αίνιγμα της κατάστασης σφυροκοπεί την καρδιά μου, πυρωμένη και εύπλαστη, καθώς το αίνιγμα του κόσμου, διαστέλλονται αφήνοντας ξέφτια. Οι νεκροί κάνουν τραμπάλα με τραμπάλες που δεν τρίζουν, τρίβει η γιαγιά τα οστά τους, των νεκρών της τα οστά: «ο μπαμπάς μου», λέει, «νάτος, κοίτα τον πως ανεβαίνει και αυτός από την άλλη είναι ο παππούς μου», κλαίει, «κοίτα τον πως κατεβαίνει», με τα αστέρια πως αστράφτει, στραφταλίζει εδώ η στάχτη, η μαμά μάς περιμένει με σαπούνι και κλωστή, «έλα» λέει την πλησιάζω, «να σε πλύνω να σε ράψω, μα δεν φτάνω, πάνε τώρα τρία χρόνια, πεθαμένη παραμένω, απ’ τη μια βλέπω τ’ άστρα κι απ’ την άλλη βλέπω εσένα». Ξάφνου όλα τα θυμάμαι, μα δεν πήγα στην κηδεία: «μη ρωτάς μικρό παιδί, μέσα στο ξανθό το φως σου», σιγοσβήνει η φωνή της και στο τέλος με ακούω να ψελλίζω: «μα γιατί γιαγιά μου πλένεις τα οστά μου μα γιατί;»
[...]

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

Δημήτριος Μουζάκης, "ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ ΣΤΗΛΗ ΙΔΙΟΧΕΙΡΩΣ"



Εδώ κείται ο Δημήτριος Μουζάκης
που πέρασε τη ζωή του
αποκεφαλίζοντας κύματα.
Με την υπερφυσική του όραση
μας είπε την αλήθεια:
πάνω απ’ το σώμα της θαλάσσης
εξογκώνεται για μια στιγμή
η ζωή μας
κι ύστερα χάνεται για πάντα
στην απεραντοσύνη του νερού.

____
βλ. και http://www.poiein.gr/archives/18998/index.html#comment-375379

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Γιώργος Χριστοδουλίδης, "Ο τάφος"


Αυτός που σκότωσες
πέρασε μέσα σου
φώλιασε τρομαγμένος σαν αηδόνι
στο ταβάνι του πίσω μπαλκονιού σου
περιφραγμένη θέα επιλέγει
και δεν μιλάει.
Φοβάσαι την μετέωρή του σιωπή
το βουβό του κατηγορώ
που ως ουρλιαχτό διασκορπίστηκε στα κύτταρά σου.
Μέσα σου ζεί ο σκοτωμένος
ασάλευτος σαν νεκρός
δεν σου ζητά τον λόγο
μόνο χορτάρια και βρύα σε γεμίζει
με μύρα μυρωδικά σε ραίνει
ηχούν τρισάγια στ’ αφτιά σου
γίνεσαι ο τάφος του.
_________________


(Εγχειρίδιο Καλλιεργητή, Αθήνα 2005)

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012

Γ.Α. Αθανασόπουλος, "γύρω κολυμπούσαν..."



γύρω κολυμπούσαν
μέσα στο φως
χωρίς να ξέρουν
με επισκέπτονται οι φωνές της νύχτας
αγωνία στις πόρτες αγωνία στα παράθυρα
είχα φυτέψει ένα σπίτι…
κι αν ακόμα η πεταλούδα βραδυά μού ξεφύγει
πάλι θα μελωδήσω

_____
βλ. Γ.Α. Αθανασόπουλος, ΠΟΙΗΣΗ Ι  (δημοσιεύσεις  1990- 2011, εκδ. Σαιξπηρικόν, 2012.

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012

Mίλτος Σαχτούρης, "Ὁ Ἅγιος"


Αὐτὸς κοιτοῦσε βαθιὰ
βαθιὰ
μεσ᾿ στὸ πηγάδι
τὸ βάθος του
δὲν τελείωνε
σὲ τούτη τὴ ζωὴ

οἱ σάρκες ξεκολλούσανε
κι ἔπεφταν μία-μία
σε λίγο δὲ θὰ τοῦ ἔμενε
παρὰ ὁ σκελετὸς

Τὸ πῆρα ἀπόφαση — ἔλεγε — 
τὸ πῆρα πιὰ ἀπόφαση
θὰ ζήσω μέσα στοὺς πνιγμένους
καὶ μέσα στοὺς λεπρούς

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

Αντιγόνη Βουτσινά, "Ανατροφή"



Λείπω
Λείπεις
Λύπη

Οικόσιτο ρήμα.
Το είχε δέσει η μάνα
μ’ ένα λουρί από το πόδι μου
για να μου κάνει συντροφιά όταν εκείνη
λύπη.
Ξέρω καλά τους χρόνους του και τις συνήθειές του.
Καμιά φορά,
στο τρίτο πρόσωπο βγάζει τη μάσκα
και απλώνεται
με ήττα.
(Εκτός κι αν κάτι
δεν έμαθα καλά.
Από παιδί.)

Γιάννης Τόλιας, "Λείπεις"



Η λύπη
Της λύπης
Λείπεις
Στο νυχτερινό φως του Απριλίου
οι ακακίες δίδασκαν
την ορθογραφία της μοναξιάς
Εκείνη καθισμένη
στο βορινό παγκάκι της πλατείας
εκ γενετής ανορθόγραφη
επέμενε να γράφει
με δυο έψιλον γιώτα
τη γενική της λύπης.
_____
Γιάννης Τόλιας,, Εξίτηλος χρόνος, 1999.

Νίκη Χαλκιαδάκη, "Θυμός"


Αν ήξερες ότι ήμουν γυάλινη
δεν θα με πετούσες στον τοίχο
Θα περίμενες να μεγαλώσω
Και αν ήξερα ότι θα πεθάνεις
θα σου έπλενα τα πόδια κάθε μέρα
Αλλά αν σου έπλενα τα πόδια κάθε μέρα
δεν θα πέθαινες. Θα ήσουν στο διπλανό δωμάτιο
Δεν φανταζόμουν ότι χωράς σε μια πλαστική λεκάνη
Σε μια πράσινη πλαστική λεκάνη
Δεν φανταζόσουν ότι θα πλύνω το κρανίο σου
στο νεροχύτη με τη λαστιχένια βρύση χωρίς να κλάψω

Έχουν αγριέψει οι άνθρωποι, τα πουλιά, οι σερβιτόροι

Και εσύ σ' ένα μεταλλικό κουτί τι να μου κάνεις
Και εγώ με δυο πόδια όρθια τι να σου κάνω και σένα

____
Νίκη Χαλκιαδάκη, ανάσκελη με πυρετό, εκδ Μανδραγόρας, 2012.