Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Βύρων Λεοντάρης, "Τα φονικά ακόντια"


Οι γέροι στα λεωφορεία
σηκώνουν όρθια τα παιδιά
-για μεταμόσχευση καρδιά
ψάχνει η Γηραιά Κυρία

Μισεί τα νιάτα η σάπια σάρκα
οι ανάπηροι βυσοδομούν
φτύνουνε τʼ άνθη, βλαστημούν
τον έρωτα στα πάρκα

Μες το βυθό του Χειρουργείου
ανάβει ο Μέγας Αχινός
το κλομπ χτυπάει κι ο ουρανός
ανοίγει σαν κρανίο

Λουλούδια τέρατα εφιάλτες
αράχνες μαύροι προβολείς
-στο συρματόπλεγμα η βολή
καρφώνει δρομείς κι άλτες

Χτίζουν τους χτίστες τα ντουβάρια
οι ανεμόμυλοι φυσούν
τον άνεμο, θα καταπιούν
τη θάλασσα τα ψάρια

Ο χρόνος πρήζεται κολλάει
πάνω στους τοίχους, η καρδιά
βγαίνει τη νύχτα απʼ τα κορμιά
και σαν σκυλί αλυχτάει

Τα πέλματα ρόδα ανοιγμένα
οι φλέβες άλυτες θηλιές
σπασμένες ραχοκοκαλιές
σαγόνια γκρεμισμένα

Αίματα και φτερά γεμάτα
βαριά ανεβαίνουν τα κλουβιά
στα ουράνια δώματα –πηδά
λυσσά από κάτω η Γάτα

Σειρήνες γέμισαν οι δρόμοι
φανάρια που αίμα πιτσιλάν
απʼ τα καμιόνια τους πηδάν
γιατροί και νοσοκόμοι

με μάσκες και με δακρυγόνα
μα δε μαζεύεται ο Νεκρός
έγινε θάλασσα ουρανός
κι απλώνει στον αιώνα


____
(από την “Kρύπτη”, 1968)

Γιώργος Μαρκόπουλος, "Ακάλυπτος χώρος"


Ι

Ξυπνάει και κοιτάζει το σπίτι του.
Τα τετραγωνικά του λίγα,
τα έπιπλα με την αξιοπρέπεια ρυθμισμένα, της ανάγκης.
Τα ρούχα του, τα σακάκια μετρημένα, το ίδιο.
Το παντελόνι μεταξύ ατημελησίας και διαφαινόμενης φθοράς.
Τα παπούτσια επίσης, γεμάτα γαζιά,
που η τέχνη του μάστορα επιμελώς είχε "κρύψει"
ενώ τα πόδια του ανυπεράσπιστα, μαλακά
καθώς φοράει τις κάλτσες
του θυμίζουν πως δεν ήταν
και για πολύ μεγάλα, εντέλει, στη ζωή πράγματα.
Ύστερα φτιάχνει τον καφέ του.
Φέρνει δυο μαραμένα φρούτα, λίγο μέλι και θυμάται,
ώσπου έτσι φτάνει πια σιγά σιγά το μεσημέρι,
τρώει, πλαγιάζει και σηκώνεται κατά τις επτά.
Συνήθως - και ύπουλα - τον διαβρώνει την ώρα εκείνη
ένα υφέρπον παράπονο
και ένα τζάμι θαμπό, το δάκρυ στα μάτια,
του κόβει τον κόσμο στα δύο.

Κάπως έτσι λοιπόν ένα βράδυ
το αίμα θα μπουκάρει μέσα στο σκάφος - στο κρανίο του -
θα τα βρέξει όλα, θα τα γεμίσει και θα πεθάνει.

___
Γιώργος Μαρκόπουλος, ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 2010

Άρης Αλεξάνδρου,"Μέσα στις πέτρες"


Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του
στο πριονιστήριο;
Η θέση μας είναι εδώ σ’ αυτό το δάσος
με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς
με τις ρίζες σφηνωμένες μέσ’ στις πέτρες.

Anne Sexton, "Η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας"


Ε, κύριε, μισό λεπτό. Από πού πάνε για το σπίτι;
Έσβησαν το φως
και το σκοτάδι κινείται στη γωνία.
Δεν υπάρχουν πινακίδες σʼ αυτό το δωμάτιο,
τέσσερις γυναίκες, πάνω από ογδόντα,
όλες τους με πάνες.
Λα λα λα, η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας
και νιώθω τη μελωδία που ακουγόταν
τη νύχτα που με αφήσαν
σʼ αυτό το ιδιωτικό ίδρυμα πάνω στο λόφο.

Φαντάσου το. Έπαιζε το ραδιόφωνο
κι όλοι εδώ πέρα ήταν τρελοί.
Μου άρεσε και χόρεψα σε κύκλο.
Η μουσική χύνεται πάνω στη λογική
και με κάποιον παράξενο τρόπο
η μουσική βλέπει περισσότερα από μένα.
Θέλω να πω, θυμάται καλύτερα.
Θυμάται την πρώτη νύχτα εδώ.
Το κρύο του Νοέμβρη σʼ άρπαζε απʼ τον λαιμό,
ακόμα και τʼ αστέρια ήταν δεμένα με λουριά στον ουρανό
κι αυτή η σελήνη, υπερβολικά φωτεινή,
χωνόταν μέσα από τα κάγκελα για να μου κολλήσει
ένα τραγούδι στο κεφάλι.
Έχω ξεχάσει όλα τ’ άλλα.

Με έδεσαν σʼ αυτήν την καρέκλα στις οκτώ το πρωί
και δεν υπάρχουν πινακίδες να δείχνουν το δρόμο,
μόνο το ραδιόφωνο που παίζει μόνο του
και το τραγούδι που θυμάται περισσότερο
από μένα. Ω, λα λα λα,
αυτή η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας.
Τη νύχτα που ήρθα χόρεψα σε κύκλο
και δε φοβόμουν.
Κύριε;

___
Anne Sexton - Ποιήματα (μετάφραση-επίμετρο: Δήμητρα Σταυρίδου), εκδ. Printa

βλ. και Ποιείν: http://www.poiein.gr/archives/14466/index.html

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Γιώργος Μαρκόπουλος, "Ἡ φοβερὴ πατρίδα μου"


Ἄθλιος καιρὸς στὴ φοβερὴ πατρίδα μου
καὶ λίβας ἀνελέητος σκληρὸς τοῦ Ἰουλίου!

Τὴν πεθαμένη ταξιδεύαμε τὴ μάνα μας
μὲ τὸ βαγόνι τῆς γραμμῆς
κόσμος πολὺς μέσα στὸ διάδρομο καὶ ἡ ἀποθήκη του γεμάτη
μὲ μπαοῦλο, οἰκοσκευές,
καὶ ἀνάμεσά τους, στὰ ψηλά, τὸ φέρετρό της
ἔτσι καθὼς πηγαίναμε παλιὰ κουτί, στῶν συγγενῶν μας,
μὲ κοῦκλες, τὰ παιδιά.

Τὸ κοιμητήριο ἥσυχο, ὅταν ἐφτάσαμε μετά,
τῆς φοβερῆς πατρίδας μου,
καὶ πρόσχαροι οἱ συμπατριῶτες μας καὶ γελαστοί τους ὅλοι
στὶς φωτογραφίες τους ἐπάνω στοὺς σταυροὺς
οἱ νεόκτιστες ἀνάμεσα βεράντες καθισμένοι καὶ ὀρτανσίες
ἐνῷ φυσοῦσε θάνατος στὴ μάντρα, ὁ ἥλιος τοῦ σπιτιοῦ
κι ἕνα κομμάτι ἀπὸ σῶμα ἑρπετοῦ
μυρμήγκια τὸ τραβοῦσαν στὴ φωλιά, μυρμήγκια τὸ τραβοῦσαν.

Ὁ Βιβάλντι κάποτε μικρὰ ἔφερνε, κοριτσάκια, στὸ σαλόνι
(σταθήκαμε γιὰ μία στιγμὴ ὅλοι θυμούμενοι καὶ πάλι)
μὲ κρινολίνα στὶς μαργαρῖτες χόρευαν,
καὶ χωράφια τῆς παιδικῆς εὐφροσύνης
μὲ σύννεφα καὶ χιλιάδες ἀρκαδίες, ὁ Μπρέγκελ, καὶ ζῷα,
καὶ ἀνάμεσά τους μιὰ ἀγελάδα εἰρηνικὴ
νὰ περνᾷ τὸ σούρουπο μόνη
μὲ τοὺς μαστούς της δυὸ λάμπες φωτοφόρες
τῶν ἑκατὸ κηρίων ἡ κάθε μία, καὶ κότες καὶ λίμνες,
καὶ σκάφες πλυσίματος μὲ χοντρὲς χωρικὲς ἔφερνε.

Ἐκείνη ποὺ κατέβηκε στὸν ποταμὸ
μὲ τὸ λευκὸ χιτῶνα της νὰ βαπτισθεῖ
ἔχει τὰ πόδια της γυμνὰ κι ἔχει λαιμὸ γιὰ σφάξιμο
Τὰ παιδάκια τραγουδοῦσαν μὲ τὰ μαντολῖνα–
ἀγόρια τρέχουν ἀνυποψίαστα
νὰ πιάσουν στὰ νερὰ τὸ σταυρὸ
χρυσίζει σὰν ψάρι τὸ κρᾶμα στὴν κοίτη,
ᾖρθα νὰ σὲ πάρω, τῆς λέει ἐκεῖνος ὁ ἄγνωστος,
μὰ εἶναι τὰ μάτια μου μπλὲ ὅπως ὁ οὐρανὸς
κι ὅπως αὐτὸς δὲν βλέπουν,
οἱ φωνὲς ἀπὸ τοὺς αἴνους λάμψη τὸ μεσημέρι
καὶ ὁ προδότης ἔχει ἀνήσυχο τὸ μάτι
τὶς κρύες φακές του στὸ χάνι, τρώγοντας, τῆς ὁσίας,
οἱ φλαμουριὲς ἔξω τὸν συντροφεύουν
καὶ τρέμουν οἱ λεῦκες σὰν τὸ κορμί του.»

Δύσκαμπτη πατρίδα, σικελική!

Βατομουριὲς σκονισμένες
καὶ σχοίνα ποὺ τὰ παντελόνια τραβολογοῦν!

Συναλλαγές, ψευτιές, ἐνῷ ὁ «Πάντσο» ἰδοὺ
στὴν ταινία τοῦ ὑπαίθριου
νὰ χτυπήσει τὸ Νότο λέει τὸ βράδυ κατεβαίνει
σέρνει μαζί του τομάρια
ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ τά ῾χουν οἱ πόρνες σὰν ἀδελφάκια τους
κι ἔχουν οἱ ἴδιοι τὸ πιστόλι γιὰ παιχνίδι,
χαροτρομάζουν ἀκόμη καὶ αὐτὸν τὸν πατέρα τους,
τραυματίζουν τὴ μάνα τους γιὰ ἐπίδειξη
καὶ κάνουν τὸ γειτονόπουλό τους νὰ τρέχει σὰν τὸ κοκόρι,
βρωμᾶνε τὰ χνότα τους πιοτό,
ἀπὸ αὐγουστιάτικους κάμπους ποὺ καῖνε τὸ ἄχυρο
κι ἀπὸ μικρὰ φιλέρημα μέσα νεκροταφεῖα, περνοῦν.

Μιὰ φωνή μου φώναζε χθὲς στὸν ὕπνο
«Ἔλα νὰ δεῖς τὰ στέκια σου
ποὺ ἔτρεξες –μοῦ ἔλεγε– παιδί»,
«ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ δῶ τὰ στέκια μου
γιατὶ εἶναι ἡ καρδιά μου κάρβουνο –τῆς ἀπαντοῦσα–
«ἔλα νὰ δεῖς τὰ πρῶτα σου τὰ χρόνια
καὶ τὶς πηγὲς τὶς δροσερές, ἔλα», μοῦ ξαναέλεγε ἡ φωνή!

Ἕναν τόπο ζητοῦσα ὅπου ὁ ἀρτοποιὸς θὰ κάνει τὸ ψωμὶ
ὅπως τότε ποὺ ὁ φοῦρνος μύριζε τὴ νύχτα,
τὰ ροῦχα θὰ πλένονται στὸν κῆπο
μὲ ὅλες τὶς ἀτέλειες ποὺ ἀφήνει τὸ χέρι
καὶ ὁ τεχνίτης τοῦ σίδερου
θὰ λιώνει τὸ μέταλλο μὲ πρωτόγονους τρόπους
–τοῦ γύρεψα ἕναν ἀναπτῆρα αὐτοσχέδιο γιὰ ἐνθύμιο,
ἔψαξε– «πᾶρε –μοῦ εἶπε– αὐτὸν
μπορεῖ καὶ νὰ τὸν ἔχει φτιάξει ὁ θεῖος σου
δούλευε κάποτε ἐδῶ, πέθανε καὶ δὲν τὸν γνώρισες»,
τὰ ἀπαιτούμενα τοῦ ἔβαλε, τὸν ἄναψε,
τὸ πρόσωπό του μέσα στὶς τσακμακιὲς ἔπαιξε, φωτίστηκε,
ὅπως ἄστραφτε, μικροί, τὸν Ὀκτώβριο,
πρὶν ἀρχίσουμε, δωδεκαετεῖς, τὸ σχολεῖο.

Ὢ πατρίδα, αἰώνια ταραχὴ τῆς πρώτης ἐρωμένης.

Ὢ ζωὴ κομμένη στὴ μέση,
καὶ ὦ νεότητα ἀπὸ τότε, τέλος, τραυματισμένη
σὰν ἕνα κοριτσάκι μὲ τὸ καλό του φόρεμα
ποὺ ἰσορροποῦσε πάνω στὴν ἐγκαταλειμμένη
γραμμὴ τοῦ τραίνου, ἰσορροποῦσε.

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Γιώργος Καλοζώης, «η άκρη του κόσμου»


Μπήκα μέσα σε δάσος
πιο πίσω ακολουθούσε η
αδελφή μου
πρόσεχε είπε μην απομακρυνθείς
μα ήδη ο αγέρας άλλαζε
ωσάν ζεστή του στόματος εκπνοή
μα και τα χρώματα σκοτείνιαζαν
ομοιόμορφα τα φύλλα πιο μεγάλα
τώρα απ’ ότι το πρωί άσθμαιναν
κι είχαμε φάει από τις
κερασιές πολύ καθότι νηστικοί
πρόσεχε είπε η αδελφή μου
μην πέσεις στα τέσσερα σαν ζώο
προσέχω είπα όμως η δυσπεψία
του εδάφους το φούσκωνε και το
ξεφούσκωνε κι ο φυσικός ο τάπης είχε
χιλιάδες μικροσκοπικές λεπτομέρειες
που έπρεπε να δω
τότε άκουσα άλλη φωνή από
μακριά και δάκρυα να παφλάζουν
κι ενώ φοβόμουν θέλησα να
δω το αόρατο να ακούσω το
ανήκουστο
πρόσεχε είπε η αδελφή μου
εγώ στα δύσκολα θα γίνω πεταλούδα
εσύ θα γίνεις τι
κι απόκριση δεν έδωσα γιατί
τους τρόπους τους ανθρώπινους τους
ξέχναγα
μπήκα μέσα στις λόχμες λωρίδες
τα ρούχα μου πιασμένα στις
βατομουριές
κι ούτε τα αίματα από τις
γρατσουνιές με πόναγαν ούτε
και στο παραμικρό εκρύωνα
εξαιτίας η έξαψη
τότε είδα την αδελφή μου
που σταθερά με ακολουθούσε
να γίνεται η πεταλούδα που
υποσχέθηκε και να πετά
τότε μπορεί και να εδάκρυσα
το χλωρό μου δάκρυ
εσκούπισα και κίνησα
να βρω αυτόν που με καλούσε
φυλακισμένος μέσα στις πέτρες
στα δέντρα με τις κουφάλες και τον άνεμο
κι είχα το φόβο μέσα μου
περιτυλιγμένο με άλλους φόβους
σαν το κρεμμύδι
κι όταν τον είδα ετρόμαξα
αλλά λιγότερο απ’ όσο προσδοκούσα
μέσα στα μάτια του
που ήταν η φύση όλη
είδα τον εαυτό μου ανυπεράσπιστο
μικρό παιδί και τον πατέρα
μου νέο και τον παππού μου
στην ηλικία που είμαι τώρα
όλους τους είχε καταβροχθίσει κι ήταν
η πάχνη του δάσους τα δάκρυά τους
κι ήταν ο πόνος να τους βλέπεις
ο πόνος που δεν άντεξε η αδελφή μου
κι έγινε χρυσαλλίδα
τότε ουρλιάζοντας με μια κραυγή
υπόκωφη σαν πέφτουν ενός
ορυχείου οι στοές του
είπα να γίνω ζώο εθέλω να μεταμορφωθώ
να ζω με άλματα και κρέας ωμό
ο θάνατος να με βρει μονάχα
μια στιγμή όχι συνέχεια όχι
καθημερινά και δεν επρόφτασα
να πω κι ωραίο τρίχωμα παχύμαλλο
με τύλιξε και νύχια εβλάστησαν στα
δάχτυλα απαίσια μοχθηρά

___

Γιώργος Καλοζώης, η Κλίση του Ρήματος, εκδ. Φαρφουλάς, 2010

βλ. και Ποιείν:
http://www.poiein.gr/archives/14239/index.html

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Γιάννης Γκούμας, "Στη μνήμη του Γιάννη Βαρβέρη (1955-2011)"


Η ζωή έχει ένα μόνο ετερώνυμο: Θάνατος.
Ποίηση, μετάφραση, κριτική ήταν τα ετερώνυμα της δική του ζωής.
Η γραφή του τον έκανε ολύμπιο.
Τα ποιήματά του ηλίανθοι.
Πληγώνουν καθώς κι αυτά πονούν, σύμφωνα με το αίτιο που τα δημιούργησε:
η επιβαλλόμενη, αποθαρρυντική αλήθεια το να ζεις,
η αναπνοή που δεν θα 'ναι ποτέ δική του.
Πόσα ποιήματα δεν φέρουν τίτλο σαν αγκάθινο στεφάνι;
Πόσα δεν ραγίζουν την καρδιά και σε μετατρέπουν σε άλλα όντα;
Βλέπεις, το κάθε του χαμόγελο ήταν κάτι επιπλέον.
Οι μεταφράσεις του ήταν αυτός που θα 'θελε να είναι, η κριτική του μια φτερωτή συνέπεια που μετέφερε την αντικειμενικότητα πέρα ώς πέρα.
Μια ψυχή καταλήγει σ' ένα σώμα, ένα σώμα σε μια ψυχή, και τα δυο εναρμονίζονται στην ενσωμάτωση του θανάτου.
Μιλάω όπως η ζωή το επιτρέπει. Ποτέ δεν διαισθάνθηκα με το να φαντάζομαι.
Σ' ένα από τα πρώτα του ποιήματα, το Savoir Mourir, γράφει:
Αν έρθετε στην κηδεία μου
θα 'ρθω κι εγώ στη δική σας.
Στην κατάσταση που βρίσκομαι, φευ, δεν μπόρεσα να 'ρθω στην κηδεία σου.
Στην κατάσταση που τώρα βρίσκεσαι δεν θα μπορέσεις να 'ρθεις στη δική μου.
Είμαστε πάτσι.
Κι έτσι... a bientot, εις το επανιδείν αγαπημένε φίλε.

(Γιάννης Γκούμας, 30-31.5.11, [μετάφραση από τα Αγγλικά από τον ίδιο])

In memory of Yannis Varveris
__

Life has only one heteronym: Death.

Poetry, translation, criticism were the heteronyms of his life.

His oeuvre made him Olympian.

His poems are sunflowers.

They hurt as they hurt, in function of the cause that produced them:

the compelling, unpromising truth of beign alive,

of what breath would never be his.

So many of his poems bear a title like a crown of thorns.

So many break the heart to splinters and into different beings.

Well, his every smile was something besides.

His translations were who he preferred to be.

His criticism was a winged consequence carrying objectivity far.

Α soul ends up in a body, a body in a soul,

and both harmonize with what death bodies.

Ι am speaking as life allows. Ι have never felt by imagining.

In Savoir Mourir, one of his early poems, he writes:

If you come to my funeral

Ι too will come to yours.

Alas, in the state Ι am in, Ι couldn't come to your funeral.

In the state you are in, you shan't be able to come to mine.

We are quits now.

So... Α bientot, dearest friend.


(Yannis Goumas, 29-30 May 2011)


___
βλ. http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=302530

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2011

Θοδωρής Ρακόπουλος, "χωρίς λόγια"


(λεζάντα σε ποίημα)

Είναι ορατό εδώ το ύφος,
ψαύσιμο σχεδόν,
αναγνωρίσιμο· ολόδικό της.

Την καταλαβαίνεις στους αρμούς,
στις συρραφές νιώθεις τα θροΐσματα,
το νήμα το ύφασμα το ρούχο φέρουν

το αόρατο που είχε το μελάνι της γραφής της.
Πέρασε αφήνοντας
έκκριμά της πίσω λέξεις.

Από αυτές ανάδρομα τραβώντας
βρεθήκαμε σε αυτό το άνοιγμα: εδώ
το τοπίο ισορροπούσε μετέωρο

η οποιαδήποτε ανθρωπογενής προσθήκη
θα μπορούσε να το χαλάσει
γι’ αυτό και το διασχίσαμε με την ανάσα κρατημένη

ωσότου εξωκείλαμε σε
αυτό
εδώ το ποίημα–

Ακολουθούν υπογραφές.

____

Θ. Ρακόπουλος, Φαγιούμ, εκδ. Μανδραγόρας, 2010

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

Βασίλης Στεριάδης, "Ο εφιάλτης της ισοπαλίας"


Παπούτσια σπορ και σπορ κωλότσεπη
Μπλε ουρανός γεμάτος από σπορ.

Είμαι καταχαρούμενος.

Μια μέρα του Μαΐου είσαι ζώον σκέφτηκα
Έχεις ένα γρουσούζικο σπυρί στο τρόπο του λέγεις
Και στενοχωριέσαι ως εξής:

Στενοχωριέμαι με κεφαλαία γράμματα
Και γυρίζω στο σπίτι μου με την αρχαία μπουνιά
Η ανησυχία μου πήγε στο δάσος
Όπου η χαλασμένη μουσική των παρανοϊκών.
Ο αγαπητός μας Πέτρος έφυγε με την μικρή
Και μπήκε κλαίγοντας στο σπίτι για χιλιάδες λόγους.

Αγαπητέ μου Πέτρο, δεν είσαι ένας κλασικός βλάκας
Θα ξεκινήσεις σαν ζώον για τον ουρανό
Από την κοιλιά της προδοσίας
Ή από την παλιά σου πατρίδα.

Έκτρωρ Κακναβάτος, "Αφοβίες της γενετικής"


Πυροβάτης ναι βετεράνος ναι
μα δεν πατάς το ναρκοπέδιο της.
Χρόνε το μεγαλείο σου!
Η καμπύλη σου από βατράχι ίσαμε άλτη ναι...
όμως την ύδρα λέω κόρη της Λέρνας
και τετράκλωνη
μ’ όλη τη λάβρα σου δεν τη μεθάς
να σου δοθεί
τη διπλοέλικη νουκλεϊκή τετράδα λέω
που αναπαράγεται
και σε χλευάζει
και λυσσάς
Κρόνιε παππού εδά ‘ναι που έσπασες
δεν σου περνά μ’ αυτήν δικέ μου
κιτρινιάρη. . .
Κανένα πέρασμα λοιπόν επέκεινα του ελαχίστου
ανάμεσα στα ελάχιστα
ω γεωμετρία αίμα που στάζεις απ’ τ’ αρμόνια
σώσε. . .

____
(απ’ τη συλλογή Χαοτικά Ι)

Πέτρος Γκολίτσης, "Καταβύθιση"



Ποια τρυφερότητα;
Εδώ τα μάτια
με τα δάχτυλα αφαιρώ
τα ποιήματα στις κόγχες
σαν κέρματα στα αφήνω
να αστράφτουνε μεταλλικά
στο χώμα να βαθαίνουν
ψήγματα χρυσής σποράς να μαρτυρούν
μια καταβύθιση
να μας περνούν πιο κάτω
ενώ ψηλά βουλιάζουν οι επόμενοι
έρχεσαι και συ
σε περιμένω

Τάσος Φάλκος, "Οι λύκοι ούρλιαζαν τη νύχτα"


Οι λύκοι ούρλιαζαν τη νύχτα
Αγόρασα ένα όπλο
Κόκκινους κύκλους άρτιους γέμισε ο ουρανός
Ό,τι αρχίζει είναι κόκκινο
Λοιπόν θα γεμίσεις τον ουρανό με σκάγια
κόκκινες αφορμές

Σε λίγο θα ξεσπάσει η καταιγίδα
Οι κόκκινοι κύκλοι θα πέσουν στη γη

Γιάννης Δάλλας, "Τ' αστέρια"


Εγώ δεν φοβάμαι τ’ αστέρια
είπ’ ο Λουκάς
να έν’ αστέρι που τ’ αγκάλιασα
χωρίς να καώ
ώρες το κοίταζα μες στα μάτια
και δεν τυφλώθηκα
μου άνοιξε τότε τα φυλλοκάρδια
και μπαίνοντας
είδα πλατείες και γαλάζιες στοές
και στο βάθος τους
προτομές από σπάνιους λίθους
και κρύσταλλα
Που οι δικές μας σκέφτηκα Που
εκεί κάτω
από πρόστυχα μέταλλα αστέρι μου
και χαλκεία
τ’ αστέρι γέλασε με τη σκέψη μου
κι ύστερα
άναψε μια λυχνία πολλών μεγαβάτ
ή τι λέω
έγινε κομήτης και με προβόδησε
ως εδώ
εδώ που τόσοι φίλοι ακροβολισμένοι
συνέχιζαν
ακόμη συνέχιζαν τη χαμένη μάχη
πετροβολώντας
τα δικά τους αδέσποτα αστέρια
και εκείνα
σφυρίζαν γύρω τους σαν εξωγήινοι
ή αστρίτες

___
Γιάννης Δάλλας, Αποθέτης, εκδ. Συνέχεια 1993 και εκδ. Γαβριηλίδης, 2η έκδοση, 2005

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2011

Γιώργος Σεφέρης, "Μυθιστόρημα, ΙΣΤ'"


Στη σφενδόνη, πάλι στη σφενδόνη, στη σφενδόνη,
πόσοι γύροι, πόσοι αιμάτινοι κύκλοι, πόσες μαύρες
σειρές. Οι άνθρωποι που με κοιτάζουν,
που με κοιτάζαν όταν πάνω στο άρμα
σήκωσα το χέρι λαμπρός, κι αλάλαξαν.

Οι αφροί των αλόγων με χτυπούν, τ' άλογα πότε θ'απο-
στάσουν;
Τρίζει ο άξονας, πυρώνει ο άξονας, πότε ο άξονας
θ' ανάψει;
Πότε θα σπάσουν τα λουριά, πότε τα πέταλα
θα πατήσουν μ' όλο το πλάτος πάνω στο χώμα
πάνω στο μαλακό χορτάρι, μέσα στις παπαρούνες όπου
την άνοιξη μάζεψες μια μαργαρίτα.
Ήταν ωραία τα μάτια σου μα δεν ήξερες πού να κοιτάξεις
δεν ήξερα πού να κοιτάξω μήτε κι εγώ, χωρίς πατρίδα
εγώ που μάχομαι εδώ-πέρα, πόσοι γύροι;
και νιώθω τα γόνατα να λυγίζουν πάνω στον άξονα
πάνω στις ρόδες πάνω στον άγριο στίβο,
τα γόνατα λυγίζουν εύκολα σαν το θέλουν οι θεοί,
κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει, τι να την κάνεις τη δύναμη,
δεν μπορείς
να ξεφύγεις τη θάλασσα που σε λίκνισε και που γυρεύεις
τούτη την ώρα της αμάχης, μέσα στην αλογίσια ανάσα,
με τα καλάμια που τραγουδούσαν το φθινόπωρο σε τρό-
πο λυδικό,
τη θάλασσα που δεν μπορείς να βρεις όσο κι αν τρέχεις
όσο κι αν γυρίζεις μπροστά στις μαύρες Ευμενίδες που
βαριούνται,
χωρίς συχώρεση.