Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

Σπύρος Αραβανής, "Τα βράδια"


Τα βράδια επισκέπτομαι τους τάφους λησμονημένων
ποιητών
και γεμίζω με μελάνι τα ανθοδοχεία τους.
Ανανεώνω με κραγιόν
τα χαμόγελα των νεκρών παλιάτσων
και κάνω συντροφιά στα εικονοστάσια των δρόμων.
Αφουγκράζομαι τις λαμαρίνες στα παλιά ναυπηγεία,
διορθώνω τα ορθογραφικά λάθη στα χαρτόνια
των ζητιάνων,
κουρδίζω τις καμπάνες στις ερειπωμένες εκκλησίες,
τακτοποιώ τις καρέκλες στα σπίτια των αυτοχείρων,
χαϊδεύω τα μαλλιά των γριών γυναικών.
Ύστερα, το χάραμα, γυρίζω σπίτι
πιο μόνος
και από τις μέρες του Φεβρουαρίου
που δεν χώρεσαν στο ημερολόγιο
και ξεπλένω στο νιπτήρα
όλη τη μοναξιά από τα χέρια μου.

____
Σπύρος Αραβανής, “Η Ιστορία ενός Ανθρώπου”, εκδ. Μετρονόμος 2011

βλ. και http://www.poiein.gr/archives/14096/index.html

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

Θοδωρής Βοριάς, "Γύρω μυρίζει πεθαμένη θάλασσα"


Βρήκα την αλυσίδα που έβλεπα στα όνειρα μου
με τη βαριά της άγκυρα
περασμένη στην καγκελόπορτα
της πλαζ στην Αρετσού.

Μονάχος παρηγοράω
τα έρημα ερωτικά αποδυτήρια,
την αμμουδιά που ψάχνει για ιδρωμένα κορμιά,
για βρεγμένα ίχνη βημάτων που άλλαξαν πορεία.

Θα φωνάξω δυνατά
να σπάσει ένα κομμάτι από την εγκατάλειψη
και μια γωνίτσα από κοφτερό φεγγάρι,
να τα κάνω μαχαίρι
ολόιδιο με τις κραυγές των γλάρων,
να κόψω σε λουρίδες τα παιδικά μου χρόνια,
να τα ξαπλώσω εδω κι εκεί πάνω σε ψάθες.

Γύρω μυρίζει πεθαμένη θάλασσα
σαν παλιά φωτογραφία.

____
Θοδώρης Βοριάς, Νυχτερινές επιπλοκές, εκδ. Ερωδιός, 2008

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

Τάκης Σινόπουλος, "Ιάκωβος"


Πότε ήρθε δεν κατάλαβα.
Κάποιοι κοίταγαν καθαρά μέσα στα οστά του
μα εγώ δεν έβλεπα άλλο από το πρόσωπο
λευκό σαν κιμωλία και φαγωμένο
από χιλιάδες χρόνια.

Η μνήμη μου παράξενο ανεβαίνει
στην ηλικία του. Ποιος μέτρησε
ποτέ τέτοιο ποσό. Τότε φορούσε
μια μάσκα από χαμόγελο.
Αργούσε να πεθάνει και το άφησα
μόνο μ΄ ένα κερί.

Τώρα είναι τυλιγμένος στο μαντύα μου
το στρατιωτικό. Μαύρος και τα ρουθούνια του
πρησμένα από χολή.
Φορές φορές μέσα σε τούτα τα χαρτιά
ακούω το βήχα του.
Καιρό δε σάλεψε από εδώ.
Το φως έχει χαθεί στα μάτια του.
Φαίνεται πως ο θάνατος του συνεχίζεται
χωρίς μεταλλαγή.

Ο Ιάκωβος είναι ένα μοιρασμένο σώμα.
Το ένα κομμάτι του το βλέπω
τ΄ άλλο χάνεται στη φθορά.
Μόνο το χέρι του τόσο ζεστό
θυμίζει πράγματα που επόθησα
και τ΄ αποχτήσανε άλλοι.

Θα φύγω με τον Ιάκωβο.
Πρέπει να συναρμολογήσω τόσα χρόνια.
Εσύ λοιπόν που θ΄ απομείνεις
δώσε παρακαλώ τούτο το μήνυμα
στους επιζώντες.

___
Τάκης Σινόπουλος, Μεταίχμιο, 1951

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, "Νύχτα καλοκαιριού"


Είδε με λύπη το τασάκι να γεμίζει,
τα χαρτιά να μένουν μπροστά του λευκά
και τη νύχτα ασάλευτο φάντασμα
στην κορνίζα του παραθύρου,
σαν το παλιό πορτραίτο του παππού του.
Μόλις που τον θυμόταν τον παππού του
να του μιλά για τις μεγάλες νύχτες του χειμώνα.
Όμως, παππού, κατακαλόκαιρο
κι αυτή η νύχτα να μη λέει να περάσει.

___
(Αντ. Θ. Παπαδόπουλος, Τα άλλα εμπόδια, Αθήνα, 1997)