Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Γιώργος Αλισάνογλου, "FADE OUT AGAIN (ή εύθραυστα σώματα)"



Ένας δαίμονας μου επιτέθηκε
στο κοιμητήριο του Pere-Lachaise
η μυρωδιά των εκκριμάτων του
απλώθηκε στους γύρω τάφους -
"ο Τζιν Μόρρισον είναι ζωντανός"
ακέφαλος οδηγεί το μπλε λεωφορείο
σκύβω γα να δω -
μια γλυκιά ευωδιά από διάφανο γάλα
κυλάει αργά - τελετουργικά μες στο χωμάτινο
καλντερίμι και καταλήγει δυτικά - στις ρίζες
της βαριάς επιγραφής:
"ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΜΗΝ ΑΓΓΙΖΕΤΕ ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟ -
ΑΥΤʼ ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΕΊΝΑΙ ΚΑΜΩΜΕΝΑ ΜΟΝΟΝ
ΓΙΑ ΘΑΝΑΤΟ"

(Γιώργος Αλισάνογλου, To Παντζάρι και ο Διάβολος, Τυπωθήτω, 2008)

Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

Σωτήρης Παστάκας, "Μεταποιούνται ενδύματα..."


Μεταποιούνται ενδύματα
φωνάζει μια επιγραφή
κάτω απ’ το γραφείο μου.
Έχει μακριά μανίκια,
αυτό το πουκάμισο.
Αυτό το σακάκι
φαίνεται ρηχό σ’ εμένα
που δεν έχω πλάτες.
Λέω να πάω να τους βρω.
Να μεταποιήσουν επιτέλους
το κορμί μου,
μπας και γίνει ζωή.

(Σωτήρης Παστάκας, “Χαμένο Κορμί”, εκδ. Μελάνι 2010)

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Γιώργος Ιωάννου, "Ομίχλη"


[...] Πίσω απ' τα τζάμια διαβαίναν αράδα οι σκιές αυτών που τώρα έχουν πεθάνει. Κολλούσαν το μούτρο τους για μια στιγμή στο θαμπό τζάμι κι άλλοι έμπαιναν μέσα, ενώ άλλοι τραβούσαν ανατολικά για τον Πύργο του αίματος.Κι αν δεν μου έγνεφε κανείς, έβγαινα κι ακολουθούσα μια σκιά που ποτέ δεν μπορούσα να προφτάσω. [...]

_________

Πη­γή: Ἡ με­τα­πο­λε­μι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο τοῦ ’­40 ὡς τὴ δι­κτα­το­ρί­α τοῦ ’­67, Τό­μος Β΄, Ἐκ­δό­σεις Σο­κό­λη, Ἀ­θή­να, 1989. Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ μό­νη κλη­ρο­νο­μιά, «Ἑρ­μῆς», Ἀ­θή­να, 1974.

Марк Шагáл (Μαρκ Σαγκάλ): Ποιήματα για την νεκρή σύντροφο


Τα χέρια μου διπλώνονται και σκύβουν
Για να ζωγραφίσουν τη σύντομη ζωή σου
Το στόμα μου και η καρδιά μου ανοίγουν
Ωστε η προσευχή μου να έρθει κοντά σου

Από τους πίνακές μου
Το όνειρό μου κυλάει
Στα πόδια σου
Αλλά πού είσαι.

___

Μερικές φορές θα ήθελα να φωνάξω κάποιον
Να ζητήσω να ανθίσουν τα τριαντάφυλλα
Στον ερχομό σου

Θα ήθελα να φωνάξω κάποιον
Να ζητήσω η αυγή
Να σκεπαστεί και πάλι
Με το μπλε της νύχτας.
____

Με βλέπω ακίνητο και καθ' οδόν
Χάνομαι
Μπροστά στη φωτιά που έρχεται από τον κόσμο
Η αγάπη μου είναι σαν σκορπισμένο νερό
Στις τέσσερις γωνίες

Πίσω μου έρχονται οι πίνακές μου.


(Ο Marc Chagall στην Ελλάδα, ποιήματα, μτφρ. Γιάννης Σουλιώτης,εκδ. Αρμός)




βλ. και
(http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=222665)

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Έκτωρ Κακναβάτος, "ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΙ ΣΤΑ ΑΝΙΣΟΠΕΔΑ ή ΓΕΝΕΘΛΙΟ ΘΕΩΡΙΑΣ"


Σκόρπια γύρω σου ασβέστης αμμοχάλικο
[…]
-Τι να ‘ναι ωρέ να χτίσεις, τον ερώτησα, και ξυέσαι ;
- Λέω να χτίσω βοϊδοχτάποδο. Θα χρειαστώ δυό κέρατα
από προχωρημένο αχάτη, είπε. Κι έριχνε καταπάνω λάσο,
έτσι, από εαρινή εναντίωση, να πιάσει σύννεφο.
[…]
-Πάρε από Χάιντεγκερ, του λέω, που ψάχνει για αποβάθρες
και όχι από το υπέρβαρο του άλλου ε γ ώ πού ξέχνα το
μιας και πήρε το κατόπι του ά ρ α σε γρηγοριανά ανισόπεδα.
[…]


(Έκτωρ Κακναβάτος, Στα πρόσω ιαχής”, Αθήνα, Άγρα, 2005)

βλ. και Ποιείν:
http://www.poiein.gr/archives/12122/index.html

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Φίλιπ Λάρκιν, "Αυγή"


Να ζητάς και ν' ακούς έναν πετεινό
Απόμακρα να κράζει
Να τραβάς τις κουρτίνες
Και να βλέπεις τα σύννεφα να ταξιδεύουν-
Πόσο παράξενο
Να 'ναι η καρδιά ανέκφραστη
Και ψυχρή όσο αυτά.

(Φίλιπ Λάρκιν, Βορινό Πλοίο, μετ. Χάρης Βλαβιανός)

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

Έκτωρ Κακναβάτος, "Άλγεβρα"


Πέρα κατά τη δημοσιά
φάνηκε πρώτα στήλη κουρνιαχτός
ως τα μεσούρανα
Δεν άργησε πολύ
Ο δρόμος έφερνε το ποδοβολητό
το χουγιατό της
Κλείνανε παράθυρα κατέβαιναν ρολά
Σιδεροντυμένη έμπαινε πιά στην πόλη
η εξίσωση.

(Έκτωρ Κακναβάτος, Κιβώτιο ταχυτήτων, Τυπ. Κείμενα, 1987)

Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Γιάννης Δάλλας, "Αυτό το πουλί"


Αυτό το πουλί είν΄ ο Πέτρος

Του ΄γινε πρόταση να βαλσαμωθεί
μα αυτός ξεσκίζει το κλουβί τ΄ ουρανού
μπορεί και να μην αλλαξοπίστησε
απλώστε του ένα κάτι της γης
ένα χέρι που να μη στραγγαλίζει
—τον πνίγει τόση μεταμόρφωση—
κ' εκεί που έδενε τη γραβάτα του
του μένει ένας τελευταίος λαρυγγισμός
απ΄ αυτούς που δεν εξαγοράζονται

Ο φίλος μου ο Πέτρος έχει προκηρυχθεί
λοιπόν θα πεθάνει μετεωριζόμενος

Γιώργος Δάγλας, "Τα πουλιά"

Τα πουλιά,
σκέφτεται ο Μήτσος,
όταν τη μαύρη νύχτα
γυρνάνε στο ρημάδι τους
κινάνε για ένα άλλο ταξίδι.
Χωρίς άρμπουρα πλοίων
σ' εξωτικά νησιά
Χωρίς καραβάνια να διασχίζουν
νύχτα την έρημο
Χωρίς έλκηθρα στις παγωμένες στέπες.
Τα πουλιά
σκέφτεται ο Μήτσος,
μελαγχολούν κι αυτά,
και γέρνει σε κάτι ξερόκλαδα
να ξεχαστεί.

Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

Σωτήρης Παστάκας, "Όρος Αιγάλεω"


Δεν έχω παράπονο.
Μια χαρά τα πήγα
στη ζωή μου: κατάφερα
να αποκτήσω ρετιρέ.
Να κλάψω επιτέλους
με θέα τον Παρθενώνα.

*

Για να φτάσω εδώ ψηλά
που έφτασα, έπρεπε να πετάξω
το σακάκι μου στον πρώτο
τη σαμσονάιτ από τον δεύτερο
τη γραβάτα μου από τον τρίτο
τις καταθέσεις μου στον τέταρτο
την ταυτότητα μου στον πέμπτο
στον έκτο να ξεπλύνω την αγάπη σου
από πάνω μου, για να μπορέσω
να βρω τον εαυτό μου
στον έβδομο γυμνό.

*

Μ’ αρέσει αυτό που βλέπω
απ’ το μπαλκόνι μου.
Τ’ ασπρόρουχα τα νόβα.
Πίσω από τα κάτοπτρα
να βλέπω κάπου εκεί
στο βάθος την Ακρόπολη
σαν άλλοτε Ωραία.
Θα σας καλέσω
να μοιραστούμε αυτό
που βλέπω, να είστε σίγουροι,
Θα σας καλέσω.
Γιατί να βλέπω μόνον εγώ
τόση ομορφιά
από δω ψηλά.
Θα σας καλέσω.
Η θέα ψηλά απ’ το Σταυρό
είναι εξαίσια.

*

Ένας γύπας γυροφέρνει
την πολυκατοικία μας.
Κάποιος είπε πως τον είχε δει
να κάνει κύκλους πάνω
από το Όρος Αιγάλεω.
Κάποιος άλλος πως τον είδε
πάνω από το Θέατρο του Διονύσου.
Κανένας δεν είπε πως ήρθε
να κατασπαράξει
το ψοφίμι στον έβδομο.



_________

(Σωτήρης Παστάκας, Όρος Αιγάλεω, εκδ. Ενδυμίων. 2009)
βλ. video στο:

http://vimeo.com/7498201

Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

Γιάννης Δάλλας, "Τα μάτια-μαστίγια"


Ήρθα κοντά σας από υπόγειες σήραγγες
όχι από κει που μάταια περιμένατε
τηλεγραφόξυλα του νόστου δρόμοι του θηράματος
κι ύστερα από τα γνώριμα διόδια
στη σήμανση της πόλης

Δεν ήρθα απ’ τα παλιά ιδεοδρόμια

Μην τα γυρεύετε με προβολείς με λέιζερ
με ανιχνευτές και κυνηγόσκυλα τα μάτια μου
τα ‘στειλα με άλλη αποστολή και ταξιδεύουν
δεν είν’ αυτά τα δυό πουλιά μέσα στ’ αγιάζι
αυτοί οι φάροι στην ομίχλη δύο πλεύσεων
είναι μαστίγια και μέρα νύχτα σας γυμνώνουν
σας μαστιγώνουν ως τα μύχια του ονείρου σας
βουΐζουν πίσω απ’ τις δημόσιες συνελεύσεις
από την κλίνη ως τους τριγμούς της εξουσίας σας
σας μαστιγώνουν σας γυμνώνουν σας πληγώνουν

Δεν είναι φώτα και φτερά είναι μαστίγια

Κι εσείς παχύδερμα που δεν διαμαρτύρεσθε
μαζοχιστές και δεν τ’ ομολογείτε

_________

(Γιάννης Δάλλας, Αποθέτης, εκδ. Συνέχεια 1993
και εκδ. Γαβριηλίδης, 2η έκδοση, 2005)

βλ. Ποιείν: http://www.poiein.gr/archives/11883/index.html

και http://poiein.podomatic.com/player/web/2010-10-22T16_38_17-07_00

Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

Μιχαήλ Μήτρας, "Τάσεις φυγής"


να φύγει θέλει να φύγει να φύγει να δεν
θέλει να φύγει όμως δεν μπορεί να φύγει
πώς να φύγει πού να φύγει με τί να φύγει
να φύγουν θέλουν να φύγω να φύγουν να
φύγω θέλω να φύγω να φύγουν θέλουν να
δεν μπορώ να φύγω δεν μπορείς να φύγεις
θέλεις να φύγεις θέλουν να φύγουν όμως
δεν μπορείς να φύγεις να φύγεις να φύγεις
θέλουν να φύγουν θέλω να φύγω να φύγεις
μπορούν να φύγουν δεν μπορείς να φύγεις
να φύγω να φύγει να φύγει να φύγουν δεν

(Από τη συλλογή "ΑΣΤΑΘΕΣ ΠΕΔΙΟ")

βλ. και

http://www.dedalus.gr/authors.php?authors_id=148

Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

Ευγένιος Αρανίτσης, "Η θάλασσα"


Η ζωηρή απλοποίηση της εικόνας, η κίνηση της στου ρεύματος
Την ανταύγεια όταν η βάρκα είν' ελαφριά σαν παρομοίωση
Δεν οδηγεί στην πηγή των πραγμάτων περισσότερο ελκυστικά
Απ' ό,τι η σοφία της ακίνητης όχθης: όμως η ζωή προτιμάει
Την πρώτη.

[...]

Ευγένιος Αρανίτσης, Η θάλασσα, εκδ. Νεφέλη, 1998)

Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Γιάννης Στίγκας, "Ετσι όπως διαβάστηκε στην παλάμη μου και σκόνταψα στ' αλήθεια"


Τόσες περιστροφές
Κι όμως ο ιστός του κόσμου
μιας σπίθας υπόθεση
ν' ανοίξουν οι ασκοί
να γίνουν όλα Β' Γραμμική
και τυραννία της στάχτης

Η όραση θ' αρχίσει ξανά
το φως συνδράμει
όσο και το σκοτάδι.

[...]

(Γιάννης Στίγκας, Η όραση θ' αρχίσει ξανά, εκδ. Κέδρος, 2006)