Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Γιώργος Χ. Θεοχάρης, "Λίγες εβδομάδες πριν εκδημήσει"


ξαφνικά η μάνα με ρώτησε:
"Πώς σου φαίνεται, Γιώργη, που λες "μάνα" εξήντα χρόνια;"

... Συνειδητοποίησα ότι η ίδια μπόρεσε κι έλεγε "μάνα"
για είκοσι οχτώ χρόνια
κι η μάνα της μονάχα για τέσσερα

και δεν είμαι βέβαιος ποιον μακάριζε,
εμένα ή τον εαυτό της που είπε κι άκουσε
ογδόντα δύο χρόνια αυτή τη λέξη.

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

Αντώνης Ψάλτης, "τα βράδια..."


τα βράδια
είμαι ένα παράξενο ψάρι του ωκεανού
δεν γνωρίζω τίποτα για τον πάνω κόσμο
ούτε πως ο ήλιος φωτίζει
κοιμάμαι στον μαύρο απύθμενο βυθό
όπου δεν φτάνει ανθρώπου μάτι
κι ένα τηλέφωνο χτυπά σαν γέννα
από έναν άλλο ωκεανό



___
Αντώνης Ψάλτης, Ο ήρωας μέσα μου, εκδ. Γαβριηλίδης, 2005





Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Χάρης Βλαβιανός, "Επιστολή"


"Να βρω τον τόπο μου σε μια πρόταση, συμπαγή,
σαν να είχε σφυρηλατηθεί σε μέταλλο.
Όχι για να γοητεύσω. Όχι για να κερδίσω την υστεροφημία.
Μια ακατόνομαστη ανάγκη για τάξη, ρυθμό, μορφή'
τρεις λέξεις που εναντιώνονται στο χάος και την ανυπαρξία."

Τσέσλαφ Μίλος

Κουραστήκαμε πιά με τον θάνατο
και τη σκοτεινή του λάμψη.
Αποστηθίσαμε όλους τους πεισιθάνατους στίχους
των αυτόχειρων ποιητών -
Καρυωτάκης, Τσέλαν, Σέξτον, Μπέρρυμαν...
Μάθαμε απέξω το "Death & Co" της Πλάθ.
Γράψε επιτέλους για κάτι άλλο.
Για μια συνηθισμένη μέρα,
την επιθυμία για τάξη, γαλήνη.

Γράψε γι' αυτές τις στιγμές
που οι πέτρινες γέφυρες της φιλίας
μοιάζουν πιο ανθεκτικές
από τον φθόνο και τη μνησικακία.

Γράψε για την αγάπη,
για το ηλικιωμένο ζευγάρι
που περπατά χέρι χέρι στην προκυμαία,
για τα μακρόσυρτα καλοκαιρινά απογεύματα
που μπορούν ακόμη να υπνωτίζουν,
για τα ευθυτενή κυπαρίσσια του κήπου σου
που αψηφούν τα υπόγεια ρεύματα της τέχνης.

Γράψε για την ανεξάντλητη αντοχή
του φωτός.

___
Χάρης Βλαβιανός, Διακοπές στήν πραγματικότητα, Πατάκης, Αθήνα, 2009

Ηλίας Παπαμόσχος, "Το ξεχωμάτισμα"


[...]Το κουστούμι βρέθηκε άθικτο, ένα σακούλι για τα κόκαλα, ανάμεσά τους ήταν μία πέτρα παράξενη, σπίθιζαν οι κρύσταλλοί της στο φως, σπόρος θανάτου που δεν κάρπισε, κρυφή παθολογία που γύρισε σε κτέρισμα. Της σήψης μια αμέλεια κρεμόταν στο πίσω μέρος της νεκροκεφαλής. Είπε του φίλου του να μην το αναφέρει αυτό μπρος στις γυναίκες και θυμήθηκε τότε που 'ταν μικροί και τους κούρευαν γουλί αφήνοντάς τους μόνο μια φούντα πάνω απ' το μέτωπο. Οποτε περιδιάβαινε στους δρόμους της κωμόπολης, στεκόταν και κοιτούσε το κουρείο κι άλλα μαγαζιά που ήταν πια κλειστά, με τα εργαλεία μέσα και τα έπιπλα [...]

[...]Τα κόκαλα τα έπλυνε πρώτα με χλωρίνη ο Αλβανός να ξεπλυθεί η οσμή του λίπους, έπειτα, κατά το τελετουργικό, με κρασί, και τα άπλωσε στον πέτρινο περίβολο να στεγνώσουν. Πίσω τους δυο δίδυμοι αχυρώνες άδειοι χάφτανε μες στη φωτοπλημμύρα σκοτάδι, κι απάνω απ' τις σκεπές τους η πέτρα του βουνού ανηφόριζε λάμποντας ώς τα ουράνια. «Απλωμένα στον ήλιο σαν την μπουγάδα, σαν τον τραχανά, σαν τις ντομάτες που στεγνώνουν τον Αύγουστο, τα κόκαλα του πατέρα μου...» έλεγε μετά κι η φωνή του ξεστράτιζε σε κάτι που 'μοιαζε για στριγκό γέλιο [...]

___
Ηλίας Παπαμόσχος, Ο μυς της καρδιάς, διηγήματα, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2011.

βλ. και
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=319443

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

Ευγένιος Αρανίτσης, "010000" ή/και "1/010000"


βρήκαμε αύγουστο υποτίθεται~ είμαστε με τον κωστή κρεμασμένοι απ’ τα πανιά τού σκάφους "ΕΥΧΟΜΑΙ Λ.Κ"

: τα πανιά πλαταγίζουν διότι μόνον αν πλαταγίζεις σου δίνει ο άνεμος κίνητρο για να εύχεσαι είτε κορώνα

είτε γράμματα, η δε "ΕΥΧΟΜΑΙ" συνηγορεί στην ίδια γλώσσα με τα φρύγανα του βυθού. πλέον η ζέστη,

συσσωρευμένη στα γράμματα, έχει δέσει την πρύμνη τής κάθε λέξης στην πλώρη τής επόμενης. μπροστά σε μύτες μας, η συνήθεια άγγιξε απαλά τον αιγύπτιο θεό ρα, που ήδη λαγοκοιμόταν, κι έτσι γλιστράει απ’ το κεφάλι του το πελώριο στέμμα: είναι ο ήλιος, κώωωστα, φωνάζω, ο ήλιος πέφ

τει! η κορώνα του ήλιου κατρακυλάειστα σκαλιά τού αέρα

ενώ συνάμα αιωρείται. και απόδειξη ότι ότι στο κοίταγμα του κώστα πρίφτη όλες οι λόγχες της φυσικότητας έχουνε γίνει ένα σφύριγμα. αλλά για λίγο. κατόπιν μοιάζει με ό,τι ήτανε εξαρχής γλυκύς παλιάνθρωπος μ’ ωραία μέση. τότε εγώ

και το εγώ τού κώστα πρίφτη είδαμε πάλι την Εντροπία με τα μάτια μου.

___
Ευγένιος Αρανίτσης, Καλοκαίρι Στον Σκληρό Δίσκο, εκδ. Νεφέλη, 2002, σ.28

και

"1/010000"

βρήκαμε αύγουστο υποτίθεται~ είμαστε με τον κωστή κρεμασμένοι απ’ τα πανιά τού σκάφους ΕΥΧΟΜΑΙ Λ.Κ 4

20: τα πανιά πλαταγίζουνε διότι μονάχα σ’ ό,τι διπλώνει δίνει ο άνεμος κίνητρο για να εύχεται κορώνα-γράμματα.

σκοπός μας – ναι! – είν’ ο αέρας, το να ξεφύγουμε απ’ τα ονόματα... α, ονό

ματα, πόσο είστε αδιάφορα για τη σύγκρουση Τάξης και Αταξίας! το ΕΥΧΟΜΑΙ του μη-κύματος λέει πάντα στην ίδια γλώσσα με τα φρύγανα του βυθού. η ζέστη κάνει

το γράμμα ρω να δένει την πρύμνη τής μίας λέξης στην πλώρη τής επόμενης. μπροστά σε μύτες μας, η συνήθεια ‘γγίζει απαλότατα τον αιγύπτιο θεό ρα, που ήδη λαγοκοιμάται κι έτσι γλιστράει απ’ το κεφάλι του το πελώριο στέμμα: είναι ο

ήλιος, κώωωστα, φωνάζω, ο ήλιος πέφτει! το

στέμμα-ήλιος κατεβαίνει κατρακυλώντας στα σκαλιά τού αέρα ενώ συνάμα αιωρείται, και απόδειξη ότι ότι στο κοίταγμα του κώστα πρίφτη όλες οι λόγχες της φυσικότητας έχουνε γίνει 1 σφύριγμα. αλλά για λίγο. ύστερα μοιάζει με ό,τι ήτανε εξαρχής γλυκύς παλιάνθρωπος μ’ ωραία μέση.τότε εγώ

& το εγώ τού κώστα πρίφτη είδαμε πάλι την εντροπία με τα μάτια μου.

___
περ. Propaganda, τεύχος 6

Alejandra Pizarnik, "Εξορία"


Αυτή η μανία να με νομίζω άγγελο
δίχως ηλικία,
δίχως ένα θάνατο που να μπορώ να ζήσω,
δίχως συμπόνια για τ’ όνομά μου
μήτε γι’ αυτά τα κόκκαλα που περιφέρονται και κλαίνε.

Και ποιος δεν έχει μια αγάπη;
Και ποιος δεν χαίρεται ανάμεσα σε παπαρούνες;
Και ποιος δεν κατέχει μια φωτιά, ένα θάνατο,
ένα φόβο, κάτι φρικτό,
κι ας είναι με πούπουλα
κι ας είναι με χαμόγελα;

Μοχθηρό παραλήρημα ν’ αγαπάς μια σκιά.
Η σκιά δεν πεθαίνει.
Κι η αγάπη μου
αγκαλιάζει μονάχα αυτό που ρέει
σαν λάβα κόλασης:
μια σιωπηρή στοά,
φαντάσματα σε γλυκιά διέγερση,
ιερείς από αφρό,
και πάν’ απ’ όλα αγγέλους,
αγγέλους ωραίους σαν μαχαίρια
που ανυψώνονται τη νύχτα
κι αφανίζουν την ελπίδα.

___
[από την ποιητική συλλογή,
Οι χαμένες περιπέτειες (1958)]

βλ. http://www.poiein.gr/archives/13656/index.html

(Alejandra Pizarnik (1936-1972), μτφρ.: Ελένη Κεφάλα)

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Αθανασία Δανελάτου, "ΤΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΜΟΝΑΧΟ"


Eίναι κανείς μονάχος του
μ’ ότι αγαπά,
κι ότι αγαπιέται ακόμη πιο μονάχο
στην αγάπη.

Περνούν, πάνω μου απ το πτώμα
του ύπνου μου φιλιά και τρένα,
σαν τις φαντασίες
που κατοικούν στην καρδιά μου
απομακρύνονται, σε γρήγορη φυγή
κίτρινα ωδικά πουλιά
μικρόσωμα, χλωμά
επιθυμίες λιποτάκτες .
Από προορισμό σε προορισμό,
αφήνουν ένα ιχνούδι του συρμού.

Η μέρα βουίζει θάλασσα κι αγρύπνια.
Ζητώντας ένα κομμάτι σώμα αντιλαβή
με πλησιάζει σ’ έναν κατακλυσμό ανέμελο .

Δεν έχω άλλο παιδί να μεγαλώσω
-φωνάζω -
Ούτε κι άλλο πατέρα να υιοθετήσω
- σωπάζω-
δάχτυλα μόνο που επιθυμούν
δάχτυλα βυθομέτρες :

από τις κόχες των ματιών,
να εξορύσσουν τα όνειρα
να τα φωτίζει το σκοτάδι.

Από τις κόχες των ματιών
ν’ αντιλέγουν μ΄ αίματα
να τα σκιάζει χάδι.

Νίκος Καρούζος, "Βράδυ"


Μια γυναίκα κλαίει στον ίσκιο της φωνής –

ω γοερά γόνατα – και φεύγει

το κακό σαν άχρηστο ζώο.

Έβλεπα τα στήθη της

κ’ ήτανε βράδυ πολύφυλλο και φωτισμένο.

Σα μίσχος άνθους ο χρόνος

αθώα υψούμενος.

Κώστας Παπαθανασίου, "Deja-Vu"



Έμβρυα περιπλανήθηκαν
Αιώνες στον μυστικό ουρανό
Χωρίς να ξέρουν
Πως εξερεύνησαν το μέλλον

___
Κώστας Παπαθανασίου, Εκμαγεία, εκδ. Σαιξπηρικόν, 2011

Σταύρος Σταμπόγλης, "Σαν αυτοχειρία"


Τη νύχτα σηκώθηκε, πήρε σφυρί, διάλεξε λέξεις αιχμηρές
κι΄ άρχισε να καταδίδει
"Να τελειώνουμε, να τελειώνουμε.", άκουγε κάτι
οπαδούς από πίσω να ουρλιάζουν
Και κάρφωνε, κι΄ έκοβε, ώσπου τ΄ ασπροσέντονα
γινήκανε πορφύρες
Το πρωί τον βρήκε τσακισμένο απ΄ τον πόνο,
άσπρο απ΄ την αιματοχυσία
Τόσα δάκτυλα χαμένα
Δίχως την αφή να προστρέχει στους λαβύρινθους,
σε σβήνουν τα παλιά και τα καινούργια
προσπερνάνε

____


Σταύρος Σταμπόγλης, “Τόπος Νωδ”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2011

Ναπολέων Λαπαθιώτης, "Νυχτερινό ΙΙ"


Ενα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο
που λάμπει μες στη νύχτα -τίποτ' άλλο.
Μια φωνή που γρικιέται μες στο σάλο
και που σε λίγο παύει -τίποτ' άλλο.
Πέρα, μακριά, κάποιο στερνό σινιάλο
του βαποριού που φεύγει -τίποτ' άλλο...
Και μόνο ένα παράπονο μεγάλο
στα βάθη του μυαλού μου - Τίποτ' άλλο.

___

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

Αρσένι Ταρκόφσκι, "Οι πρώτες Συναντήσεις"


Tων συναντήσεων μας την κάθε στιγμή,
γιορτάζαμε σαν ευλογία,
μόνοι εμείς στον κόσμο ολάκερο. Κιʼ από
φτερό πουλιού πιο τολμηρή κι ανάλαφρη ήσουν,
σα παραζάλη στη σκάλα,
πηδούσες τα σκαλιά και
μέσα απʼ την υγρή την πασχαλιά
πήγαινες στη δική σου επικράτεια
Απʼ του καθρέφτη την άλλη την πλευρά.

Σαν έπεφτε όμως η νυχτιά με της ευμένειας
το δώρο οι πύλες άνοιγαν
του θυσιαστηρίου, μεσʼ στο σκοτάδι έλαμπες,
αργά γέρνοντας η γδύμνια,
κι, αποκοιμιόσουν: «Ας είσαι ευλογημένη!» -
έλεγα ξέροντας πως η ευλογία μου
είναι παράτολμη: κοιμόσουν,
και για νʼ αγγίξει τα βλέφαρα της βαθυγάλανης οικουμένης
σέρνονταν από το τραπέζι η πασχαλιά,
και τα βλέφαρα που γαλανάδα άγγιξε
κοιμούνταν ήρεμα, το χέρι ήταν ζεστό.

Κρυστάλλινος ο σφυγμός των ποταμών,
Νεφελώδη τα βουνά, ανήσυχες οι θάλασσες,
Μα συ κρατούσες τη γήινη σφαίρα στην παλάμη σου
κρυστάλλινη, και κοιμόσουν στο θρόνο,
και – Ω δίκαιε Θεέ! – ήσουν δική μου.
Ξύπνησες και ξανάγραψες
το καθημερινό ανθρώπινο λεξικό,
κι η φωνή στο λαρύγγι μισοσβησμένη
γέμισε, και έδωσες στη λέξη
μια νέα έννοια που σήμαινε: Τσάρος.

Κι όλα στο κόσμο μεταμορφώθηκαν, ακόμη
και τα απλά πράγματα – η λεκάνη, - όταν
στεκόταν ανάμεσα μας, σα φρουρός,
το γάργαρο μα και σκληρό νερό.

Μας παρέσυρε άγνωστο που.
Μπροστά μας περνούσαν, σαν οφθαλμαπάτες.
πόλεις χτισμένες από θαύμα θαρρείς,
η μέντα απλώθηκε κάτω απʼ τα πόδια μας
και πουλιά ανταμώναμε στο δρόμο μας,
και από το ποτάμι ψάρια πετάγονταν
Κι ο ουρανός άνοιξε μπροστά στα μάτια μας …

όταν η μοίρα τα ίχνη μας ακολούθησε
σα τρελός με το ξυράφι στο χέρι.

___
βλ. και Ποιείν http://www.poiein.gr/archives/14765/index.html#more-14765
Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης©

Φίλιπ Λάρκιν, "Ψηλά παράθυρα"


Σαν βλέπω ένα αγόρι κι ένα κορίτσι
και μαντεύω ότι ο τύπος την πηδάει
και ότι εκείνη παίρνει το χάπι ή φοράει διάφραγμα
Ξέρω ότι έχουν βρει τον παράδεισο

Που κάθε γέρος ονειρευόταν όλη του τη ζωή –
Δεσμοί και χειρονομίες που αποσύρθηκαν
Σαν ξεχαρβαλιασμένη θεριζοαλωνιστική μηχανή
ενώ κάθε νέος κυλά στη μεγάλη τσουλήθρα

Της ευτυχίας, ασταμάτητα. Αναρωτιέμαι,
Αν κανείς πριν σαράντα χρόνια, με κοίταξε και σκέφτηκε
Έτσι θα ’ναι η ζωή
Ούτε Θεός πια, ούτε να ιδρώνεις στο σκοτάδι

Για την κόλαση και τα ρέστα, ούτε να κρύβεις
Τι σκέφτεσαι για τον παπά. Αυτός και το συνάφι του
θα γλιστρήσουν στη μεγάλη τσουλήθρα
Σαν ελεύθερα βρωμοπούλια. Και άξαφνα

Αντί για λέξεις έρχεται στο νου η σκέψη ενός ψηλού παραθύρου
Το γυαλί που καταβροχθίζει τον ήλιο
Και πέρα από αυτό, το απέραντο γαλάζιο,
Που δεν φανερώνει τίποτα, δεν έχει τέλος, και δεν είναι πουθενά.

___
μετφ. Σπύρος Δόικας

βλ. και http://greekpoet.wordpress.com/2011/09/28/psila-parathira-philip-larkin-spiros-doikas-greek-translation-poem-metafrasi/