Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

Τάσος Φάλκος, "Νησιά"


Υπάρχουνε στο πέλαγος νησιά
θαμμένα κάτω από γαλάζιους όγκους

Και στην καρδιά βομβούν πουλιά
μέσα σε κρύπτες βαθυκόκκινες κλεισμένα

Μάταια προσπαθούν να βγουν στο φως
να υπάρξουν

______
(Τάσος Φάλκος, Σχεδιάσματα με φως, εκδ. Ζήτρος, 2005)

Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, "Πέρασε και πήρα την όψη ενός ψιλόβροχου..."


Πέρασε και πήρα την όψη ενός ψιλόβροχου
κάθισα στο μπαλκόνι λείπει μια καρέκλα
χάλασε μαθαίνω την πετάξαμε
η απέναντι απλώνει εσώρουχα
έντονα πολύχρωμα εσώρουχα
πάει να μου χαλάσει τη μονοτονία
αλλά αδίκως - φυσάει λίγο
δεν έχει να φοβάται το τραπεζομάντιλο
είναι πιασμένο με μανταλάκια
το ραδιόφωνο μια βδομάδα τώρα
μάλλον θα χει βρει καμιά συχνότητα
για κουφούς - καλύτερα
οι χάντρες απ' το κομπολόι μού θυμίζουν
λικέρ μανταρίνι, μπα
δε θα' χει μείνει τίποτα
ακόμη δεν έχω καταλάβει
τι ρόλο παίζει αυτή η γλάστρα
με τα ψεύτικα άνθη της
με τα σωστά της εκεί
παντός καιρού η ανόητη η ξιπασμένη
νευρίασα τώρα

τρίτο σφύριγμα το τσάι πάω μέσα

_________
(Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Έκαστος εφ' ω ετάφη, εκδ. Γαρβιηλίδης, 2007)

Πέτρος Γκολίτσης, "J.M.W. Turner"


Η μητέρα σου
έρεπε προς
την τρέλα
(κλείστηκε τελικά
στο London’s insane asylum)

Η αδερφή σου
πέθανε
στα οκτώ της χρόνια

Στέκομαι τώρα
μπροστά στο
Typhoon coming on
(the slave ship),
slavers throwing overboard
the dead and dying
”,
Oil on canvas, 91x138cm, 1840

Αυτό το dying
τα αλλάζει όλα

οι dying βουλιάζουν
στο βουβό βυθό

αδιάκοπα

Χάρης Βλαβιανός, "La madre è (finalmente) morta"


1.
Λες και είχε κάνει κρυφή συμφωνία με τον θάνατο
πέθανε τη μέρα των γενεθλίων σου.
Φρόντισε έστω και καθυστερημένα
να σου χαρίσει αυτό που πάντα ζητούσες -
μια νεκρή μητέρα.

Τώρα, ελεύθερη πιά,
είσαι έτοιμη να δεχτείς με ανακούφιση
το τελευταίο, πολύτιμο δώρο της.
Μπορείς χωρίς ενοχές
να χύσεις πάνω στον τάφο της
όλα τα δάκρυα του μίσους σου
και ν' αρχίσεις επιτέλους να ζείς.

Μόνη.
Σημαδεμένη από αυτή την απροσδόκητη χειρονομία
για πάντα.
______
(Χάρης Βλαβιανός, Διακοπές στην πραγματικότητα, εκδ. Πατάκης, 2009)

Χάρης Βλαβιανός, "La madre è (finalmente) morta (2)"


2.
Στην άκρη του γυμνού δωματίου ένα φέρετρο.
Ένα φέρετρο στην άκρη του γυμνού δωματίου.
Ένα φέρετρο.
Στην άκρη.
Του γυμνού δωματίου.

Ό,τι άλλο κι αν δουν τα κουρασμένα μου μάτια
δεν θα ξεχάσω ποτέ
το φέρετρο στην άκρη του γυμνού δωματίου.
Το φέρετρο.
Ανοιχτό.
Μέσα εσύ.
Όμορφη ακόμη.
Παγωμένη. ("Αγγιξα τα δάχτυλα σου.)
Με τα μάτια όχι εντελώς κλειστά.

Σου μιλάω.
Άκου.
Είμαστε ακόμη εδώ.
Είμαι ακόμη εδώ.
Δίπλα σου.
Άκου.
Σ' αγάπησα.
Πολύ.
Σ' αγάπησα.
Όμως


_____
(Χάρης Βλαβιανός, Διακοπές στην πραγματικότητα, εκδ. Πατάκης, 2009)

Μπλάζε Κόνεσκι, "Η λίμνη"


Συλλογισμένος, βγαίνεις με την ίδια καταραμένη σκέψη,
σαν κεντρισμένος ανακαλύπτεις στο κατώφλι,
για μυριοστή φορά τον κόσμο.
Λίμνη κάτω απ’ το γαλάζιο πέπλο της Μπελάσιτσας.
Πράσινος περίγυρος από πλατάνια και κυπαρίσσια
κι είναι αρκετή μια ανθρώπινη στιγμή μονάχα
να γίνει ετούτη η ομορφιά συνηθισμένη
να βυθιστεί μέσα σου, να γίνει στάχτη, να εξαφανιστεί
και συ να γίνεις πάλι άτυχος άνθρωπος
σαν τους πιο πολλούς ολόγυρά σου.
Κι όμως, πόσο αξίζει, το διάλειμμα αυτό
ανάμεσα σε δύο τύψεις συνείδησης!

______
βλ. Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, “Δοκίμια”, εκδ. ΡΕΩ, 2010

Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

Γιάννης Δάλλας, απ' τα "Ακραία"


1.
Σήμερα απόψε τώρα
τη στιγμή που ξημερώνει και δεν ξημερώνει
αίσθηση κενού
αίσθηση απόλυτου κενού που συνεχίζεται

Κι ο ήλιος ένας γλόμπος στο ταβάνι
της εντατικής
Μια λύση, να τον σβήσω

3.
Την άλλη νύχτα είδα το κρέας να γλιστρά
απ' το σώμα μου
μου ξέφευγε όπως μια φορά ο σιαμαίος εαυτός μου
ξέφυγε μέσα από τα δόντια του εμβρυουλκού
και τον κατάπιε η μήτρα

4.
Με ποιό σώμα γεννήθηκα;
με ποιό κοιμήθηκα και ξύπνησα;
ποιός εφιάλτης με χαράδρωσε και μ' έκοψε
στα δυό
σαν κεραυνός απ' το υπερπέραν;
ποιός υλοτόμος ύπνος;

Κι εκείνη η σύγκρουση φάτσα με φάτσα με τη γέννηση
μια σύγκρουση που συνεχίζεται ισόβια

_____
(Γιάννης Δάλλας, Στοιχεία ταυτότητας, εκδ. Γαβριηλίδης, 1999)

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Βασίλης Αμανατίδης, "Christmans Song ή ελεύθερη μετάφραση σε βάθος χρόνου"


Χριστούγεννα εννιά χρονώ Jingle bells, jingle bells Κάτω από το Christmas tree Jingle all the way Διαβάζω τις «Τρελές, τρελές εφευρέσεις του καθηγητή Μπραίηνστορμ» Oh what fun it is to ride Στην τηλεόραση ανοιχτός ο Μπαγκς Μπάνι Jingle bells, jingle bells Από το δίπλα δωμάτιο διακριτικοί οι ήχοι των μαμά μου (41 χρονώ) μπαμπά μου (51) αδερφού μου (14) Κι εγώ Oh what fun it is to ride να μαζεύω θαλπωρή In a one-horse open sleigh αφού έξω απ' το παράθυρο η νύχτα τότε ήρεμη, κι έπεφτε πάντα χιόνι

ακόμη κι αν δεν έπεφτε^1

^1 ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ ΑΝΩΘΕΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ ΞΕΧΑΣΜΕΝΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ: Τριάντα τέσσερα χρονώ,

Χριστούγεννα, κάτω από το Christmas tree, Jingle bells, jingle bells, «Μαμά, τον τελευταίο καιρό σαν πολύ να λαχανιάζεις όταν ανεβαίνεις τις σκάλες...», «Οχι», λέει, «τίποτα δεν έχω», «Εντάξει», λέω, «δεν λέω πως έχεις, μόνο που, να, η μητέρα μιας φίλης μου, ξέρεις, της Εύης, ανέβαινε πέρσι τα σκαλιά με ψώνια και λαχάνιαζε πολύ, κι ο άντρας της την έσυρε με τα χίλια ζόρια στον γιατρό -όπως κι εσύ καθόλου δεν ήθελε να πάει- κι εκείνος της είπε έχει φρακάρει η βαλβίδα, Jingle bells, θα πρέπει την άνοιξη να κάνετε εγχείρηση, όμως ενδιαμέσως παρακαλώ να μη στενοχωριέστε για τίποτα, επικίνδυνο να στενοχωρεθείτε για κάτι, πάλι καλά που ήρθατε, jingle all the way, θα πηγαίνατε αδιάβαστη, θα σας έβρισκε ανακοπή στα καλά του καθουμένου. Κατάλαβες, μαμά; Λέω γι' αυτό μήπως να πηγαίναμε κι εμείς στον γιατρό, μήπως φράκαρε και θέλει ανανέωση, ελπίζω να μη σε στενοχώρεσα». «Εξήντα έξι πια» μου απαντά, «τι σημασία έχει; Θα μου επιτρέψεις να μην αποδεχτώ την πρότασή σου; Αγόρι μου, δεν με πειράζει αδιάβαστη, βαρέθηκα να 'μαι συνέχεια διαβασμένη· μη στενοχωριέσαι εσύ, εμένα αυτό με νοιάζει, μα έλα, jingle bells, έλα στο παράθυρο, κοίτα τι ωραία που είναι έξω -πέφτει δεν πέφτει χιόνι, κοίτα τι silent night, τι έξοχα ήρεμη,

κοίτα τι ήρεμη που είναι η νύχτα.

(Βασίλης Αμανατίδης, 4-D: Ποιήματα τεσσάρων διαστάσεων, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2006)

Μίλτος Σαχτούρης, "Χριστούγεννα 1948"


Σημαία
ακόμη
τα δίκανα στημένα στους δρόμους
τα μαγικά σύρματα
τα σταυρωτά
και τα σπίρτα καμένα
και πέφτει η οβίδα στη φάτνη
του μικρού Χριστού
το αίμα το αίμα το αίμα
εφιαλτικές γυναίκες
με τρυφερά κέρινα
χέρια
απεγνωσμένα
βόσκουν
στην παγωνιά
καταραμένα πρόβατα
με το σταυρό
στα χέρια
και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς
το τόπι
ο σιδηρόδρομος της λησμονιάς
το τόπι του θανάτου

_______
(Μίλτος Σαχτούρης, Με το πρόσωπο στον τοίχο (1952))

Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Γιώργος X. Θεοχάρης, "Το δέντρο πάντα ξέρει περισσότερα"


Ονειρεύτηκα απόψε τον Παναγιώτη ανεβασμένο στην πορτοκαλιά της αυλής. Νύχτα γλυκιά. Είχε σταθεί στα μεσιανά κλαδιά. Έκοβε πορτοκάλια απʼ τη μεριά της θάλασσας.
«Θα πέσεις ευλογημένε!», του φώναξα.
«Κι αν πέσω; δεν πονάνε οι πεθαμένοι!», αποκρίθηκε.

Άφησε τα πορτοκάλια κατά τη μεριά του δρόμου άκοπα.

«Αυτά είναι για ʽσένα», μου είπε.
«Σειρά σου.
Ανέβα».

_______

(Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Από μνήμης, εκδ. Μελάνι, 2010)

βλ. και Ποιείν:
http://www.poiein.gr/archives/12245/index.html

Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

Βασίλης Ζηλάκος, "Οδοιπορία"


ΙΙ
Τα όνειρα κύρτωσαν. Πάλλευκη ρωγμή διπλωμένη παράλληλα στους ίσκιους'
μια θάλασσα σιγά-σιγά ήρθα και κράτησα σφιχτά
ανάμεσα στα σκέλια' συστάδα από λυγμούς, κατατρεγμός κι ύπνος που δεν καρπίζει:

Μονάχος πια θα περιπλανιόμουν σε έλη με πράσινα νερά και βαθιές ερήμους.
Ευθυγραμμίζοντας τη σκιά μου με τα δέντρα και τις σαύρες
ένα φωτεινό διάστημα ανακάλυψα ξανά για να χωρέσω την ύπαρξη μου.

[...]

ΙΙΙ
Πέρασαν τα χρόνια. Φτάσαμε ως εδώ, μου 'παν αόρατα πουλιά του μαύρου αέρα,
τώρα ποιός μας καλεί, τι ζητάς από μας;
Το μισοσκόταδο ποτέ ξανά ψυχή μου μην ποθήσεις, απάντησα εγώ
χίλιες φορές καλύτερη η καταδίκη, του ξεριζωμένου η θλίψη.

Και τ' άπειρο άνοιξε τον ανθό του: Αλεσμένη γη. Πουρνάρι!

*

Γαλάζιο απομεσήμερο της ζωής σου
σαν παράθυρο που έκλεισε τα φύλλα του στην ερημιά
και το πρόσωπο σου αφουγκράζεται του Ήλιου τα πρώτα, ιόνια βήματα.

Μόνος είσαι
αλλά ένα χελιδόνι του θανάτου τη μαύρη πεταλούδα στο ράμφος του κρατά
και κοντά σου συλλαβίζει τα απ' αλλού φερμένα,
τα μεγάλα
που δίχως δισταγμό προστάζουν να κλείσει
το σπάραχνο της πάχνης πίσω σου και εμπρός σου.

_______
(Βασίλης Ζηλάκος, Η κούπα του τσαγιού, εκδ. Οδός Πανός, 2010)

Γιώργος Μοράρης, "Το ικρίωμα"


Τον έβαλαν να χαιρετήσει τον δήμιό του
για να του δώσουν ρούμι να ανεβεί το ι­κρίωμα.
Κατάδικοι μοιράστηκαν τον φευγαλέο κό­σμο των πραγμάτων του.
Την πατατούκα με την εσάρπα και τα γάν­τια,
και άφησαν επίτηδες ξεχασμένο το μαντήλι
να του σκεπάσουν τα μάτια.
Αυτή η φιλία δεν αναγνώρισε την αξία στο δώρο
μόνο στη χειρονομία του την πιο γενναιό­δωρη.
Τι ξεχείλισμα της πνοής σ' αυτό το ξεχείλι­σμα του ποτού
σ' αυτό το κύμα του λυγμού
Που η μάνα του τον ξέβρασε από τα φουρ­τουνιασμένα της σπλάχνα.
Ανάμεσα στους ουρανούς του παρόντος και του παρελθόντος
οδοιπορώντας σαν άστρο
που το παράσερναν θλιμμένοι άνεμοι σε λοφοσειρές από σύγνεφο.
Αποχαιρετώντας τη στιγμή που χάθηκε μέ­σα στην άχρονη αιωνιότητα.

__________

(περιοδικό Πολιτιστική, τ. 14-15)

Στέλιος Θ. Μαφρέδας, "Διαδρομές λέξεων"


"Άφησες τη φωνή στη μαύρη πίσσα
κι είχες τα κοφτερά γυαλιά στη γλώσσα"
Γιάννης Δάλλας, Διαβατήρια 26, Αποθέτης


Τρέχουν τα λόγια στα δικά τους μονοπάτια
σ' έναν προορισμό που όρισαν οι μοίρες,
κι ό,τι ανάχωμα η σιωπή υψώνει
επικυρίαρχοι σε κτήσεις υπερπόντιες
με έπαρση το ισοπεδώνουν.

Στην υστερία των καιρών αδέξιο το βάδισμα
πλήθος χωλών σε λεωφόρους διαφυγής
με όλα τα φώτα αναμμένα,
αρματωσιά οι επαγγελίες ανθρώπων και θεών
μα ψάχνεις εναγώνια το αντίκρισμα τους.
Και είναι τα εύρετρα
ονόματα δισύλλαβα κι ακαριαίες λέξεις,
παραγγέλματα φωνής για ένα σχέδιο σωτηρίας
σε δρόμους που χάραξε μια συντριβή οστών
χωρίς οδόσημα προς την κατεύθυνση του απείρου.

Τα λόγια σου από το παρελθόν ακούω'
στη ζυγαριά τα βάζω με φθογγόσημα των γρυλλισμών,
λειψά σταθμά κι ο χρόνος φειδωλός με το απόβαρο του,

ό,τι ειπώθηκε -ξανά θα ειπωθεί
μα σ' άλλη επικράτεια τα ρήματα σου θα βαδίσουν

-πλαταίνουν οι ορίζοντες απ' την κληρονομιά σου.

___________

(περ. Εμβόλιμον, τ.60, Χειμώνας 2010 - Άνοιξη 2011)

Έλσα Κορνέτη, "Ανώνυμος διαιρέτης"


Λίγο μετά τη διαίρεση
Μένει το γράμμα Θήτα
Να χωρίζει
Το μηδέν από το μηδέν
Τον φθόνο από τον φόνο

Το εξοστρακίζεις
Χτυπώντας το
Με το κουτάλι
Στο κεφάλι

Τότε αυτό
Βουτά στη μαύρη τρύπα
Χάνεται προσωρινά
Αφήνοντας πίσω του
Ένα τσόφλι

Το άπειρΘ

_________

(περ. Εμβόλιμον, τ.60, Χειμώνας 2010 - Άνοιξη 2011)

Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Σπύρος Αραβανής, “2 ποιήματα με πρελούδιο απ' την Ιστορία ενός Ανθρώπου”


Πρελούδιο

Ήταν ένας άνθρωπος που περπατούσε
πάντοτε σκυμμένος
μέρες, μήνες, χρόνια.


Επεισόδια

Α΄
«Πιστεύεις στο Θεό;»
τον ρώτησαν κάποτε.
«Όσο αυτός σε μένα»
απάντησε

και δεν τον ξαναενόχλησε κανείς.

Β΄
«Χρωστάς ένα ποίημα»
του είπε η Ζωή ένα βράδυ.
«Γερνάω λέξεις»
απάντησε

και δεν τον ξαναενόχλησε ποτέ.


(Σπύρος Αραβανής, Η ιστορία ενός ανθρώπου, Ποιείν)

βλ.
http://www.poiein.gr/archives/12319/index.html

Παρασκευή, 10 Δεκεμβρίου 2010

Κώστας Καναβούρης,"Αλληλογραφία"


Αυτά που γράφεις σε εμποδίζουνε
Να δεις το πρόσωπό σου.
Είναι ψέματα πως κάποιος έβαψε
Την πίσω πλευρά του σκοταδιού
Κι έτσι μπορείς να δεις το πρόσωπο σου γράφοντας.
Τσακισμένο είναι το χέρι που γράφει
Τσακισμένο είναι το φως του σκοταδιού
Στον σκοτεινό καθρέφτη.
Ανάπηρα άλογα σκύβουν να πιούνε το νερό
Και δεν κοιτάζουνε' τι να κοιτάξουν;
Μαζί τους πίνει κι ο νεκρός
Τι να κοιτάξει;
Ποια μορφή;
Ποιο μήνυμα σε ποιον να δώσει;
Πίνει νερό μαύρο μελάνι αίμα
Και λέει σιγά στο ζώο να βιαστεί
Μην πιει κι άλλο νερό
Όσο κι αν πιεις, του λέει, καθρέφτης δεν υπάρχει
Μας έχουν διώξει από καιρό
Αλλού θα σε γιατρέψω, λέει στο ζώο
Άντε να φύγουμε τώρα
Φεύγουνε, κουτσαίνοντας το άλογο
Κι ο καβαλάρης πεθαμένος
Απ' το πολύ νερό στις φλέβες του
Απ' το πολύ μελάνι στους καθρέφτες.
Φεύγουνε κι ακόμα φεύγουνε
Ποιος να το γράψει πως από δω περάσανε.


(Κώστας Καναβούρης, Τα επίχειρα της προοπτικής, εκδ. Γαβριηλίδης, 2010)

Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

Σπύρος Θεριανός, "Ποιήματα απ' το εισόδημα στο Μόλυβο"


Ρίγησα όταν
το μπαστούνι του τυφλού
με ακούμπησε.

_______

Κανείς στη βάρκα’
απέναντι το νησί
γεμάτο πεύκα.

_______

Φυσά λεβάντες
η θάλασσα του κόλπου
αλλάζει χρώμα.

_______

Σκυφτός στη βάρκα
η λίμνη ατάραχη
τον καθρεφτίζει.

_______

Τέλος του θέρους.
Αφρόντιστη η ντάλια
γέρνει στο χώμα.

________

(Σπύρος Θεριανός, Το εισόδημα στο Μόλυβο, εκδ. Πλανόδιον, 3η έκδοση, 2010)

Παναγής Αντωνόπουλος, "Χαϊκού"


Θάλασσα. Ζωή.
Calm? Strong-gale? Hurricane?
Πάντα θάλασσα.

______

Τρέχει το ρέμα
να φθάσει στη θάλασσα
να γίνει νέφος.

______

Το έργο τέλος.
Ακόμα πριν αρχίσει.
Έτσι έπρεπε.

______

Πλοία δεμένα
οι αναμνήσεις όλες.
Πως θα γυρίσεις?

______

(Παναγής Αντωνόπουλος, απ' τη συλλογή "Στη ράδα")

Κατερίνα Καραγιάννη, "φρούτα εποχής"



ανοσία

στον τόπο



αλητεία

στον τόπο

που ευδοκιμούν



ασωτία

στον τόπο

που ευδοκιμούν

τα απονευρωμένα

φρούτα εποχής

αφλογιστία

Ράινερ Κούντσε, "Κωπηλατούν δυο"



Κωπηλατούν δυο
μια βάρκα,
ο ένας
γνώστης των αστεριών,
ο άλλος
ειδικός στις θύελλες,
ο ένας μέσα από τ’ αστέρια
θα οδηγεί,
ο άλλος θα οδηγεί
μέσα απ’ τις θύελλες
και στο τέλος τελείως στο τέρμα
η θάλασσα στη μνήμη
θα είναι μπλε


Reiner Kunze, μετάφραση από τα Γερμανικά Γιώργος Καρτάκης)
βλ. ποιείν: http://www.poiein.gr/archives/11626/index.html